Select Page

Αιγέας, της Μαριας Καλατζοπούλου-Τσιρπανλή

Η συγγραφέας του Συγγρού ρίβερ επανέρχεται να μας ταξιδέψει στη ναυτική ιστορία της Κω από τα δύσκολα χρόνια της σφαγής του 1922 μέχρι την εποχή μας περίπου. Ήρωας του βιβλίου ο Αιγέας, γιος του Μανουήλ και της Φωτεινής, που γεννιέται στη βάρκα του πατέρα του όταν οι γονείς του το έσκαγαν από το τουρκικό μαχαίρι και πέρναγαν απέναντι στην Κω. Η Φωτεινή πεθαίνει στη γέννα και ο Μανουήλ αποβιβάζεται στην Κω. Στο νησί αυτό, η Κατερίνα, κόρη πλούσιου γαιοκτήμονα, ζει μια ερωτική απογοήτευση και στρέφεται στα καράβια για να ξεχάσει την προδοσία. Όταν συναντά τον Μανουήλ ερωτεύονται και ξεκινούν μαζί ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα μεγαλώνει ο Αιγέας και με αφορμή αυτήν την ιστορία διαβάζουμε για την Κω, την Ιταλοκρατία, το μεγάλο σεισμό του 1933, την ιστορία της ναυτιλίας και των Δωδεκανήσων με τον γνωστό όμορφο και τρυφερό τρόπο της συγγραφέως. Ο Αιγέας μεγαλώνει, παντρεύεται, ζει άτυχες και καλές στιγμές, προβλέπει και προλαβαίνει κάποια πράγματα ως προς την οικονομική δυσπραγία του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου κλπ.

Το κείμενο είναι ωμό εκεί που χρειάζεται, τρυφερό όσο χρειάζεται και αυτό που αγάπησα ήταν ότι θα μπορούσε να γίνει μία Βίβλος πολλών σελίδων κι όμως η ιστορία ξεδιπλώνεται σύντομα και περιεκτικά, ακριβώς όσο πρέπει για να κρατήσει τον αναγνώστη. Λυρισμός, καλολογικά στοιχεία, ντοπιολαλιά, ήθη και έθιμα, νοοτροπίες, έρωτας, συναισθήματα, περιπέτειες και το ξεδίπλωμα μιας οικογενειακής ιστορίας είναι στοιχεία που θα κρατήσουν ωραία συντροφιά στον αναγνώστη.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Η γη σηκώθηκε και μούγκρισε και τίναξε από πάνω της σπίτια κι εκκλησιές και μιναρέδες, γιατί το ψαρένιο νησί σα χασμουριέται, ρίχνει απ’ τη ράχη του ό,τι έχει και χαλά τις πολιτείες κι οι πολιτείες γίνονται ανάμνηση μιας άλλης εποχής, που πέρασε και δεν ξανάρχεται” (σελ. 111).

“Η πολιτεία είχε σκορπιστεί στα χωράφια και μεγάλωσε έτσι σ’ έκταση και οι φωνές απλώθηκαν παντού και τα παιδιά έπαιξαν ξανά με τα τσέρκια και τους βόλους κι ήρθε η ζωή κι είπε του θανάτου, εγώ σε ξεπερνώ, έχω φωνή και γέλιο, έχω πουλιά να κελαηδούν και ζώα να μουγκανίζουν, εσύ τι έχεις; Μόνο τη σιωπή. Γι’ αυτό σ’ ενίκησα κι η πολιτεία θα ξαναγίνει πιο όμορφη και πιο ζεστή, θα ‘ναι η πολιτεία η νησιωτική της φοινικιάς, της κουκουναριάς, της βουκαμβίλιας, του ποδηλάτου και των ράθυμων ανθρώπων” (σελ. 116).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!