Αποκοιμήθηκα... Έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες και κράτησα με λαχτάρα το κουτάκι των ονείρων μου. Το τράβηξα βίαια απ' το παρελθόν μου, άνοιξα την πόρτα και έκανα δυο βήματα λυτρωτικά.
Ήταν η αρχή. Περπάτησα σε λασπωμένους δρόμους. Εδώ κι εκεί συνάντησα σκόρπιες ελπίδες. Έσκυψα και τις μάζεψα. Τις κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου και προχωρούσα. Αγκάθια μού τρυπούσαν τα πόδια, μα δεν πονούσα, πιο πολύ πονούσε η ψυχή. Ξαφνικά τείχος υψώθηκε μπροστά μου, αδιέξοδο, σκοτάδι, το σκοτάδι της νύχτας. Κοντοστάθηκα.
Πού να πάω; Να γυρίσω πίσω ή να συνεχίσω να περπατάω στο σκοτάδι;
Το φοβάμαι το σκοτάδι. Θέλω να γείρω δίπλα στο φως, να ξαποστάσω. Να ξεχάσω τις τυλιγμένες σκιές στην παγωμένη ομίχλη, φονιάδες στο σκοτάδι της νύχτας.
Μια στάλα μόνο έμεινε στο κουτάκι των ονείρων μου, μια στάλα ψυχή σκελετωμένη να ουρλιάζει. Μη γυρίσεις πίσω στα φαντάσματα της πολιτείας. Εκεί ο κόσμος είναι ταραγμένος, τα πρόσωπα παγωμένα, τα βλέμματα άδεια, νυχτωμένη η ψυχή του.
Μη φοβάσαι τα σκοτάδια της νύχτας. Θα 'χεις τ' αστέρια συντροφιά, δεν κοιμούνται ποτέ. Εκεί ανήκεις.
Τα σκοτάδι της μέρας να φοβάσαι. Να δραπετεύεις. Εκεί έχει πάντα νύχτα.
Την κοίταζα αποκαμωμένη. Στο τέλος ακολούθησα τις προτροπές της. Έτρεξα και χάθηκα στη σκιά της νύχτας.
Τραντάχτηκα. Όνειρο ήταν... Αποκοιμήθηκα.

 

_

γράφει η Ελένη Φλεμετάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!