Ο έρωτας κι ο θάνατος,
ίδια σπαθιά βαστούνε.

 


– Ποιος ήρθε τώρα να με δει, την ώρα που πεθαίνω;
Ο Έρωτας είμαι, θνητέ, που τις καρδιές μαραίνω.

-Η μοναξιά με νίκησε, σαν το κεράκι λιώνω.
– Κάνε κουράγιο, λυγερέ, ακόμα λίγο μόνο.

-Έλα κοντά μου, Έρωτα, έλα να δω πως μοιάζεις,
εσύ που τους θνητούς τρυπάς και στις καρδιές φωλιάζεις.


– Στρέψε αλλού το βλέμμα σου, θνητέ, μην αντικρίσεις,
αυτό που τόσο πόθησες, μα δε θα αποκτήσεις.

– Μίλησε τότε, άσπλαχνε, τι θέλεις από κείνον,
που σβήνει σαν το θρόισμα των χρυσαφένιων φύλλων;


– Τη λήθη φέρνω, δύσμοιρε, στο διψασμένο στόμα,
για να ποτίσει όπως βροχή το ξεραμένο χώμα.


– Παρηγοριά μόνον θα βρω στα χέρια του θανάτου,
καθώς απλώσει λαίμαργα τ’ ασημοδάκτυλα του.


– Εγώ είμαι ο θάνατος, εγώ είμαι το τέλος,
που μόλυνα το αίμα σου με τ’ άχραντο μου βέλος.

 

_

γράφει ο Βασίλειος Ζήνας