Η αυλή της γιαγιάς ήταν ένας μικρός ζωολογικός κήπος, γεμάτος με κουνέλια, κότες,
γαλοπούλες και δύο κόκορες: έναν λευκό κι έναν μαύρο. Κάθε καλοκαίρι ήμουν εκεί.
Όλα τα πρωινά, ο λευκός κόκορας με ξυπνούσε με το διαπεραστικό λάλημά του. Τον
είχαν φυλακισμένο στο κλουβί, γιατί, όπως μου έλεγαν, ήταν άγριος και διατάρασσε
την τάξη του κήπου. Μια μέρα τον πλησίασα δειλά. Είχε τόσο εκθαμβωτικό πτέρωμα
που εκστασιάστηκα. Ο λευκός κόκορας το κατάλαβε — αλλιώς πώς με άφησε να τον
χαϊδέψω;
Εκτός από τον κόκορα, με ξυπνούσαν και οι μυρωδιές από τις γλυκές τηγανίτες που
έφτιαχνε η γιαγιά σχεδόν αχάραγα, για να ζυμώσει το ψωμί μας.
Μια νύχτα, ξάγρυπνος, άκουσα για πρώτη φορά το λάλημα του μαύρου κόκορα.
Αντήχησε παράξενα μέσα στα βαθιά σκοτάδια του χρόνου· εκείνο το τριπλό λάλημά
του έμοιαζε με προδοσία, με ενοχή. Δεν τον ξανάκουσα.
Το επόμενο καλοκαίρι, η γιαγιά τους έσφαξε. Ο λευκός κόκορας, μου είπε,
αρρώστησε. Ο θάνατός του τον θεράπευσε, ενώ ο μαύρος, στην προσπάθειά του να
πετάξει, τραυματίστηκε σοβαρά στο σταυρό της διπλανής εκκλησίας.
Κάποτε, μετά από πολλά χρόνια, όταν επισκέφτηκα ξανά το κτήμα της γιαγιάς —
ακατοίκητο και στοιχειωμένο από καιρό — μου ήρθαν στο νου οι δύο κόκορες.
Προσπάθησα νοητικά να τους αναστήσω, μα η σκέψη μου τους παρουσίαζε ως ένα
πλάσμα ενιαίο, ένα υβρίδιο που, ενώ γεννιόταν, την ίδια στιγμή πέθαινε, σαν να
προσπαθούσε μάταια η σκέψη μου να ενώσει δύο ασύμβατους κόσμους.
Λίγο πριν πάρω τον δρόμο της επιστροφής, κοίταξα γύρω μου, κι αφού απέστρεψα
το βλέμμα μου, έκλαψα πικρά.
_
γράφει ο Σάββας Ντόμας








0 Σχόλια