_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Πριν από δύο χρόνια, η Τζίνα Καλογήρου προχώρησε σε μία διάλεξη σχετικά με τον ερωτισμό που εγγράφεται στην ποιητική του Γιάννη Ρίτσου, εστιάζοντας στην ποιητική συλλογή (1981) που φέρει τον τίτλο ‘Τα Ερωτικά,’[1] συλλογή που δύναται να αποτελέσει, εάν είναι δόκιμος ο όρος, μία ποιητική συμπύκνωση των ερωτικών νοημάτων του ποιητή, όπως είχαν καταγραφεί και σε προηγούμενες ποιητικές του συλλογές.

 Η ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ το ‘Γυμνό Σώμα’ και ο ‘Σάρκινος Λόγος’ [2]συνθέτουν το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Γιάννη Ρίτσου, το ‘πνεύμα’ της οποίας απαντάται στο μη-υπαινικτικό και στην αντίστοιχη ‘επικαρπία’ που δύναται να προσφέρει ο έρωτας ως ένωση και περαιτέρω ως ένωση δύο σωμάτων, στις περισσότερες από μία διαδρομές της λέξης που καταλήγουν στο ανθρώπινο σώμα δεικνύοντας προς την περιεχομενικότητα μίας πράξης που δύναται να επι-τελεσθεί την στιγμή όπου το σώμα συναντάται με το ‘σώμα’ του ποιήματος, προσιδιάζοντας προς την εμπρόθετη συγκρότηση μίας διττής διάστασης που συμπεριλαμβάνει, ακόμη και όχι ισομερώς, αφενός μεν την διάσταση της έγκλησης του υποκειμένου ακόμη και εν τη απουσία του,[3] και, αφετέρου δε, το μοτίβο μίας ιδιαίτερου τύπου πρόσληψης του ερωτικού στοιχείου υπό το πρίσμα ενός ‘κυνηγιού’ που όμως δεν προβλέπει κάποιο ‘τρόπαιο,’ ούτε την αναπαράσταση του υπό το κλασικό σχήμα ‘κυνηγού-θηράματος.

Αντιθέτως, στο ποιητικό ‘πράττειν’ του Γιάννη Ρίτσου,[4] η διασφάλιση και η παράλληλη επι-τέλεση της ερωτικής συνουσίας συμβάλλουν σε μία ανα-νοηματοδότηση του γίγνεσθαι,  σε μία σύγκλιση παράλληλων τροχιών που καθιστούν ορατή την προβολή του έρωτα και του ερωτικού ως κάθε φορά δι-ιστορικού πλαισίου, αντίστοιχο του οποίου, εντός των σημάνσεων της Ριτσικής ποιητικής, είναι το επαναστατικό συμβάν[5] ως τομή επανασύνδεσης του ανθρώπινου με τον εαυτό του.

 «Το ποίημα α το ποίημα-έλεγε- μια συνουσία αέναη σημεία στίξης τίποτα τελεία καμιά μοσκοβολιά της γης κοπριά και λεμονάνθι και σπέρμα ή αξίνα και το φτυάρι πάνω στο μάρμαρο διπλή δουλειά άλλο μη λες ο έρωτας ένας».[6]

 Ο έρωτας[7] συνιστά σημείο που δεν ‘διασπάται’ (ο «έρωτας ένας»[8] αποφαίνεται χαρακτηριστικά ο ποιητής, ένας για ‘πολλούς’), παρά ‘ενσαρκώνεται’ στο χώρο και στη διάρκεια της πράξης, προσδιορίζει την έλλειψη ενός σταθερού σημείου (εδώ η ‘κοπριά’ δεν φέρει αρνητικές σημάνσεις), και την ‘μη-παρηγορία, εκφραζόμενος ως ίδια δημιουργία που δύναται να αποδώσει την δική του ‘τάξη’ και τον δικό του ‘κανόνα’ στο ‘χάος’ (ας θυμηθούμε τον έρωτα του ‘Ερωτόκριτου’ και της ‘Αρετούσας’),[9] συγκλίνοντας με την ποίηση και με τον ποιητικό λόγο πάνω στο ίδιο το διακύβευμα της παραγωγής ‘θαυμάτων’.

Όσο το ποίημα αποτελεί, ‘φορτισμένα’ και μη, μία ‘αέναη συνουσία’ που δεν έχει επί του προκειμένου σημείο και ‘σημεία στίξης,’ τότε και το ερωτικό συμβάν κατά τον όρο που χρησιμοποιεί ο Γάλλος φιλόσοφος Alain Badiou,[10]  πρωταρχικά βιώνεται και ύστερα ‘εικονοποιείται’ ποιητικά, δίνει χώρο στο ‘ανείπωτο’ που εκ-διπλώνεται πάνω στην ‘ασυμμετρία’ του σώματος και των σωμάτων, αφήνοντας ανοιχτό κάθε φορά και ένα ‘παράθυρο’ στην ιστορία,[11] καθότι ο έρωτας ‘εξατομικεύει’ στάσεις.

Δεν χρειάζεται κάθε φορά η χαρούμενη διάθεση για την πραγματοποίηση του έρωτα, διότι ο έρωτας για να προσλάβει το ‘πλήρες νόημα του’ (ο “έρωτας ένας”) εκφράζεται και στο απροϋπόθετο. «Έσμιξαν τα χείλη τις γλώσσες, το σάλιο τους το σάλιο τους έπηξε έτσι έπλασαν ένα θεό μικρές μαργαρίτες στο τρίχωμα του στήθους του ένα ψωμί στα γόνατα του κι ο διαβήτης καρφωμένος στο κέντρο του χάρτη-ο κόσμος είναι κύκλος».[12]

Ενώ στην ποιητική συλλογή ‘Τέταρτη Διάσταση’ ένα χρησιμοποιούμενο, από τον ποιητή, μοτίβο, αποτελεί η διάστικτη θεατρικότητα ορατή στην υπαινισσόμενη και μη, κινησιολογία των υποκειμένων που δρουν και ομιλούν για ένα γίγνεσθαι που μεταβάλλεται δίχως να τους ‘ταιριάζει,’ στα ‘Ερωτικά,’[13] αναδεικνύεται το υπόδειγμα της ‘σωματικότητας,’ που δύναται να είναι ένα ανθρώπινο σώμα όσο και το σώμα ενός αγάλματος (βλέπε και την ποιητική συλλογή του Ευάγγελου Χρόνη ‘Τα Αγάλματα και οι Ψυχές’),[14] σώμα απτό, ακόμη και προάγγελος του ‘θείου’,  πεδίο ΄όπου η μνήμη εξελίσσεται ως ‘’ζωντανή αφηγηματική διαδικασία,’’ κατά την διαπίστωση του Νίκου Κουρμούλη, με το ‘’σάλιο’’ (‘ζωτικό’ όσο το φιλί), να δύναται να απο-καλύψει μία ‘αλήθεια’ που συντίθεται από την πράξη, την έννοια του σώματος που ως ‘κόσμος’ δεν κάνει, αλλά ‘είναι κύκλος.’

 Από την ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον’ η Ριτσική ποιητική γραφή μεταβαίνει στο ‘Γυμνό Σώμα,’ εκεί όπου η γλώσσα σπεύδει να νοηματοδοτήσει τον αντίκτυπο της απουσίας, δομώντας μία οντολογία που δεν ‘κυνηγά την σκιά’ της, όσο σημαίνει την απουσία του ‘άλλου’ ως θεμέλιο λίθο της ύπαρξης, με τον χώρο και τον χρόνο να συναιρούνται. «Ένα άστρο έκαψε το σπίτι μου. Οι νύχτες με στενεύουν στην απουσία σου. Σε αναπνέω. Η γλώσσα μου στο στόμα σου, η γλώσσα σου στο στόμα μου- σκοτεινό δάσος· οι ξυλοκόποι χάθηκαν και τα πουλιά. Όπου βρίσκεσαι υπάρχω. Τα χείλη μου περιτρέχουν  το αυτί σου».[15]

 Ο έρωτας[16] δια-τρέχει τις συστηματικές αντιφάσεις, ομνύει σε μία δυνατότητα που παραγάγει τον ‘άλλον,’ (‘πως θα συναντηθούμε;’ μοιάζει να αναρωτιέται ο Γιάννης Ρίτσος), δίνοντας τον πρώτο λόγο σε ό,τι συγκροτεί και φέρει η απουσία όχι εκτός, αλλά εντός νύχτας: την ζωή και την εξύψωση της, ήτοι το σχεδόν συμπερασματικό ‘Σε αναπνέω.’

Η ποίηση ως «ομολογία αντινομιών»,[17] σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του ποιητή, διευρύνει τα όρια έως του σημείου όπου ο έρωτας δεν αρθρώνεται παρά σωματικά, προσλαμβάνοντας έναν ‘λόγο ύπαρξης’ διάστικτο από έναν έντονο ‘ηδονισμό’ που εναλλάσσει μεταξύ λέξης-σιωπής και σπέρματος, όντας πριν από όλα, ‘παρόν’: «Ηδονή-πέρα απ’ τη γέννηση, πέρα απ’ το θάνατο· τελικό κ’ αιώνιο παρόν».[18]

 Όσο ο έρωτας σπεύδει να ονομάσει ένα σημείο, άλλο τόσο νοηματοδοτεί την συνθήκη του ‘μύθου’ όπως τονίζει στην ανάλυση της η Τζίνα Καλογήρου. «Η γυναίκα (σ.σ: στα ‘Ερωτικά’), εμφανίζεται τόσο ως παρουσία πολύμορφη, αινιγματική, όσο και βαθιά αισθησιακή. Παίρνοντας άλλοτε τη μορφή της ανώνυμης Αγαπημένης, άλλοτε της Πηνελόπης ή της «σάρκινης Διοτίμας», συνδέεται με έναν ακαταμάχητα προκλητικό ερωτισμό που καταλύει τις κοινωνικές συμβατικότητες»,[19] προβάλλοντας, ιστορικά, αισθητικά, μορφολογικά, το σώμα,[20] αναφέροντας, ανεστραμμένα,[21] ‘Εν αρχή ην το σώμα του ‘άλλου,’ πεδίο σπερματικής γέννησης και κατάλυσης του ‘αναγκαίου.  «Νέφος το ποίημα, μπορεί και φως,- σώμα δεν έχει. Στο σώμα σου υπάρχω».[22]

Ο έρωτας δύναται να εφεύρει μία ιδιαίτερη ‘κατάσταση ανάγκης’ εντός της οποίας ευρίσκονται υποκείμενα που διατρανώνουν την ‘αξία’ του σώματος το οποίο και δηλώνει την ‘ταυτότητα’ του: πάνω στην ερωτική έγκληση δομείται το ‘Είμαι’ που πριν από οτιδήποτε άλλο, προτάσσει το αίμα ως ‘τελειωτική σφραγίδα.’ «Με το κόκκινο του αίματος είμαι. Είμαι για σένα».[23]

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, ‘ Τα «Ερωτικά» του Ρίτσου, αντικείμενο διάλεξης στο αμφιθέατρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου,’ Εφημερίδα ‘Real News,’ 09/02/2017, https://www.real.gr/archive_life/arthro/ta_erotika_tou_ritsou_antikeimeno_dialeksis_sto_amfitheatro_tou_ethnikou_arxaiologikou_mouseiou-13805/.

[2] Αυτή καθαυτή η ποιητική συλλογή, ομνύει στον έρωτα ως τομή και ως πλαισίωση ‘εξημέρωσης’ της ‘αγριότητας’ του κόσμου, σημαίνοντας, ποιητικώ τω τρόπω, εκ νέου την έννοια, όχι της συλλογικής, αλλά της από κοινού θέασης του γίγνεσθαι που ενέχει χρώμα. «Το λιόγερμα έλαμψε στον ώμο ενός πουλιού. Μαζί τοδαμε. Χαμογελάσαμε. Το χέρι σου βρέθηκε μέσα στο χέρι μου. Το σπίτι όπου ζήσαμε με ακολουθεί. Όμως δεξιά του δρόμου είδα ένα δάσος μωβ και χρυσό. Κ’ η θλίψη που δεν το τοδες. Αντίκρυ στην τζαμόπορτα το βουνό χιονισμένο». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Γυμνό σώμα,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1981, σελ. 95. Το πρόσημου του χαμόγελου ως δείκτης ανθρώπινης εν-συναίσθησης («χαμογελάσαμε»), παρουσιάζεται και στην ποιητική συλλογή ‘Καπνισμένο Τσουκάλι,’ κάτω από δύσκολες συνθήκες («αυτό το χαμόγελο και αυτόν τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν»/ «Χαμογελάμε»), προβάλλοντας τις συνδηλώσεις της ‘κατάφασης’ στον κόσμο.

[3] Η απουσία του συντρόφου  που αναπαραγάγει και μεγεθύνει το ερωτικό στοιχείο, τονίζεται διαμέσου της χρήσης λέξεων που εκφράζουν ακριβώς το αίσθημα του ‘μη-κορεσμού’, σχηματοποιούνται στην ποιητική συλλογή ‘Γυμνό Σώμα,’ ανα-πλαισιώνοντας την ύπαρξη που δεν υπάρχει δίχως τον ‘άλλον,’ ακόμη και εν τη απουσία του: «Σε πεινάω» (άμεση ερωτική έγκληση), «σε διψάω», και «υπάρχω» εν τη απουσία σου.

[4]Ενέχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει την ερωτική σφαίρα και την ερωτική πράξη ο Λαρισαίος ποιητής Γιάννης Ζαραμπούκας, στην ποιητική γλώσσα του οποίου υπεισέρχεται η παράμετρος της ‘απο-λύτρωσης’ που είναι ακριβώς το συμβάν της ερωτικής πράξης ιδωμένη λυρικά, ως ‘κατάσβεση’ μίας ‘δίψας’ που επιμένει, το πλέγμα ενός μη-κατηγοριοποιήσιμου ‘ερεθισμού’ που ‘ενσαρκώνεται’ στο σώμα και δη στη «σκληρή ρώγα», ανασύροντας στην επιφάνεια έναν απερίσταλτο ερωτισμό που εκ-φεύγει από τις επιστρώσεις της ιστορίας, λαμβάνοντας την μορφή της διείσδυσης που εδώ αναπαρίσταται φυσικά:  «Τόξο τεντωμένο το άντυτο κορμί σου, έρμαιο της άκρατης ηδονιστικής ανάγκης, εγκλωβισμένο στην υγρή φυλακή ενός ξέστρωτου κρεβατιού, καρτερά… Τα εβένινα μαλλιά σου, τα κεντημένα νύχτα και στολισμένα φλούδες ασημιάς σελήνης θωπεύουν ερωτικά τον κρυστάλλινο λαιμό σου. Αψιές στάλες ιδρώτα κυλούν καυτές εξαγνίζοντας τον πόθο που κούρνιασε στις σκληρές σου ρώγες. Κι εγώ σάρκα διασταλμένη σε άυλα λευκά στοιχεία πεμπτουσιωμένα στον  αφρό, γίνομαι κύμα ορμητικό που’ ρχεται, να ποτίσει λύτρωση το διψασμένο σου κορμί». Και ο Γιάννης Ρίτσος αλλά και ο Γιάννης Ζαραμπούκας ομνύουν στο πλαίσιο ενός ερωτισμού, ενός σαρκικού ερωτισμού που δεν αναζητεί ‘καταφύγιο’ παρά στο σώμα. Βλέπε σχετικά, Ζαραμπούκας Γιάννης, ‘Ερωτικό,’ Ποιητική συλλογή ‘Το αναπόφευκτο της μοναξιάς,’ Εκδόσεις Πνοή, Αθήνα, 2018, σελ. 38.

[5] Ο έρωτα ως εγκάρσια διά-ρρηξη της απλής έως απλοϊκής ‘γεγονοτολογίας’ συνυφαίνεται ως ‘επανάσταση,’ με το επαναστατικό συμβάν που θεωρείται ως αξιο-θεμελίωση χρόνου, με το σώμα να δύναται να αναφέρει ονόματα που δια-κρατούν τον συμβολισμό του ‘συγκλονισμού.’

[6] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π.,, σελ. 15. Το υπόδειγμα της συνουσίας δεν εκ-λείπει ούτε ποιητικά αλλά ούτε και ερωτικά, εκεί όπου το ποίημα  ως «αέναη συνουσία», ως διαρκής «συνουσία», ανεστραμμένα δεικνύει και τον έρωτα ως ποίηση γεμάτη από μία ποικιλία κινήσεων που παραμένουν ‘χορευτικές,’ όπως χορευτής υπήρξε και ο ποιητής.

[7] Η αναπαράσταση του σώματος, και στη συλλογή ‘Σάρκινος λόγος,’ αναδεικνύει το απερίσταλτο του που εν προκειμένω ονομάζεται «απέραντο» (‘ασύνορο’) και «απερίγραπτο», ανοιχτό σε ένα ‘εσύ’ που δύναται να μετασχηματισθεί σε ένα ‘εμείς διαρκείας’ εντός ενός τελετουργικό χώρου (ό,τι είναι το μουσείο για τα αγάλματα, είναι και το κρεβάτι του δωματίου για τους εραστές), επανεπινοώντας την αρχή της αμοιβαιότητας που δεν παύει να αφήνει σημάδια, όπως και ο ίμερος που ‘ποθεί’ το ένα σώμα. «Το σώμα σου είναι απέραντο. Το σώμα σου απερίγραπτο. Και θέλω να το περιγράψω, να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου, να το χωρέσω και να με χωρέσει». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Σάρκινος Λόγος,’ Ποιητική συλλογή, ‘Τα Ερωτικά…ό.π.., σελ. 121.

[8] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π.,, σελ. 15. Ο έρωτας «ένας» και για αυτόν τον λόγο ‘μοναδικός’ στις σημάνσεις του.

[9] Μία συμπυκνωμένη θεώρηση του έρωτα μεταξύ του ‘Ερωτόκριτου’ και της ‘Αρετούσας’ υπό την μορφή κόμικ, δίχως να εκ-λείπει ο πόθος της ερωτικής ένωσης, προσφέρουν οι Γιώργος Γούσης, Γιάννης Ράγκος και Δημοσθένης Παπαμάρκος, μη-ανασκευάζοντας τον βασικό κορμό ή αλλιώς ‘σκελετό’ της γνωστής ιστορίας του Βιτσέντζου Κορνάρου αλλά δίδοντας της εικόνα. Βλέπε σχετικά, Γούσης Γιώργος, Ράγκος Γιάννης & Παπαμάρκος Δημοσθένης, ‘Ερωτόκριτος,’ Εκδόσεις Polaris, Αθήνα, 2016.

[10] Βλέπε σχετικά, Badiou Alain & Truong Nicolas, ‘Εγκώμιο για τον Έρωτα,’ Μετάφραση: Σιάτιτσας Φώτης-Βεργέτης Δημήτρης, Επιμέλεια: Βεργέτης Δημήτρης, Εκδόσεις Αλητεία, Αθήνα, 2013. Ο Γάλλος φιλόσοφος, αμφισβητώντας στερεοτυπικές προσεγγίσεις περί έρωτος στην πράξη και στην ιστορία, του δίδει το περίγραμμα της ‘εμπιστοσύνης’ στην ‘τυχαιότητα,’ και στις προσδοκίες που δύναται να παραγάγει μία συνάντηση στο ‘κάπου’ και στο ‘κάποτε.’

[11] Εντός των συμφραζομένων της ποιητικής γραφής στον ‘Σάρκινο Λόγο,’ το ‘είσαι’ ακόμη και ως ‘κατοχή,’ δεν εκφράζεται παρά απόλυτα και μέσω μίας αλληλουχίας συν-λειτουργίας των αντιθέτων, σε ένα από τα πλέον έντονα και δυνατά αποσπάσματα ερωτικής ποίησης στην ελληνική γλώσσα που δεν απέχει ιδιαίτερα από την μετεξέλιξη της σε ‘ελεγεία’: «Είσαι η απόλυτη μνήμη. Είσαι το αράγιστο εύθραυστο. Χαράζει. Φραγκοσυκιές σαρκώδεις εκτινάσσονται απ’ τους βράχους. Ένας ρόδινος ήλιος ακινητεί πάνω απ’ τη θάλασσα της Μονοβάσιας». Η ‘εντοπιότητα’ σχετίζεται με την υποκειμενική δυνατότητα άρσης των ‘βεβαιοτήτων’ που δύναται να εκφρασθούν και να συμπεριληφθούν σημασιολογικά, εκεί όπου ο έρωτας αποκτά την πλέρια σημασία του. Συν-λειτουργία των αντιθέτων, σφαιρική εικόνα και αποδόμηση της σε μία μικρό σημείο του σώματος: «Είσαι» και όχι δύναται να ‘είσαι,’ το «αράγιστο εύθραυστο», η «απόλυτη μνήμη» που μεριμνά και για τον ‘άλλον.’

[12] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π., σελ. 32. Ο «κόσμος είναι κύκλος», (γενικά ομιλώντας, στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή ο ποιητής αποφαίνεται διαρκώς για πρόσωπα και για καταστάσεις), επισημαίνει η Ριτσική ποιητική (στάση ζωής), ανα-καλώντας, μέσω του επίδικου της ‘περιήγησης’ και της ‘επιστροφής’ σε ένα σημείο, αρχικό και μη, τους στίχους του Άλκη Αλκαίου από το άσμα ‘Ερωτικό’ (‘Με μια πιρόγα’): «Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις», κινούμενος και κινούμενη εντός ενός αστερισμού σημείων και μορφών.

[13] Τι δύναται να σημάνει ο έρωτας εάν όχι ‘άσκηση’ στο σώμα, γραφή επί των ποθητών σωμάτων; Γενικά, η Ριτσική ποίηση δεν διστάζει να αποδώσει το ερωτικό στοιχεία και τα ερωτικά-σαρκικά μοτίβα και με μία σχεδόν θεολογική διάσταση εκ-πλήρωσης: μία ‘αναμονή που αξίζει τον κόπο.’

[14] Στην ποιητική συλλογή ‘Τα Αγάλματα και ο Ψυχές,’ ο ποιητής Βαγγέλης Χρόνης δεν προβαίνει σε μία ‘σύλληψη’ του αγάλματος και των αγαλμάτων υπό τους επι-γενόμενους όρους του πιστού  ‘αντίγραφου’ αλλά νοηματοδοτεί μία συνθήκη όπου τα αγάλματα αποκτούν ή έχουν (η οντολογία του ‘έχειν’) ‘ενσώματη’ διάσταση και συμμετρικές ήγουν ‘εν-σώματες’ αναλογίες,’ αποτελώντας ‘σάρκα από την σάρκα’ της ανθρωπινότητας: δημιουργική πνοή, ύφος και μορφή μίας συγκεκριμένης τεχνοτροπίας, ‘θυσία’ και ιστορική αναφορά, όσο και αντανάκλαση των προσδοκιών του συγχρονικού υποκειμένου. Στην ποιητική θεώρηση του Βαγγέλη Χρόνη, το άγαλμα ‘ακούει.’ Βλέπε σχετικά, Χρόνης Βαγγέλης, ‘Τα Αγάλματα και οι Ψυχές,’ Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2016, με σχέδια του ζωγράφου Αλέκου Φασιανού.

[15] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Γυμνό σώμα,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π., σελ. 62.

[16] Η ερωτική έγκληση δεν δύναται να καταστεί παρά σαρκική-σπερματική, διατρέχοντας τα «χείλη του αγάλματος» κατ’ αναλογίαν με το ανθρώπινο σώμα και με τα ανθρώπινη χείλη, ορίζοντας εκ νέου την δημιουργία ή τον έρωτα ως ‘τέχνη’ και ως καθ’ ολοκληρίαν ηδονική πράξη. «Τα δάχτυλα στα χέρια τα δάχτυλα στα πόδια πέη ανάμεσα στα πέντε δάχτυλα τέσσερα αιδοία- είκοσι και δεκάξη- πριν προφτάσεις να κάνεις την άθροιση το σπέρμα σου τινάζεται στα χείλη του αγάλματος». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης,’ Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π., σελ. 22.

[17] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Ο Ζντάνωφ και οι γάτες της Αχμάτοβα,’ (Η αλληλογραφία Γιάννη Ρίτσου-Άρη Αλεξάνδρου-Καίτης Δρόσου), στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 173.

[18] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Τα Ερωτικά,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1981.

[19] Βλέπε σχετικά, ‘ Τα «Ερωτικά» του Ρίτσου, αντικείμενο διάλεξης στο αμφιθέατρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου…ό.π. Ο έρωτας επι-σφραγίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, την εμμένεια αντιμετώπισης του θανάτου και της  προσέγγισης της ‘αθανασίας’ και του μοτίβου ή του ιδεοτύπου της ‘ομορφιάς’ που εγγράφεται σε ένα σώμα γυμνό, που δεν δια-κρατεί ‘τίποτα’ παρά την ‘αλήθεια’ του, ή την δυνατότητα να μαρτυρήσει την ‘τέχνη’ της ‘αλήθειας.’

[20] Πρωταρχικά, ο έρωτας ονομάζει υποκείμενα και στιγμές, περικλείοντας μία αίσθηση του ‘κατεπείγοντος’ ωσάν άρνηση (‘δε’) εντός της οποίας ‘παύει η δράση, το εσύ και το εγώ,’ ως συνειδητότητα και αρχή της διαλεκτικής. «Αν δε σε ονομάσω δεν είσαι εσύ ούτε εγώ». Βλέπε σχετικά, , Ρίτσος Γιάννης, ‘, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π., σελ. 30.

[21] Είναι ενδεικτικό το ό,τι ο ποιητής τονίζει την ‘σωματικότητα’ που υποκρύπτει η κατάθεση της λέξης, που αποκτούν την ανθρώπινη ανατομία, την κυκλοφορία του νοήματος όπως η φλέβα συμβάλλει στην κυκλοφορία του αίματος,  την συναίσθηση και το βάρος της ιστορικής παρουσίας, προσεγγίζοντας το Εμπειρίκειο υπόδειγμα του «Πάρε τη λέξη μου. Δώσε μου το χέρι σου». «Κ’ οι λέξεις φλέβες είναι». Βλέπε σχετικά, , Ρίτσος Γιάννης, ‘, Ρίτσος Γιάννης, ‘Μικρή Σουίτα σε Κόκκινο Μείζον,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π., σελ. 11.

[22] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Γυμνό σώμα,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π., σελ. 94.

[23] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Γυμνό σώμα,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ερωτικά…ό.π. Το αίμα και το «κόκκινο του αίματος» αποτελεί χαρακτηριστικό μοτίβο της ποιητικότητας του Γιάννη Ρίτσου, σημαίνοντας την θυσία και τον θάνατο, την βία αλλά και την παραδοχή ό,τι το αίμα τείνει στην επιβεβαίωση ή και στην αξιο-θεμελίωση της ανθρώπινης συνθήκης. Στον έρωτα, το «κόκκινο του αίματος» επισφραγίζει, αναγνωρίζοντας την πρωταρχική δοτικότητα που δεν εκμηδενίζει, όσο αναπαράγει τον έρωτα ως σημείο ‘μη επιστροφής: «Με το κόκκινο του αίματος είμαι. Είμαι για σένα».