Στο δείλι που ροδίζει η θάλασσα βαθιά ημερεύει,
κι ένα λευκό καΐκι στ’ ακύμαντο νερό πλανεύει.
Στων λουλουδιών το άρωμα η πέτρα ανασαίνει,
κι η μυστική γαλήνη στην άκρη απομένει.
Ο ουρανός πορφύρισε και γέρνει προς το κύμα,
κι ο άνεμος με το νερό υφαίνουν ίδια ρίμα.
Τα βήματα στο μονοπάτι σβήνουν σαν τραγούδι,
κι η σκέψη αργά ταξίδεψε σαν άπιαστο λουλούδι.
Στης θάλασσας τον ψίθυρο η καρδιά μου ημερεύει,
κι ό,τι πονά και πέρασε βαθιά πια γαληνεύει.
Μες στου δειλινού τη σιωπή ο χρόνος σταματάει,
κι η ψυχή σαν το καΐκι στο φως ξαναγυρνάει.
Ο άνεμος με το νερό σιγοκρατούν το κρίμα,
κι ο ουρανός κι ο ήλιος σιγομετρούν το βήμα.
_
γράφει ο Κωνσταντίνος Μούσιος








0 Σχόλια