Select Page

Αναστάσιμο τραπέζι – Προδημοσίευση

Αναστάσιμο τραπέζι – Προδημοσίευση

 

 

pasxalino-trapezi-kefalas

«Κατέβα, καλέ θειά, να κάνουμε Ανάσταση...» Με χαρά είχε δεχθεί το τηλεφώνημά της πριν από μια βδομάδα. Παρά τα χρόνια της το πήρε απόφαση και το έκαμε το ταξίδι. Παρ’ όλα αυτά ένιωθε τώρα αμφιβολία, αμηχανία, και ίσως και κάποια ντροπή, ναι... ντροπή εκείνο το απόγευμα κλεισμένη στο δωμάτιό της. Πήρε ένα μαντήλι, το έφερε δυο φορές γύρα από το κεφάλι της και ήπιε με κλειστά τα ματιά τρεις γουλιές καφέ. Ευεργετικά άγγιξε τη γλώσσα της και κύλησε στον λάρυγγα το καυτό ρόφημα, προσφέροντας της την ηρεμία που για ώρα αποζητούσε. Κάθε φορά που η γρια-Στέμα είχε πονοκέφαλο κατέφευγε σε αυτό το παράξενο γιατροσόφι. Της το είχε μάθει η μάνα της, κι εκείνης η δική της. Πανάκεια για πάσα νόσο μιας μακράς σειράς ορεσίβιας γενεαλογίας είχε γίνει το σφιχτά δεμένο μαντήλι κι ο καφές στη φαμελιά τους. Έμεινε με σφαλισμένα τα μάτια για μερικά λεπτά ακόμα. Έπειτα σηκώθηκε, έλυσε το μαντήλι και προχώρησε διστακτικά προς τον καθρέφτη. Κοίταξε εξονυχιστικά το είδωλό της. Το εμπριμέ φόρεμα που της είχε αγοράσει για την περίσταση η ανεψιά της έδειχνε άχαρο πάνω στους κακογερασμένους της ώμους. Το γέρικο σουλούπι της δεν ήταν συνηθισμένο στην πολυτέλεια ενός τέτοιου ρούχου. Το ίδιο πρωί τής είχε τρυπήσει και τα αυτιά. Στους κρεμασμένους λοβούς τους φιγούραρε ένα ζευγάρι ολοκαίνουργιοι χρυσοί κρίκοι. Δεν ήθελε... Πώς μπορούσε, όμως, να το αρνηθεί; Ήταν το δώρο της Λίρης για το Πάσχα. Όχι... Όχι Λίρη... Ελευθερία πλέον... Δεν έπρεπε να το λησμονεί! Είκοσι χρόνια στην Ελλάδα η μικρανεψιά της, πρόκοψε. Δούλεψε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, σπούδασε τον μοναχογιό της και σήμερα τον αρραβώνιαζε στο αναστάσιμο τραπέζι τους... Έριξε μια δεύτερη ματιά στον καθρέφτη. Δεν αναγνώριζε αυτήν τη γριά με τα περιποιημένη μαλλιά, το καινούργιο φουστάνι και τα χρυσά σκουλαρίκια. Με καρνάβαλο έμοιαζε... Μα τι στο καλό έκανε; Πώς είχε δεχθεί αυτό το πράγμα; Δεν έπρεπε να κατέβει στην Ελλάδα, δεν είχε καμιά δουλειά να αφήσει το κονάκι της πασχαλιάτικα πίσω στο αγαπημένο της ορεινό Μπαραγκανές[1]. Αγαπούσε όμως τη Λίρη, παιδί της μακαρίτισσας της αδελφής της, αλλά και τον Κωνσταντή που απόψε αρραβωνιαζόταν. Άνδρας σωστός, κι ας μην ήταν Αλβανός εκατό τοις εκατό, κι ας τον παντρολογούσαν με Ελληνίδα... Ήταν σερνικός, το μέλλον της οικογένειας! Άνδρας... Λες και είχε σημασία πια... Γιατί η Λίρη... Όχι... Όχι Λίρη... Ελευθερία... η Ελευθερία δεν τα είχε καταφέρει; Δεν είχε πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα; Τι κι αν ήταν γυναίκα; Με μια βαλιτσούλα είχε φύγει από το χωριό και δες την σήμερα; Κυρά κι αρχόντισσα να διαφεντεύει τη ζωή της στην Ελλάδα. Καλός ο άντρας της μα άβουλος, κουμάντο εκεί μέσα εκείνη έκαμε. Το είχε πάρει χαμπάρι η γρια-Στέμα από την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησε το ποδάρι της στο σπιτικό της.

 

Πώς είχαν αλλάξει οι καιροί; Κάποτε η ίδια θυσιάστηκε κι έγινε το μέλλον της οικογένειας. Ένιωσε ξαφνικά προδομένη... Πόσο μακρινά φάνταζαν όλα πια; Το μαύρο πέπλο της αρρώστιας του πατέρα, ο βασανιστικός του θάνατος, ο βαρύς θρήνος της μάνας, οι χαμηλόφωνες συζητήσεις έπειτα με τους συγγενείς κι εκείνο το βλέμμα της μητέρας που έκρυβε τη ζωή και τον θάνατο μαζί, όταν της το ανακοίνωσε στα σαράντα του πεθαμένου. Η απόφαση είχε παρθεί ομόφωνα από το συγγενολόι. Η μεγαλύτερη από τις αδελφάδες, χωρίς άλλο σερνικό στην φαμελιά, σ’ εκείνη έλαχε να σώσει την τιμή τους αλλά και τη μάνα τους. Ήταν ο μόνος τρόπος για να παραμείνουν στο σπιτάκι τους, για να κρατήσουν τα κτήματα και τα ζωντανά του πατέρα, για να μην αναγκαστούν να πάνε να ζήσουν στο γειτονικό χωριό στο σπίτι των παππούδων, περισσότερο σα δούλες παρά σα συγγενείς. Έπρεπε να πεθάνει εκείνη, για να ζήσουν οι άλλες... Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν με ειδική τελετή μπροστά στους πρεσβύτερους του Μπαραγκανές απαρνήθηκε για πάντα τη γυναικεία της φύση κι έγινε μια burnesha[2]. Μια ζωή έζησε σαν άνδρας. Απόλαυσε τις ελευθερίες που ένα παντελόνι μπορούσε να της χαρίσει εκεί πάνω, αλλά στερήθηκε τη συντροφικότητα, τον γάμο, τη μητρότητα... Κούτσουρο να ορίζει την πατρική περιουσία και να προσέχει μάνα και αδελφάδες. Μέσα σε μια οικογένεια που την υπολόγιζε, αλλά μόνη, τόσο μόνη... Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε προς την κατάφωτη τραπεζαρία. Οι συμπέθεροι είχαν ήδη φτάσει με τη νύφη. Οι πρώτες ευχές ηχούσαν γλυκά γύρω από το γιορτινό πασχαλινό τραπέζι.

«Ο παππούς σου;» είπε όλο χαρά η συμπεθέρα στον έκπληκτο Κωνσταντή, που δεν πρόλαβε να απαντήσει, σπεύδοντας να φιλήσει τον ηλικιωμένο άνδρα με το φθαρμένο ριγωτό κοστούμι που μόλις είχε περήφανα μπει στην τραπεζαρία.

 

_

προδημοσίευση από το καινούριο βιβλίο του Αλέξανδρου Κεφαλά

 

____

[1] Χωρίο στα νότια της Αλβανίας.

[2] Ορκισμένη παρθένα (Αλβανικά). Ο θεσμός αυτός ίσχυε για χρόνια στα ορεινά χωριά της Αλβανίας. Ελλείψει αρσενικών απογόνων, το μεγαλύτερο κορίτσι μιας οικογένειας υιοθετούσε ανδρική εμφάνιση, συμπεριφορά, συνήθειες αλλά κι όνομα σε αρκετές περιπτώσεις, προκειμένου η οικογένειά της να διατηρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία ή για να αποφύγει η ίδια κάποιο ανεπιθύμητο προξενιό χωρίς να προκληθεί βεντέτα. Μια burnesha έπρεπε, όμως, να πάρει όρκο ισόβιας παρθενίας, ώστε να γίνει αποδεκτή από την τοπική ανδροκρατούμενη κοινωνία. Στις μέρες μας υπάρχουν ακόμα μερικές εκατοντάδες εναπομείνασες «ορκισμένες παρθένες».

Ο δικτυακός τόπος τοβιβλίο.net ευχαριστεί το συγγραφέα για την εμπιστοσύνη του!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Αλλες εποχες…….

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Ο εγγαμος βιος εχει τα δικα του………

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!