Select Page

Βόρειο Σέλας, της Τζένιφερ Ντόνελυ

Εκπληκτικό, ατμοσφαιρικό, καλογραμμένο, δεν έχω λόγια να το περιγράψω. Και παρόλες τις 498 σελίδες δεν το χορταίνεις, θες να διαβάσεις κι άλλο, να το κρατήσεις λίγο ακόμα, να ταξιδέψεις κι άλλο μαζί του. Με μοναδικό και υπέροχο τρόπο η συγγραφέας φτιάχνει την ατμόσφαιρα στο Ίνλετ, μιας φτωχικής τοποθεσίας κοντά στη Νέα Υόρκη, το 1906. Διαβάστε το και ταξιδέψτε μαζί του σε μια εποχή και ένα μέρος όπου όλα ήταν δύσκολα, οι άντρες ήταν μεροκαματιάρηδες αγρότες και ξυλοκόποι και οι γυναίκες απλώς νοικοκυρές: άρμεγαν, ζύμωναν, καθάριζαν, μαγείρευαν, λίχνιζαν, άλεθαν, τρυγούσαν, φύτευαν, μεγάλωναν παιδιά και φυσικά ούτε λόγος για σχολείο και διάβασμα πέραν των στοιχειωδών.

Η Μάτι Γκόουκι είναι 16 ετών και φροντίζει μόνη της τις τρεις αδερφές της και τον πατέρα τους. Ο αδερφός τους τους παράτησε μετά από καβγά με τον πατέρα του και η μητέρα πέθανε από καρκίνο. Η Μάτι είναι έξυπνη, διεισδυτική, υπεύθυνη και πολύ καλή συγγραφέας. Μεγαλώνει με μια απέραντη αγάπη για τα βιβλία, της κάνει παρέα η Τζέιν Ώστιν, η Λουίζα Μέι Άλκοτ, ο Ντίκενς, ο Τουέιν και τόσοι άλλοι. Η δασκάλα της είναι ευχαριστημένη με την πρόοδό της και της συστήνει να δώσει εξετάσεις και να σπουδάσει στη Νέα Υόρκη. Φυσικά ο πατέρας έχει έντονες αντιρρήσεις. Μια αναποδιά τον αναγκάζει να δεχτεί η Μάτι να δουλέψει καμαριέρα στο κοντινό ξενοδοχείο Γκλένμορ κι έτσι η Μάτι αρχίζει να μαζεύει χρήματα για να υλοποιήσει το όνειρό της.

Στο ξενοδοχείο καταλύει η Γκρέις Μπράουν με τον φίλο της, “Καρλ Γκραμ”, της οποίας το πτώμα το βρίσκουν στη λίμνη μια μέρα αφού η Γκρέις εμπιστεύτηκε την αλληλογραφία της με τον “Καρλ” στη Μάτι για να κάψει τα χαρτιά. Έτσι, στο μυθιστόρημα, παράλληλα με τη ζωή και την καθημερινότητα της Μάτι, έχουμε και τις επιστολές της Γκρέις που μας οδηγούν σιγά σιγά να ανακαλύψουμε ποιος είναι ο μυστηριώδης “Καρλ Γκραμ” και τι πραγματικά συνέβη τη μοιραία μέρα που βγήκαν για βαρκάδα.

Η Μάτι είναι ερωτευμένη με το ψηλόλιγνο αγόρι και γείτονά της, Ρόγιαλ Λούμις, τα αισθήματά της όμως αλλάζουν όταν ανακαλύπτει ότι ο πατέρας του Λούμις έβγαλε σε πλειστηριασμό το κτήμα όπου ζούσε μια φτωχή γυναίκα με έξι ανήλικα παιδιά, την οποία επιπλέον εκβίαζε σεξουαλικά! Θα υποκύψει στην αγάπη ή θα επαναστατήσει; Θα ακολουθήσει την καρδιά της ή ο ρεαλισμός και οι δύσκολες απαιτήσεις της ζωής θα έχουν τον πρώτο λόγο; Στενός φίλος της Μάτι είναι ο έγχρωμος Γουίβερ, που δεν ανέχεται τον παραμικρό χλευασμό για το χρώμα του κι αυτό θα του στοιχίσει μια οικογενειακή τραγωδία και θα του στερήσει ένα εξίσου με της Μάτι μεγάλο όνειρο.

Το κείμενο τρέχει, τα κεφάλαια είναι μικρά, κάθε μέρα που μας περιγράφει η Μάτι αντιστοιχεί και σε μια λέξη που διαλέγει τυχαία από το λεξικό της μητέρας της, μια λέξη που την ερμηνεύει σωστά και αποζητά να την εφαρμόσει και στην καθημερινότητά της. Εικόνες, πράξεις, συναισθήματα, χαρακτήρες που θα σας συγκινήσουν και θα σας παρασύρουν. Όταν το ένα δολάριο είχε τεράστια αξία, όταν το δύσκολο τρίμηνο πριν την άνοιξη, που όλες οι προμήθειες είχαν σωθεί και το χώμα δεν μπορούσε να καρπίσει ακόμη, αγωνίζεσαι να επιβιώσεις και να μην πεθάνεις από την πείνα, όταν το βούτυρο που παρήγαγες είχε αξία για τα τοπικά ξενοδοχεία, όταν ο τοπικός προμηθευτής ερχόταν με βάρκα και το όνειρο κάθε παιδιού ήταν να περισσέψει ένα σεντ για μια καραμέλα, όταν η ξυλεία και η περισυλλογή κορμών μέσω του ποταμού ήταν μια δουλειά ριψοκίνδυνη, όταν το σιρόπι μύρτιλλου ήταν το μόνο γλύκισμα για μια οικογένεια, όταν τα όνειρα είχαν δικαίωμα να ριζώσουν στις καρδιές των μικρών παιδιών, τότε μόνο η Τζένιφερ Ντόνελι θα μπορούσε να δώσει λέξεις και ουσία και υπόσταση σε όλα αυτά.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Η Άμπι μας είναι σαν φουστάνι που το έπλυνες και το κρέμασες να στεγνώσει το μέσα έξω, χωρίς να φαίνονται τα χρώματά του. Η Λου μας είναι ακριβώς το ανάποδο” (σελ. 24).

“Κοίταξα τα χέρια μου -κόκκινα, σκασμένα, χέρια γριάς- και είδα τι με περίμενε: ένα ολόκληρο καλοκαίρι όλο σκληρή δουλειά, απλήρωτη. Να μαγειρεύω, να καθαρίζω, να πλένω, να μπαλώνω, να ταΐζω κοτόπουλα και γουρούνια, ν’ αρμέγω γελάδες, να χτυπάω βούτυρο, να φτιάχνω σαπούνι, να οργώνω, να φυτεύω, να τσαπίζω, να ξεβοτανίζω, να θερίζω, να λιχνίζω, να ραβδίζω- να κάνω όλα εκείνα που πέφτουν στις πλάτες της μεγαλύτερης σε μια οικογένεια με τέσσερις κόρες, πεθαμένη μητέρα, κι έναν αδελφό που μας κατούρησε και πήγε βαρκάρης στη Διώρυγα Ίρι κι αρνείται να γυρίσει να δουλέψει στο κτήμα, όπου είναι η θέση του” (σελ. 41).

“Μερικές φορές οι πελάτες αφήνουν πράγματα πίσω τους. Ένα μπουκάλι άρωμα. Ένα τσαλακωμένο μαντίλι. Ένα μαργαριταρένιο κουμπί που κόπηκε και κύλησε κάτω από κάποιο κρεβάτι. Άλλοτε πάλι, αφήνουν άλλου είδους πράγματα. Πράγματα αόρατα, που δε φαίνονται. Έναν αναστεναγμό πεσμένο σε μια γωνιά. Αναμνήσεις μπερδεμένες στις κουρτίνες. Ένα λυγμό να πεταρίζει σαν παγιδευμένο πουλάκι στο τζάμι. Εγώ τα νιώθω αυτά τα πράγματα. Πετιούνται, σέρνονται και ψιθυρίζουν” (σελ. 182).

“Και κάτι βαθιά μέσα μου μού έλεγε πως η Έμιλι Ντίκινσον δε θα είχε γράψει ούτε ένα ποίημα αν είχε δυο μωρά να ουρλιάζουν, ένα σύζυγο που να θέλει να της φυτέψει άλλο ένα, ένα σπιτικό να κουμαντάρει, ένα μποστάνι να φροντίσει, τρεις γελάδες ν’ αρμέξει, είκοσι κότες να ταΐσει και τέσσερις εργάτες να τους μαγειρέψει. Και τότε κατάλαβα γιατί δεν είχαν παντρευτεί η Έμιλι, η Τζέιν και η Λουίζα. Το κατάλαβα και τρόμαξα. Κατάλαβα επίσης τι θα πει να νιώθεις μοναξιά, κι εγώ δεν ήθελα να είμαι μόνη σ’ όλη μου τη ζωή. Δεν ήθελα ν’ απαρνηθώ τις λέξεις μου. Δεν ήθελα να πρέπει να διαλέξω. Ο Μαρκ Τουέιν δεν υποχρεώθηκε να το κάνει. Ούτε ο Κάρολος Ντίκενς. Ούτε καν ο Τζον Μίλτον, μολονότι αν το είχε κάνει δε θα γινόταν δύσκολη η ζωή γενεών και γενεών μαθητών” (σελ. 361).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!