Select Page

Ένα τρίτο αλήθεια και δύο τρίτα ψέματα, του Γιάννη Πλιάγκου

Ένα ιδιαίτερο, “δύσκολο” βιβλίο, μόνο για απαιτητικούς αναγνώστες. Ο Μιχάλης χάνει τη σύζυγό του, Λιλίκα, σε τροχαίο μετά από τρία χρόνια γάμου και κλείνεται στον εαυτό του. Από εκείνη τη μέρα ψάχνει τρόπους να ξαναβρεί τον εαυτό του, να αγαπήσει το κενό που νιώθει και να συνεχίσει τη ζωή του. Από μια παρεξήγηση νομίζει ότι η γυναίκα του τον απατούσε και αρχίζει να φέρεται παράξενα και αδικαιολόγητα στους γύρω του. Όταν όλα ξεκαθαρίζουν, ο Μιχάλης είναι έτοιμος να πάει μπροστά και να συναινέσει στο γεγονός της απώλειας; Τι ρόλο παίζουν στη ζωή του Μιχάλη ο κολλητός της Λιλίκας, Άλκης, και ο σύντροφος του Άλκη, Κοσμάς; Γιατί αφήνει λουλούδια στον τόπο του δυστυχήματος ο Άθως (πρώην Αθηνά;), ένα δυστυχισμένο ερμαφρόδιτο πλάσμα που αγωνίζεται να κατανοήσει πρώτα τον εαυτό του και μετά τον κόσμο στον οποίο καλείται να δημιουργήσει σχέσεις φιλικές και ερωτικές; Και πόσο εμπόδιο στην ερωτική ζωή του Μιχάλη είναι η εικόνα που αντίκρισε κατά λάθος με τον πατέρα του να κάνει έρωτα με τη γειτόνισσα κρυφά από τη μάνα του παιδιού;

Το μυθιστόρημα είναι ψυχολογικό, δηλαδή έχουμε δράση και περιστατικά αλλά κυρίως έχουμε ενδοσκοπήσεις, υποκειμενική αφήγηση και απόψεις, όμως το κείμενο είναι τόσο καλογραμμένο, τόσο ουσιαστικό και τόσο στενά δεμένο που παρασύρεσαι στην ιστορία του Μιχάλη. Δεν κάνει τίποτα επιφανειακές σκέψεις ή εφήμερες και τυχάρπαστες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις για να γεμίσει τις σελίδες. Ο συγγραφέας κατάφερε να κάνει ένα πολύ καλά δομημένο ψυχογράφημα του ήρωα και με το στυλ γραφής να παρασύρει τον αναγνώστη και να μην τον αφήσει να βαρεθεί. Σκηνές ολοζώντανες, περιστατικά δοσμένα όμορφα, λιτά και περιεκτικά, με συνεχείς οπισθοδρομήσεις σε ένα παρελθόν περίπλοκο και σκοτεινό, όπου τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται και αυτό που φαίνεται δε σε βοηθάει να καταλάβεις πόση ζημιά σου προκάλεσε.

Πάντως, αν αυτό το βιβλίο είναι ο ψίθυρος ενός ανερχόμενου συγγραφέα, ανυπομονώ ν’ ακούσω την κραυγή!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“…-Τι είναι ο φόβος, Λιλίκα; ρωτούσα και μου ‘λεγε πως είναι μια θεατρική παράσταση που στήνεις στο μυαλό σου και τρέμεις πως, μόλις ξεμείνεις από λέξεις και τελειώσει ο ρόλος σου, το κοινό από κάτω θα μείνει ασάλευτο. Ούτε ένα χειροκρότημα. Ο κόσμος θα συνωστίζεται στην έξοδο και οι ταξιθέτριες θα βλαστημούν στα κρυφά για το τσιγκούνικο φιλοδώρημα” (σελ. 11).

“Είχα δει μια φορά στην τηλεόραση -μεγάλωσα αντικριστά μαζί της, σαν τα αδέλφια που τσακώνονται- ένα ντοκιμαντέρ…” (σελ. 11).

“Αυτή η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση με κράτησε μακριά από εκείνη την αλυσίδα που κρεμάνε οι άνθρωποι στο λαιμό τους -κάθε κρίκος και μια άρνηση της πραγματικότητας, κάθε κρίκος της ένα “τι θα γινόταν αν…” ολοένα να σφίγγεται γύρω από το λαιμό” (σελ. 18).

“Υπάρχει για μερικά ζευγάρια ένα απροσπέλαστο εμπόδιο, μια ακατανίκητη δυσλειτουργία, χειρότερη κι από το ψέμα ή την απιστία. Ραγίζει σιγά σιγά το οικοδόμημα της σχέσης, μετατρέπει τους ερωτευμένος σε άψυχα ανδρείκελα, καταδικασμένα να περιφέρουν τ’ άδεια κορμιά τους από το καθιστικό μέχρι την κουζίνα, πέρα δώθε, όλη τη μέρα, μια ολόκληρη ζωή: η ανία. Άκουσα κάποτε να λένε πως οι φορές που πηγαίνεις μέχρι την κουζίνα κι ανοίγεις άσκοπα το ψυγείο είναι ένα τεστ αντοχής για τις σχέσεις. Όσο πιο συχνά ανοίγεις το ψυγείο, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος” (σελ. 70).

” Κάποτε οι άνδρες θα επέστρεφαν στη σπηλιά, κρατώντας ένα γδαρμένο λαγό από τα αυτιά -ιερή προσφορά στις γυναίκες τους. Τώρα πια επιστρέφουν με κρεβάτια ΙΚΕΑ και τα συναρμολογούν μπροστά τους. Το ισχυρό αρσενικό είναι εκείνο που βρίσκει γρηγορότερα τη σωστή θέση για τις βίδες” (σελ. 116).

“Έβλεπα το δέντρο και το μυαλό μου πλημμύριζε πια από λέξεις, λίμνες απέραντες από λέξεις, θάλασσες βαθιές και μέσα τους να τριγυρίζουν κοπάδια ολόκληρα από φράσεις, σπάνια ψάρια με ασημένια λέπια που σκύβεις από πάνω τους και βλέπεις πως κάθε λέπι είναι κι ένα γράμμα, κι όλα μαζί μακροσκελή ποιήματα, τραγουδισμένα από χρόνια -ήμουν ο ποιητής που έπλασε εκείνη με τα ίδια της τα χέρια” (σελ. 172).

“Η ζωή, έλεγα, μοιράζει μόνο δύο ρόλους -ή θύτης ή θύμα- κι όποιος από καθαρή τύχη δεν πάρει μέρος στη μοιρασιά καταδικάζεται σιωπηλά στην αφάνεια, περνά απαρατήρητος με τα χέρια στις τσέπες ανάμεσα στους ανθρώπους, στα φώτα και στ’ αυτοκίνητα, ξένο σώμα, απρόσκλητο, σε έναν κόσμο που δε θα του ανήκει ποτέ” (σελ. 260).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!