Select Page

Άρωμα Μνήμης, της Χαράς Παπαβασιλείου – Κέρδισέ το!

Άρωμα Μνήμης, της Χαράς Παπαβασιλείου – Κέρδισέ το!

Σημαντική σημείωση:

Στη δωροθεσία συμμετείχαν αφήνοντας το σχόλιό τους 141 άνθρωποι.

Τα σχόλια, τα ονόματα των συμμετεχόντων καθώς και κάθε προσωπικό τους στοιχείο (διεύθυνση email, URL προσωπικής ιστοσελίδας ή Facebook, διεύθυνση IP κλπ.) έχουν αφαιρεθεί από τη σελίδα για λόγους προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων και δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκτησής τους.

aroma mnimis

Χαρά Παπαβασιλείου
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
ISBN: 978-960-336-576-005-2

 

Μπορείτε να βρείτε περισσότερες λεπτομέρειες για το βιβλίο στον εκδοτικό οίκο εδώ.

 

...από το βιβλίο

 

ΓΙΑΣΜΙΝ

 

«Γιασμίν», ακούγεται επιτακτική η φωνή απ’ την είσοδο του μαγαζιού κι αίφνης η μελαμψή αλλοδαπή εν ριπή οφθαλμού στέκει ανφάς και σε απόσταση αναπνοής μπροστά στο αφεντικό της. Μελαχρινή (δεν θα ’λεγα «ομορφιά μου»), ίσιο μαλλί, με δυσδιάκριτατα χαρακτηριστικά πάνω στο σχεδόν επίπεδο πρόσωπό της. Ωστόσο, σε κοντράστ με το φόντο του προσώπου της και τις κατάμαυρες ελιές των ματιών της, προβάλλει κάτασπρη κι αστραφτερή η άψογη οδοντοστοιχία της.

Η Γιασμίν πάει κι έρχεται διασταυρώνοντας τον δρόμο που κόβει στα δυο την καφετέρια της πλατείας Ελευθερίας. Και μαζί της πάνε κι αυτά κι έρχονται πεδουκλωμένα κάτω απ’ το λευκό μπλουζάκι της τα δυο της αγριοπερίστερα.

«Αχ, αυτές οι πιτακομούτσουνες, θ’ αλλάξουν τη φυσιογνωμία των γυναικών της Κύπρου!» γκρίνιαζε στο νησί ολόκληρο το καλοκαίρι ο Κύπριος σύζυγός μου.

«Μην είσαι υπερβολικός», τον καθησύχαζα.

«Μα δεν βλέπεις; Παίρνουν τα μυαλά των αντρών. Παντρεύονται και γεννούν. Θα μπασταρδέψουν τη φυλή μας προς το χειρότερο».

Ώσπου το νησί κατακλύστηκε απ’ τα υπερβόρεια ουρί του άρτι καταρρεύσαντος υπαρκτού σοσιαλισμού. Υπερπληρώθηκαν τα πάσης φύσεως μαγαζιά, σπίτια και στέκια σε σημείο που έκθαμβη παρατηρώντας τις δίμετρες κατάξανθες καλλονές είπα καθησυχαστικά στον άντρα μου:

«Ε, τώρα θα ομορφύνουν κι οι γυναίκες σας».

Ωστόσο η Γιασμίν αεικίνητη πηγαινοέρχεται απ’ το ’να στ’ άλλο τραπέζι και η αιλουροειδής σιλουέτα της ελίσσεται μεταξύ των πελατών, ισορροπώντας τον βαρυφορτωμένο δίσκο της στο χέρι της το στιβαρό, το επιδέξιο κι εκπαιδευμένο, όπως άλλωστε όλο της το κορμί και προπαντός η ψυχή της στην άρση βαρών.

Οι θαμώνες βουλιάζοντας στα μαξιλάρια των καναπέδων και στις πολυ-θρόνες παίρνουν το ρόφημά τους, απολαμβάνοντας το φως του ήλιου και το αεράκι που, κατηφορίζοντας απ’ το όρος Αιγάλεω, δροσίζει την κατάμεστη από κόσμο πλατεία του Κορυδαλλού.

«Για δες πώς αντέχει τόσο βάρος! Μπράβο!» σχολιάζει ένας χαζεύοντας τη μελαμψή γκαρσόνα.

«Ε, δεν είναι δα και τυχαίο που Αλβανός αρσιβαρίστας σάρωσε τα μετάλλια στους Ολυμπιακούς!».

«Όχι δα και Αλβανός! Έλληνας θες να πεις».

«Ναι, κατά πώς μας συμφέρει: Πότε Έλληνας και πότε Αλβανός».

«Τέλος πάντων. Οι Αλβανοί είναι γερή ράτσα. Όσο για τις γυναίκες, κι αυτές δεν πάνε πίσω. Πιάνουν την πέτρα στο χέρι και την στύβουν!»

«Γιατί; Σου φαίνεται παράξενο; Ο Εμβέρ Χόντζα τις έβαζε κι αυτές να σπάνε και να κουβαλάνε πέτρες απ’ το χάραμα ώς το σούρουπο. Πώς νομίζεις ότι φτιάχτηκαν οι δρόμοι στην Αλβανία;»

«Μωρ’ εμένα μου λες! Γέμισε πετρόχτιστα σπίτια και μάντρες η περιφέ-ρεια! Στο χωριό μου δεν βλέπεις τσιμεντένια μάντρα!»

«Γιατί εδώ στην Αθήνα ακούς σε καμιά οικοδομή ελληνική λέξη; Όλοι οι οικοδόμοι αλλοδαποί, κυρίως Αλβανοί. Συμφέρουν βλέπεις. Φθηνό μεροκά-ματο και δουλειά τρία άλφα!».

«Άσε που στα σπίτια μας πού να δεις Ελληνίδα βοηθό! Κι είναι οικονομι-κές οι άτιμες ακόμα και στο φαΐ».

«Της δικιάς μας δώσ’ της ελιές και πάρ’ την ψυχή της. Δυσεύρετες στα μέρη τους, βλέπεις. Κι αντέχει!»

«Να, όπως αυτή εδώ. Δες πώς σηκώνει τον δίσκο! Λες κι είναι πούπουλο», λέει ο ένας κι οι υπόλοιποι στρέφουν τα βλέμματά τους εξεταστικά στη μικρό-σωμη Φιλιππινέζα που καμώνεται πως είδηση δεν παίρνει, ακόμα κι όταν απ’ τον δίσκο της το βλέμμα πέφτει λαίμαργο στο ωραίο της ντεκολτέ, το ατού της εκτός απ’ την αντοχή της, για να ’χει δουλειά. Και καθώς σερβίρει, «Από πού είσαι;» ρωτά κάποιος απ’ την παρέα μ’ ένα κουπεπέ της παλάμης του. Μα εκείνη κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Μόνο χαμογελά.

«Φιλιππίνες; Φιλιππίνες;» πετάγεται ο άλλος ολίγον τι περιπαιχτικός.

«Σρι Λάνκα», απαντά η Γιασμίν, εξακολουθώντας να σερβίρει με το χαμόγελο που αναδεικνύει την όμορφη οδοντοστοιχία της.

«Άντρας; Παιδιά;»

«Ναι».

«Πόσα;», εξακολουθεί να νοιάζεται ο «ιεροεξεταστής» ξεδιπλώνοντας συγ-χρόνως τα δυο του δάχτυλα. «Δύο;» τη ρωτά, «ή τρία;» τεντώνοντας και τον παράμεσο των δακτύλων, συμπληρώνει προσθετικά ο παράμεσος της πενταμε-λούς παρέας. Κι ασφαλώς ρωτούν όχι από ενδιαφέρον για τον οικογενειακό αστερισμό της Σριλανκέζας, αφού τα μάτια τους γυαλίζουν περίεργα στη θέα της φρέσκιας μελαμψής επιδερμίδας της.

«Δύο», λέει και κάνει να φύγει, έχοντας φέρει εις πέρας την αποστολή της στην ανδροκρατούμενη συντροφιά.

«Μεγάλα, μικρά;» εξακολουθεί να ταλαιπωρεί το θύμα του εκ του ασφαλούς ο χαζά φερόμενος πελάτης.

«Σιγά, ρε φίλε! Άσ’ την ήσυχη τη γυναίκα!» κόβει τη φόρα του ο ψυχοπονιάρης της συντροφιάς και η Γιασμίν βρίσκει την ευκαιρία και σπεύδει να πάρει άλλη παραγγελία, με το αόρατο βλέμμα του αφεντικού της αέναα να την κατασκοπεύει. Κι επανεμφανιζόμενη, επαναφορτωμένη ξέρει πως θα επαναρωτηθεί από κάποιον που κοιτώντας την προκλητικά και διασκεδάζοντας την ανία του θα την ρωτήσει «Από πού;», «Πώς;» και «Γιατί;», λες και δεν ξέρει πως τη Γιασμίν κι όλες σαν τη «Γιασμίν» ο σίφουνας της ανάγκης τις άρπαξε απ’ την τρυφερή αγκαλιά των παιδιών τους και ριψοκινδυνεύοντας στριμωγμένες σε κάποιο σαπιοκάραβο τις έριξε ως νεοεμφανισθέν είδος στην «ξέρα» της εκμετάλλευσης. Λες και δεν έχει ακούσει στα δελτία των ειδήσεων αραγμένος στην πολυθρόνα για εκατόμβες θαλασσοπνιγμένων απελπισμένων. Λες και δεν έχει ακούσει τίποτε ή, κι αν έχει, όμως λησμόνησε την περιπέτεια των δικών μας απελπισμένων που άφηναν τα παιδιά τους στη φροντίδα της γιαγιάς-μάνας κι όπου φύγει φύγει άλλος για Γερμανία, άλλος για Σουηδία, Δανία, Βέλγιο, όπου γης και πατρίδα.

Στη δεκαετία του ’60 τα τρένα ασφυκτικά γεμάτα σφύριζαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο την ελπίδα. Η φτώχια και η πείνα ερήμωνε την ύπαιθρο. Η Ελλάδα καθημαγμένη απ’ τη γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο, διώχνοντας το πιο εύρωστο δυναμικό του πληθυσμού της, το ’στελνε να υπηρετήσει τη χώρα που μόλις πριν από λίγα χρόνια την είχε ρημάξει, λεηλατώντας το βιος της, θερίζοντας με τα μυδραλιοβόλα τον άμαχο πληθυσμό της και γεμίζοντας τους δρόμους της κουφάρια εξαθλιωμένων απ’ την πείνα. Κι όμως, αυτή τη χώρα την πριν από λίγα χρόνια δήμιό τους έτρεχαν μιλιούνια οι Έλληνες μετανάστες να υπηρετήσουν. Η ανάγκη, βλέπεις, δε σου αφήνει περιθώρια επιλογής. Σου δείχνει μόνο τον δρόμο της φυγής.

Και τώρα οι περισσότεροι απ’ τους βολεμένους που οι πατεράδες τους ή οι παππούδες τους έφυγαν αγρότες και γύρισαν αστοί απ’ την ξενιτιά απολαμ-βάνουν τον καφέ τους ανάμεσα στις ζαρντινιέρες με τις πρασινάδες και τα εύοσμα άνθη που κοσμούν την ευρύχωρη πλατεία του Κορυδαλλού. Η Γιασμίν, γιατί όχι, συμβάλλει με την παρουσία της κι αυτή σαν ένα εξωτικό λουλούδι στην πολυπολίτισμικότητα του χώρου, προσφέροντας τις υπηρεσίες της αντί πινακίου φακής. Τουλάχιστον αν έτσι μπορούσαν να την αξιολογήσουν, σίγουρα θα τους κοβόταν η όρεξη για αστεϊσμούς και πάσης φύσεως τσιλιμπουρδίσματα. Όμως, ανίκανοι για τέτοιου είδους εκτιμήσεις κι ανιστόρητοι, θα επιμένουν και θα την ρωτούν: «Από πού, πώς και γιατί; Παντρεμένη; Παιδιά πόσα; Αγόρι, κορίτσι;».

Κι εκείνη θα προσποιείται πως «ντεν καταλαβαίνει» κι ας καταλαβαίνει το «ενδιαφέρον» και «πού το πάει» «ο ενδιαφερόμενος» πελάτης, που έτσι κι αλλιώς το δίκαιο είναι πάντα με το μέρος του. Γι’ αυτό αποκρούει πάντα χαμογελαστή τον εκ του ασφαλούς χαριεντιζόμενο κι επιμένει πως όντως «ντεν καταλαβαίνει». Όπως πάλι κάνει πως «ντεν καταλαβαίνει», καθώς, παστρεύοντας τις πάσης φύσεως επιφάνειες αθέατες και μη του μαγαζιού, νιώθει τo βλέμμα και του αφεντικού να πέφτει λαίμαργα πάνω της. Κι εξακολουθεί να διαγράφει με τη σφουγγαρίστρα της γραμμές ατέλειωτες κι αμέτρητους κύκλους ομόκεντρους και τεμνόμενους περιχαρακωμένους στο δυσβάσταχτο της άθλιας ζωής της κύκλο. Κι αντέχει.

Αντέχει πιο πολύ να ξεγλιστρά απ’ τα δόκανα των αρπακτικών. Κι αντέχει τα πολλά γλοιώδη βλέμματα, τα ειρωνικά και περιπαικτικά. Ελίσσεται και ξεφεύγει με το χέρι της γροθιά κρυμμένη κάτω απ’ τον δίσκο της γκαρσόνας. Κι αντέχει ακόμα πιο πολύ τα βάσανά της, γιατί τις νύχτες που πηγαίνει, χωρίς πια και να ’ρχεται, στο άθλιο καμαράκι της την περιμένουν σε μια φωτογραφία, εικόνα ιερή, πάνω στο κομοδίνο της τα δύο της παιδιά, που πριν ξαπλώσει το κουρασμένο της κορμί τα παίρνει στα χέρια της, τα γεμίζει φιλιά και τα κλείνει στην αγκαλιά της. Κι ύστερα πιάνει την κουβέντα μαζί τους.

«Σας έχω όλη τη μέρα να, εδώ», τους ψιθυρίζει κι ακουμπά τη φωτογραφία τους στο μέρος της καρδιάς. «Όσο μακριά κι αν βρίσκομαι, ό,τι κι αν κάνω, είστε στη σκέψη μου, μέσα στην ψυχή μου, Τόγια, αγόρι μου, και γλυκιά μου Σάνα».

Μιλάει μαζί τους μέχρι που ο ύπνος, η μόνη πολυτέλεια στην ξενιτιά της, της κλείσει τα μάτια. Του παραδίνεται, γιατί τα όνειρα κι αυτά είναι όλα δικά τους. Χώρια εκείνα που δεν σταματά να κάνει στον ξύπνιο της. Οι σπουδές, η κοινωνική καταξίωση είναι ο μεγάλος στόχος για τα παιδιά της. Προς αυτή την κατεύθυνση δεν σταματά να τα καθοδηγεί στις τηλεφωνικές επικοινωνίες τους. Κι ετοιμάζει τα χαρτιά της για τον Καναδά, τη Γη της Επαγγελίας, όπως ακούγεται στις συζητήσεις του σιναφιού της.

«Άκουσες, Τόγια μου κι εσύ μικρή μου Σάνα. Εκεί θα ’ρθετε μαζί με τον πατέρα σας να με βρείτε και δεν θα χωρίσουμε ποτέ πια. Σας το υπόσχομαι», τους λέει κι απ’ τα μάτια τρέχουν τα δάκρυα πικρής νοσταλγίας για τα παιδιά της, που έχει τρία χρόνια να τ’ ανταμώσει. Και δεν σταματά να τους μιλάει για όσα σπουδαία και ωραία τούς περιμένουν, μα ποτέ δεν τους λέει για τη ζούγκλα της ξενιτιάς, και για τον καθημερινό της αγώνα να διαφυλάξει την αξιοπρέπεια στις σκληρές συνθήκες της βιοπάλης. Κι όλ’ αυτά, για να μπορεί να κοιτά τ’ αθώα τους μάτια, χωρίς να σκιάζει τα δικά της ίχνος ντροπής. Για ν’ αστράφτουν τα τρυφερά του παιδιού της τα μάτια από χαρά, όταν θατ’ αγκαλιάζει. Να της γελούν ανοιχτόκαρδα τα χείλη τα τριανταφυλλιά, του κοριτσιού της τα χείλη.

Πηγαίνει κι έρχεται απ’ το υπόγειο καμαράκι της υποβαθμισμένης περιοχής στην πλατεία Ελευθερίας την αναβαθμισμένη του Κορυδαλλού. Κι εκεί πάλι δεν θα σταματήσει ούτε λεπτό να διαγράφει κύκλους κι όλων των ειδών τα σχήματα τα περιχαρακωμένα στον δυσβάσταχτο της ζωής της κύκλο. Στην ουσία όμως, χαράσσει το εύελπι μέλλον των παιδιών της. Υπομένει τη μοίρα της, αλλά συγχρόνως γίνεται αυτή η μάνα η μοίρα των παιδιών της.

Υποκλίνομαι.

 

Ο Κ. Μαργώνης έγραψε για το βιβλίο:

 

"[...]Στα διηγήματα αυτά, που παρουσιάζονται ανθρώπινες ιστορίες και περιστατικά που άλλοι θα προσπερνούσαν, είναι διαρκώς παρόν το βιωματικό στοιχείο. Οι ιστορίες των ανθρώπων φανερώνουν ότι η αληθινή τέχνη δεν έχει ανάγκη τις ακρότητες ή τις υπερβολές. Συνεκτικό στοιχείο των ιστοριών είναι η μνήμη, που άλλοτε συντηρεί και λυτρώνει και άλλοτε αποτελεί αφετηρία στοχασμού. Στη συλλογή αναμοχλεύονται στιγμιότυπα, εικόνες, εμπειρίες και ευαισθησίες, που συγκροτούν μια ευρεία περιοχή, τον ιδιαίτερο χωροχρόνο της συγγραφέως. Από τη δική της οπτική γωνία η Χαρά Παπαβασιλείου, με τη δική της ξεχωριστή ματιά, απομονώνει πρόσωπα και γεγονότα που τα ακινητοποιεί για να τα φωτίσει πολυπρισματικά. Κάθε διήγημα, όπου κι αν εκτυλίσσεται, στην Άρτα, στην Αθήνα, στην Κύπρο ή όπου αλλού, στο μακρινό ή στο πρόσφατο παρελθόν, αποτελεί άσκηση ευαισθησίας, λογοτεχνικής και κοινωνικής. [...]"

"[...]Χωρίς αμφιβολία τα διηγήματα της Χ. Παπαβασιλείου είναι οργανωμένα και συγκροτημένα κείμενα με λογοτεχνικότητα και τεχνική αρτιότητα. Μικρά καθημερινά γεγονότα αποκτούν υπόσταση. Ορισμένα διαθέτουν πρωτοτυπία θέματος, όπως το διήγημα «η Φρίντα και η Κρατούλα», ενώ άλλα αναδεικνύουν το μικρό και συνηθισμένο σε αφετηρία προβληματισμών και το καθιστούν μοναδικό, όπως «ο Γώγος και το τροπάριο της Κασσιανής». Η ψυχολογική ανάλυση, ως αποτέλεσμα οξυδερκούς παρατήρησης, συνεπαίρνει τον αναγνώστη και τον σπρώχνει σε μονοπάτια μνήμης ξεχασμένα, στις παρυφές συχνά της ορθολογικής συμπεριφοράς. [...]"

"[...]Εν τέλει η πρώτη απόπειρα της Χ. Παπαβασιλείου να υποτάξει το άμορφο υλικό της Μνημοσύνης σε διηγήματα είναι πετυχημένη. Ο χαμηλός και ισορροπημένος τόνος του λόγου,  η πρωτοτυπία της σύνθεσης, η ενάργεια της γλώσσας, το προσωπικό σχόλιο αποτελούν τα ποιοτικά συστατικά της συλλογής. Η υπόρρητη ανθρωπιά, που αποτελεί το συνεκτικό στοιχείο του υλικού, αποκαλύπτει μια κύρια πτυχή της προσωπικότητας της Χ. Παπαβασιλείου, την αγάπη της για τον Άνθρωπο."

 

Αφήστε το σχόλιό σας μέχρι την Κυριακή 5 Ιουνίου

και διεκδικήστε ένα από τα δύο αντίτυπα του βιβλίου,

τα οποία είναι μια ευγενική προσφορά της συγγραφέως και του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net

 

Προαιρετικό: Αν κάνετε like ή έχετε ήδη κάνει like στη σελίδα του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net στο facebook εδώ, οι συμμετοχές σας στην κλήρωση διπλασιάζονται. Στην περίπτωση δε, που κοινοποιήσετε το παρόν άρθρο, οι συμμετοχές στην κλήρωση τετραπλασιάζονται!

 

Ενημέρωση: Οι νικητές είναι η Ευδοκία Καλογεράκου και ο Spiros Poulios

Σημείωση: Δώστε οπωσδήποτε σωστά το email σας στο αντίστοιχο πεδίο κατά το σχολιασμό σας για να μπορέσουμε να έρθουμε σε επαφή μαζί σας για τις λεπτομέρειες της παραλαβής των αντιτύπων. Με την αποστολή του σχολίου σας αποδέχεστε το γεγονός πως αν είστε οι νικητές του διαγωνισμού, το email σας θα κοινοποιηθεί στη συγγραφέα για να έρθει σε επαφή μαζί σας προκειμένου να παραλάβετε το αντίτυπο του βιβλίου.

Σημαντικό: Τα email δεν δημοσιεύονται, δεν μεταβιβάζονται σε κανέναν τρίτο και για κανένα λόγο, δεν τηρούνται σε καμία βάση δεδομένων και μετά το πέρας της κληρώσεως διαγράφονται από το δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net και δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκτησής τους.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος