Select Page

Γιούργια

Γιούργια

 

 

«Πω πω», μουρμούρισε με δέος η Ελβίρα. «Είναι τεράστιο!»

Οι υπόλοιποι την κοίταξαν παραξενεμένοι. Μόλις είχαν στρίψει στη γωνία και κατηφόριζαν για το λιμάνι φορτωμένοι με σακίδια, υπνόσακους, ψάθες, βατραχοπέδιλα και τα απαραίτητα ακουστικά στ΄αυτιά – όλα όσα χρειάζεται δηλαδή μια παρέα δεκαοχτάχρονων (αγανακτισμένων από τις πανελλήνιες) παιδιών για να περάσει μερικές ξένοιαστες μέρες σε κάποιο κυκλαδονήσι. Α, και το κυριότερο – το tablet ανά χείρας, μπας και τους ξεφύγει τίποτε στην ερημική παραλία ή στο απόμερο ψαροχώρι που λογάριαζαν να στρατοπεδεύσουν!

«Ποιο καλέ;» τη ρώτησε ξαφνιασμένη η Σάντυ (“Κυριακούλα” δηλαδή αλλά ούτε που να το ακούσει!)

«Μα... το καράβι...» αποκρίθηκε η Ελβίρα, που είχε κοντοσταθεί και θαύμαζε το κατάλευκο σκαρί με την φαρδιά κόκκινη μπάντα στα πλευρά του.

«Σιγά το τεράστιο!», είπε κοροϊδευτικά ο Γρηγόρης. «Πού να δεις αυτό που μας πήγε πέρσι Πάτρα-Άγκόνα – σωστή πλεούμενη πολυκατοικία. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο βαπόρι!»

Η Ελβίρα μαζεύτηκε ζεματισμένη. Τι ήθελε και μίλαγε; Τώρα θα είχαν μια ακόμη αφορμή για να την πειράζουν, όπως κάθε φορά που έλεγε ή έκανε κάτι που θύμιζε ότι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σε άλλη χώρα, με άλλες παραστάσεις και εμπειρίες. Κι όσο κι αν ήταν φιλικά και καλοπροαίρετα τα πειράγματα, εκείνη χαλιόταν το ίδιο κάθε φορά -και νευρίαζε γι αυτό.

«Σιγά, ρε Μαγγελάνε!», μπήκε στη μέση η Αγγέλα να σώσει την κατάσταση. «Πήγες κι εσύ στην Ιταλία με τους γονέους (αν είναι δυνατόν!) και μας κάνεις τον θαλασσοπόρο! Το καράβι είναι τεράστιο, έχει δίκιο η Ελβίρα».

Εκείνη την κοίταξε μ’ ένα σιωπηλό «ευχαριστώ» στο βλέμμα, πήρε βαθιά ανάσα κι αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Άλλωστε, τι καλύτερο από το να σαρκάζεις ό ίδιος τον εαυτό σου, στερώντας έτσι κάθε επιχείρημα από τους άλλους.

«Και δεν σας είπα το καλύτερο -είναι η πρώτη φορά που θα ταξιδέψω με καράβι, μικρό ή μεγάλο!» είπε δήθεν αδιάφορα.

Γύρισαν όλοι και την κοίταξαν, στ’ αλήθεια ξαφνιασμένοι αυτή τη φορά.

«Σοβαρά μιλάς;» τη ρώτησε ο Μάκης.

«Σοβαρότατα!»

«Στ’ αλήθεια δεν έχεις ξαναμπεί σε πλοίο;» επέμεινε ο Γρηγόρης.

«Ναι, ρε μεγάλε, στ΄αλήθεια, γιατί σου κάνει εντύπωση; Εκεί που μεγάλωσα είχε τριγύρω βουνά, τη θάλασσα την είδα πρώτη φορά όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Την λάτρεψα με το που την αντίκρυσα αλλά η μάνα μου την τρέμει, ούτε ν’ ακούσει για ταξίδι με καράβι. Για μένα αυτή η εκδρομή είναι κάτι που τόθελα χρόνια, γι αυτό να μου κάνετε τη χάρη να με αφήσετε να την απολαύσω χωρίς εξυπναδούλες και κρύα αστειάκια, ΟΚ;»

Οι υπόλοιποι αντάλλαξαν άβολες ματιές . Την αγαπούσαν τη φίλη τους, ήταν μαζί από το γυμνάσιο, κι αυτό της το ξέσπασμα τους έκανε ξαφνικά να νοιώσουν τύψεις και ενοχές.

Την αμήχανη σιωπή έσπασε ο Αντώνης, ο μόνος που δεν είχε μιλήσει μέχρι στιγμής.

«Μάγκες, έχουν δίκιο τα κορίτσια, το καράβι είναι τεράστιο και μας περιμένει να πάμε να το καταλάβουμε! Τι λέτε; Έτοιμοι για τον Τιτανικό;»

«Γιούργιααα!!!», συμφώνησαν κι οι άλλοι αλαλάζοντας κι άρχισαν να κατηφορίζουν τρέχοντας προς το λιμάνι, με τα βατραχοπέδιλα και τις ψάθες να ανεμίζουν θριαμβευτικά!

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, ακριβέ μου φίλε Χριστόφορε! Μια δροσιά στον κάυσωνα το σχόλιό σου!

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Μια ιστορια ολο δροσια και νιατα.Μπραβο Βασω μου

    Απάντηση
    • Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

      Σ’ ευχαριστώ πολύ φίλε μου Ανώνυμε!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος