Select Page

Απογοητεύοντας τους Βαρβάρους.

Απογοητεύοντας τους Βαρβάρους.

Απογοητεύοντας τους Βαρβάρους.

 

 

οὗτος δ ν τότε Μ ε γ ά β α ζ ο ς

στρατηγὸς λειφθεὶς

ν τ χώρ Ἑλλησποντίων

τ ο ύ ς   μ ὴ   μ η δ ί ζ ο ν τ α ς

κ α τ ε σ τ ρ έ φ ε τ ο

( ‘Ηρόδ., 4, 144. )

 

 

Π Ρ Α Ξ Η Α´.

Α´ Δ Ε Κ Α Π Ε Ν Τ Α Λ Ε Π Τ Ο   Τ Ο Υ   Μ Α Θ Η Μ Α Τ Ο Σ.

 

Ο από τη σπίθα γεννημένος Καθηγητής, με

την Πάμφλεκτη Αγάπη Του, στους αγαπημένους του

απευθύνεται μαθητές :

 

Αγαπητά μου παιδιά, αγαπητοί μου

μαθητές καλημέρα! Χθες το πρωί,

εγώ κι οι φίλοι μου, βαδίζαμε

γι᾽ αρκετή ώρα στοχαστικοί κι

αμίλητοι, μέχρι που είδαμε τούς

λεβεντόκορμους ίσκιους των πιο

γλυκών μας πόθων, να μαστιγώνουν

με το παμμακάριστο εκτόπισμά τους

τις αλέες, το φως, κι όλη την πλάση.

 

Εκεί, λίγο πιο πέρα απ᾽ τον

αμφιπρόστυλο ναό, με τούς

μελίφθογγους κίονες σαν αηδόνια να

τιτιβίζουν τον σαπφείρινο ύμνο του

ουρανόσπορου πολιτισμού μας, και λίγο

πριν προλάβει να σμίξει η αμωλώπιστη

κι άμωμη δόξα του γλαυκού Πνεύματος με

το πούσι του πραγματοποιήσιμου να

επωάζει τα των φόβων του μέλλοντός μας,

επιτρέψαμε μεταξύ μας στις φλέβες

των Ονείρων μας, τον δικό τους

ακήρατο ασπασμό. Το δικό τους

παρθενικό απάντεμα. Τον δικό τους

αγαπόθρεφτο εναγκαλισμό.

 

Εκεί, στον

ηλιοπότη ναό, όπως το νεογνό τή

μάνα του, θηλάσαμε το γάλα

τ ᾽ ουρανού, απ᾽ τη θηλή τ’ ’Ονείρου.

 

       ΟΝΕΙΡΟ!

                 ΟΝΕΙΡΟ!

                            ΟΝΕΙΡΟ!

 

Αντιασφυξιογόνα γίνεται Αυτό μάσκα

στα παγκόσμια αγκάθινα ντουμάνια του Πόνου, ­

που σαν φιλάργυρος σπιτονοικοκύρης,

ορέγεται πεισιθάνατες εξώσεις

ονείρων – ενοίκων, από τα δυαράκια

της ευτυχίας των ανθρώπων, που χαμογελούν

με συχνότητα δόσεων ενοικίου.

 

Καλοπληρωτής ενοικιαστής

το επίμονο Όνειρο στου Πόνου τα ακίνητα,

ο ακίνητος στην επιμονή του Πόνος­,

εξώδικο έξωσης στην είσοδο του διαμερίσματος

της Ελπίδας, ΠΟΤΕ του δεν μπόρεσε

να κολλήσει .

 

Γιατί με τ᾽ Όνειρο,

ούτε ένα τόσο δα

Άχ επίκλησης,

στην πάλλευκη μέρα που

προσμένουμε,

καταβαραρθρώνεται

στον καιάδα του ματαίου.

 

Γιατί με τ᾽ Όνειρο,

ούτε ένας τόσος

δα αναστεναγμός Ελπίδας,

κάνει χαρακίρι.

 

Γιατί τ᾽ Όνειρο,

σώστης ανθρώπου

ναυαγημένου, στην

τρικυμία της απόγνωσης,

που μας ζεματάει σαν ανέλπιδο.

 

Ξάφνου, εκεί πάλι, οι χαρακωμένοι

από Θεό ουρανοί των ψυχών μας, με

βλέμμα τρυπημένο απ᾽ την αλμύρα

των υπόφαιων καιρών, αντίκρυσαν στον

απέραντο χελιδονοφαγωμένο ο­ρίζοντα,

νά ᾽ρχονται ορμητικοί κι αγεληδόν, οι

φιλόπρωτοι και φιλόφθονοι Μήδοι.

 

Φυσομανούσε ο­ σάλαγος από το σμάρι

των αμέτρητων αμακαδόρων.

Από τον συρφετό

των ανήμερων αιμοβόρων.

Από τη σφαλαγγουδιά

των αμετανόητων ταρταρίνων.

 

Έσπειρε το στόμα

των κορυφογραμμών,

τοξοφόρους αγριεμένους,

πελεκυφόρους αμείλικτους,

αλογάρηδες αδυσώπητους.

 

Όλοι τους, μέ την εωσφορική

βουλιμία της αδιαπραγμάτευτης

και δολερής κατάκτησης, να ουρλιάζει

σαν ανθρωποκτόνος δαίμων

μέσα από τά μυώδη στόματα

των ασπίδων τους, τις από

αταπείνωτα δάκτυλα

σμιλευμένες. Όλοι τους.

 

Νά σου, λοιπόν, ο­ Μεγάβαζος!

Νά κι ο­ Ξέρξης!

 

Νά σου κι ο­ Μαρδόνιος!

Νά κι ο­ Αρταξέρξης!

 

Έρχονται αιματόχροοι και μανικοί

απ᾽ τις χρυσοστολισμένες Σάρδεις κι

απ᾽ την πλουτοβυθισμένη Βαβυλώνα.

  

Έρχονται λυσσαλέοι

για να χυμήξουν

με το σαρκοβόρο

δόντι

της αχορτασιάς τους,

τα ηλιομανή διάφανα

δέρματα,

των ονειροθρεμμένων

ψυχών μας,

των σελίδων αυτών

που έχει γράψει

πάνω τους

με Θεόπεμπτο

μελάνι,

το αχαιρέκακο

δάκτυλο του απείρου.

 

Όλοι τους!

Κι ο­ Μεγάβαζος ο­ μεγάλαυχος!

 

Μεγάβαζε μυριο-υπόστατε και

μυριο αναστημένε!

  

Π Ρ Α Ξ Η Β´.

Β´ Δ Ε Κ Α Π Ε Ν Τ Α Λ Ε Π Τ Ο Τ Ο Υ   Μ Α Θ Η Μ Α Τ Ο Σ.

 

Oι μαθητές, το τίμιο της άπειρης

αγνότητάς τους υψώνοντας λάβαρο, και, των

προβληματισμών τους φυτεύοντας

τούς κρουνούς, στους χειμάρρους των καρδιακών

ιδρώτων του καθηγητή τους, με τη

δροσίζουσα τον ρωτούν αφέλειά τους:

 

Μα καλά Κύριε καθηγητά!

Αυτοί οι Μήδοι για τους

οποίους εσείς μάς κάνετε λόγο,

δεν έχουν πεθάνει αιώνες τώρα ;

Kαι πώς μας λέτε, ότι τους

είδατε να έρχονται ;

 

Είναι ποτέ δυνατόν ;

 

Μήπως ήταν της φαντασίας σας;

Μήπως της ψευδαίσθησής σας ;

Ή μήπως της παραίσθησής σας ;

 

Ο καθηγητής, κατανοώντας τις εύλογες των

μαθητών του ερωτήσεις, όλος απευθύνεται

στους μαθητές του Τιμιότητα :

 

Αγαπητά μου παιδιά!

Αγαπητοί μου μαθητές!

Βάζω μετάνοια στην

αναμαρτησία των αποριών σας.

 

Όμως, τί που διαθλώ την

πονομύριστη εποχή μας,

μέσα από ανάλγητα

κάτοπτρα, καλοσιδερωμένα

αλληγορήματα και

ποιητικές υπονοήσεις ;

 

Γι᾽αυτό το πράττω. Για την εποχή.

Την αρχολίπαρη που ασθμαίνει.

 

Με την ευχή να την φορέσει κάποτε, ο

ιερός χιτώνας τής αυτογνωσίας της.

 

Με την ευχή ν᾽ αναπνεύσει αυτή κάποτε, τή

βελούδινη οσμή της αυτομεμψίας της.

 

Με την ευχη να γευτεί αυτή κάποτε, τον

μη απαγορευμένο καρπό της αυτοθεραπείας της.

 

Μου λέτε πως οι Μήδοι πέθαναν.

Καί ᾽ γώ σάς λέω πως όχι!

 

Εκείνοι, σε όλους τούς αιώνες

εμφανίζονται!

Κι ό­λοι οι αιώνες,

εκείνους προσκυνούνε.

 

Μεγάβαζε μυριο-υπόστατε και

μυριοαναστημένε!

 

Αγαπητά μου παιδιά,

αγαπητοί μου μαθητές!

 

Μήδοι οι εποχές!

Μήδοι οι συνάνθρωποι!

Μήδοι οι « φίλοι » .

 

Μήδοι η

αλαζονεία.

 

Μήδοι η

κτηνωδία.

 

Μήδοι η

λιθοκαρδία.

 

Μήδοι, τα ποδοπατημένα αστέρια του εαυτού !

Μήδοι, οι μαρμαρωμένες θάλασσες του είναι !

 

Μήδοι, Μήδοι, Μήδοι!

 

Παντού!

Αρίφνητοι!

Μήδοι!

 

Αλίμονο κι ανάθεμα

σ᾽αυτόν που θα

τολμήσει να μή

μηδίσει.

 

Μεγάβαζε μυριο-υπόστατε και

μυριοαναστημένε!

 

Π Ρ Α Ξ Η Γ´.

Γ´ Δ Ε Κ Α Π Ε Ν Τ Α Λ Ε Π Τ Ο   Τ Ο Υ   Μ Α Θ Η Μ Α Τ Ο Σ .

 

Οι μαθητές τότε, αποφασίζουν ν᾽απευθύνουν

στον καθηγητή τους ομοθυμαδόν, ερώτηση

αθώα και δωρική :

 

Κι εμείς Κύριε Καθηγητά, πώς

θ᾽ απαλλαγούμε από τους Μήδους ;

 

Ο καθηγητής απαντά :

 

Όταν ξεκινήσει η

Ψυχή να πεινά

και ν᾽ αποζητά

σαν τρελή,

τη γριά – Μάνα

της νέας πατρίδας.

 

Αυτής της γριάς – Μάνας,

το μακρύ χέρι του δόλου,

τής βουλώνει το πηγάδι

της καρδιάς της κάθε μέρα.

 

Αυτής της γριάς – Μάνας,

το μακρύ χέρι του δόλου,

της φορά τα κουρελόπανα

της λήθης.

 

Αυτής της γριάς – Μάνας,

το μακρύ χέρι του δόλου,

της σκουπίζει γρήγορα – γρήγορα

τα ρυτιδιασμένα της δάκρυα

απ᾽ το μαλαματένιο πρόσωπό της.

 

Κανείς, κανείς, να μην τολμήσει να μεταλάβει,

από το δισκοπότηρο του μοιρολογιού της!

 

Κανείς, κανείς, να μην τολμήσει να ξαναγεννηθεί,

από τη μήτρα της ευχής της!

 

Έτσι, για να

κολλάει χιλιάδες ένσημα ο­

σκόρος της εφάμαρτης

ασυνειδησίας και για να μην

εκθρονιστεί ποτέ απ᾽ το παλάτι της,

η βιρτουόζος διαδοχή της

καλογυμνασμένης μοχθηρίας.

 

Αυτής της γριάς – Μάνας οι

όργητες, θα ξορκίσουν το κακό και

το στόμα της θα δαγκάσει τελικώς

το μακρύ χέρι του δόλου.

 

Ξεχάστε εμένα και τον πράσινο

πίνακα που βλέπετε μπροστά σας.

Ο πίνακάς μας για σήμερα η

ελληνική Ψυχή και δασκάλα σας

η γριά – Μάνα της νέας πατρίδας.

 

Νά ᾽ τη!

Την βλέπετε ;

Έρχεται!

 

Αυτήν έπρεπε να περιμένουμε κι όχι

τους Βαρβάρους. Κοιτάχτε την τί κάνει!

 

Για κιμωλία παίρνει την ευφραδέστατη

μνήμη. Μ᾽ αυτήν, μπορεί να γράφει

ατελείωτα στον πίνακά της. Δεν της

στερεύει ποτέ. Γράφει, επίσης,

σε όλα τα χρώματα.

 

Βλέπετε παιδιά μου τί σας ζωγραφίζει ;

Στον πίνακα της ελληνικής Ψυχής

η γριά – Μάνα της νέας πατρίδας, σχεδιάζει τις

αιματόβρεχτες γεώσφαιρες τοῦ Μαραθώνα,

της Σαλαμίνας, των Θερμοπυλών,

καθώς και τις φιγούρες των ιερολοχιτών,

του Μιλτιάδη, του Θεμιστοκλή, του Λεωνίδα,

του Επαμεινώνδα, τού Μεγαλἐξανδρου.

 

Ακούτε παιδιά μου τί σάς λέει

η δασκάλα σας, η γριά – Μάνα της

νέας πατρίδας ;

 

Να τί σας λέει :

Στην Ψυχή η

στρατηγική και η αρένα των

μαχών. Στην Ψυχή οι άτεγκτες

συγκρούσεις. Στην Ψυχή οι

μελανείμονες ήττες και οι

λευχείμονες νίκες.

 

Στην Ψυχή κοχλάζει τού  ἴτε

παῖδες Ἑλλήνων ο ανοξείδωτος

αντίλαλος και φτερουγίζει το μολν

λαβ η φλογισμένη Ηχώ.

 

Στην Ψυχή λυσσομανάει τού άλω

πόλις η μαυροφορεμένη κραυγή.

 

Στην Ψυχή ο­ Εφιάλτης.

Στην Ψυχή και το Έπος.

 

Όταν ανασταίνεται μια Ψυχή

ΠΟΤΕ ΠΟΤΕ παιδιά μου

μην πιστέψετε πως το Ηλιοβασίλεμα

μπορεί να νιώθει ότι ξοδεύεται.

 

Όταν ανασταίνεται μια Ψυχή

ΠΟΤΕ ΠΟΤΕ παιδιά μου

μην πιστέψετε πως

οι Βάρβαροι μπορούν να

νιώθουν σίγουροι.

 

Αφήστε άγραφο, ό­λον τον πίνακα.

Μελετήστε ό­,τι σας έγραψα.

Το σφουγγάρι της συνείδησής σας,

μόνο τον Εφιάλτη να σβήσει.

 

Αυτόν μηδίστε!

Κανέναν άλλον.

 

Αυτόν!

 

Καθώς και την προαίρεση τού

μηδίζειν!

 

Παιδιά μου,

Ψυχές μου,

μή μηδίστε.

 

Μεγάβαζε μυριο-υπόστατε και

μυριοαναστημένε!

 

Οι Βάρβαροι,

προς απογοήτευσή σου, 

Ποτέ,

δε θα καταφέρουν

να είναι λύση,

τελικά!

 

Όσο και να σας περιμένουν κάποιοι.

 

 

Δ Ι Α Λ Ε Ι Μ Μ Α.

 

Στην Ψυχή!

Στην Ιστορία!

Στην Ελπίδα!

 

Ποτέ !

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Εύγε… δεν ξοδεύονται τα ηλιοβασιλεματα των αναστημενων ψυχών….

    ένα έργο γεμάτο μηνύματα , μάθημα ιστορίας ελπίδας ψυχής.

    Γιατί οι βάρβαροι δεν ήσαν ποτέ….μια κάποια λυσις !!!

    Απάντηση
  2. Παναγιώτης Σκοπετέας

    Γιατί οι βάρβαροι δεν ήσαν ποτέ….μια κάποια λυσις !!!

    Χαίρομαι ιδιαίτερα
    που διεπίστωσες
    την επικοινωνία
    μ᾽ εκείνο το ποίημα,
    το οποίο εμπεριέχει κι αυτό
    μέσα του τούς Βαρβάρους …
    ιδωμένους προφανώς από
    άλλη οπτική γωνία!

    Μάχη, σ᾽ ευχαριστώ!

    Ποτέ δεν ξεχνάς …

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!