τοβιβλίο.net

Δήμητρα Ιωάννου: «Η κληρονόμος του ποταμού»

Δήμητρα Ιωάννου: «Η κληρονόμος του ποταμού» Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ – γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης – Πέμπτο μυθιστόρημα για τη Δήμητρα Ιωάννου, το «Η κληρονόμος του ποταμού», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινωνικό, μ’ έντονα στοιχεία αστυνομικής πλοκής και ψυχολογικού θρίλερ. Αναπλάθει εποχές, τόσο της αγροτικής Ελλάδας, όσο και […]

Δήμητρα Ιωάννου: «Η κληρονόμος του ποταμού»

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Πέμπτο μυθιστόρημα για τη Δήμητρα Ιωάννου, το «Η κληρονόμος του ποταμού», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.

Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινωνικό, μ’ έντονα στοιχεία αστυνομικής πλοκής και ψυχολογικού θρίλερ. Αναπλάθει εποχές, τόσο της αγροτικής Ελλάδας, όσο και της Αθήνας, δίνοντας γλαφυρές εικόνες τού κοινωνικού ιστού. Όμως, παράλληλα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως αστυνομικό, αλλά και ως ψυχολογικό θρίλερ.

Το βασικότερο που το χαρακτηρίζει είναι πως η μυθοπλασία του ‘‘ζυμώνεται’’ με στοιχεία από την ελληνική μυθολογία, τους θρύλους που επιζούν στη λαϊκή παράδοση, αλλά και το υπερφυσικό στοιχείο, όπως αυτό το συναντάμε στις ‘‘Παραλογές’’ τού δημοτικού τραγουδιού.

Η φαντασία τής συγγραφέως γίνεται χωνευτήρι κειμένων από την αρχαία ελληνική Γραμματεία, με κέντρο την περιοχή όπου εκβάλει ο Αχέροντας, το εμβληματικό ποτάμι τής Ηπείρου, το οποίο κατά την αρχαιότητα οδηγούσε τις ψυχές στον κάτω κόσμο. Το σημείο συνάντησης του Αχέροντα με τον Πυριφλεγέθοντα και τον Κωκυτό, λίγο πριν εκβάλει στο Ιόνιο, γίνεται το θέατρο της δράσης τών προσώπων, τη μοίρα των οποίων την οδηγεί η παρουσία μιας γυναίκας – ξωτικού, με το συμβολικό όνομα Λευκοθέα.

Η Λευκοθέα επιφορτίζεται με τον ρόλο τού από μηχανής θεού, άλλοτε τιμωρός και άλλοτε αρωγός, δίνοντας άλλη διάσταση στην εξέλιξη του μύθου.

Διαδραματίζεται σε δυο χρονικά επίπεδα: Στο «σήμερα» και στα όσα συνέβησαν εξήντα χρόνια πριν, τα οποία, καθώς ξεδιπλώνονται από τη συγγραφέα, δημιουργούν έναν ιστό μυστηρίου και παθών, με απόληξη μια δολοφονία, της οποίας το κίνητρο δεν θ’ αποκαλυφθεί παρά στις τελευταίες σελίδες τού βιβλίου, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει καθηλωμένος στα όσα θαυμαστά και περίεργα εξελίσσονται μέχρι την τελική λύτρωση.

Το «σήμερα», ως χώρο ανάπλασης δράσης έχει τόσο την Αθήνα, όσο και την περιοχή τής συνάντησης των τριών ποταμών. Η δολοφονία μιας ηλικιωμένης γυναίκας, με εντυπωσιακή επιχειρηματική πορεία, σταματά τους δείκτες τού ρολογιού και τους επανακκινεί, αφού γυρίζει τον χρονοδείκτη εξήντα χρόνια πριν.

Το σήμερα διαφέρει παρασάγγας από το τότε. Τα σαλόνια και η άνετη ζωή δίνουν τη θέση τους σε μια κοινωνία με προκαταλήψεις, με καθημερινές ενδοοικογενειακές βιαιότητες, με φτώχεια και μιζέρια. Εξήντα χρόνια πριν η χώρα ζούσε στην άγνοια, πάλευε με τους εφιάλτες της. Τα περισσότερα που αντιμετώπιζε ο άνθρωπος της υπαίθρου, τα ερμήνευε μέσα από τους λαϊκούς θρύλους. Η φυγή από τον τόπο των στερήσεων ήταν η ελπίδα για μια ζωή με αξιοπρέπεια.

Η γυναίκα, που δολοφονείται, έχει πίσω της μια ζωή περιπετειώδη με πολλές άγνωστες πτυχές. Η προσπάθεια της εγγονής της να πάρει απαντήσεις για το ποιος τελικά είναι ο δολοφόνος, φωτίζει αυτές τις πτυχές, μέσα από συνεχείς ανατροπές κι εκπλήξεις, οι οποίες συχνά θυμίζουν στον αναγνώστη ιστορίες από τον κύκλο ‘‘Παραλογές’’ τών δημοτικών τραγουδιών. Παράλληλα κατορθώνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του μέχρι την τελευταία σελίδα, έτσι ώστε η αναμενόμενη λύτρωση να δικαιώσει τους αναίτιους.

Τα δείγματα γραφής τής Δήμητρας Ιωάννου είναι ιδιαίτερα ισχυρά και δεν αναφέρομαι στο στήσιμο της μυθοπλασίας. Η φαντασία είναι χαρακτηριστικό των περισσότερων συγγραφέων. Ελάχιστοι την αρνούνται. Αναφέρομαι στη μαεστρία με την οποία κεντά τα αρχαία κείμενα και τους λαϊκούς θρύλους με την πραγματικότητα. Όπως επίσης πολύ θετικό είναι πως, τα πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιεί, δεν τα φορτώνει με χαρισματικές ιδιότητες, αλλά τα κρατά σε ένα επίπεδο οικείο με τον ρεαλισμό τής καθημερινότητας. Ο ιδιωτικός αστυνομικός δεν ξεχωρίζει για την υπερ-ικανότητά του, ούτε έχει συνήθειες που κινούνται στην ιδιαιτερότητα. Είναι πρακτικός, συνεπής, εργατικός.

Μακριά από το ακραίο, επίσης, κινούνται και τα άλλα πρόσωπα, είτε αυτά τα συναντάμε στην αρχή της ιστορίας, πριν πολλές δεκαετίες, είτε στον παρόντα χρόνο.

Ζήτησα από τη συγγραφέα – και δέχτηκε πρόθυμα – να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις, έτσι ώστε να υπάρχει και η δική της φωνή στο κείμενο αυτό.

Είναι η συνέντευξη που ακολουθεί:

 

– Πώς ξεκινά η ιδέα τής χρησιμοποίησης στοιχείων τής μυθολογίας, αλλά και της τοπικής λαϊκής παράδοσης στην επινόηση της μυθοπλασίας; Μου δώσατε την εντύπωση πως στο ‘‘εργαστήρι τού συγγραφέα’’ εκτός από τη φαντασία, υπήρξε η έρευνα σε κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας, σε καταγραφές λαϊκών θρύλων, σ’ εντυπώσεις από επιτόπιες επισκέψεις, αλλά και στη δημοσιογραφική επικαιρότητα της εποχής (Αθήνα τής δεκαετίας τού ’60).

«Έχετε απόλυτο δίκιο! Ένα ταξίδι στον Αχέροντα με συγκλόνισε και με έκανε να αφεθώ στη μαγεία τού ποταμού, στην υποβλητικότητα του τοπίου, στην ανυπέρβλητη ομορφιά τής πλούσιας χλωρίδας και πανίδας του. Έπειτα διάβασα για την ιστορία του και διερεύνησα τους μύθους και τους θρύλους που κρύβονται στα κρυστάλλινα νερά του. Ένα δύσκολο, αλλά πολύ γοητευτικό εγχείρημα ήταν η συγκέντρωση κειμένων αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων που αναφέρονται στον ποταμό. Έπρεπε να επιλεγούν και να ενταχθούν αρμονικά στην πλοκή, ώστε να αποτελέσουν τμήμα των γρίφων που οδηγούν τους πρωταγωνιστές στη λύση τού μυστηρίου τού θανάτου τής Ρόζας Παλαιολόγου. Μπορεί η όλη διαδικασία να ήταν χρονοβόρα, όμως έγινε με πολύ μεράκι και αγάπη και το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα με γέμισε χαρά».

 

– Αν η ζωή κάποιες φορές είναι μυθιστόρημα,  κατά πόσο ένα μυθιστόρημα απηχεί τον ρεαλισμό τής ζωής;

«Ο ρεαλισμός και η καθημερινότητα είναι στοιχεία τα οποία αναγνωρίζει ο καθένας μας, γιατί τα ζει και μπορεί πιο εύκολα να ταυτιστεί μαζί τους. Έτσι λοιπόν, πέρα από την ονειρική αύρα τού ποταμού που διαπνέει το βιβλίο, η ‘‘Κληρονόμος’’ διαθέτει ένα κομμάτι που πατά γερά στη σημερινή πραγματικότητα, με τον Χρήστο Βαράγκη και τη Λευκή Παλαιολόγου να κινούνται σε Αθήνα και Ήπειρο, προσπαθώντας να λύσουν το μυστήριο της δολοφονίας τής Ρόζας Παλαιολόγου». 

 

– Στο «Η κληρονόμος τού ποταμού», το κεντρικό πρόσωπο της μυθοπλασίας, η Λευκή, βρίσκεται στη δίνη παλιών ‘‘αμαρτιών’’, κληρονομώντας καταστάσεις για τις οποίες δεν ευθύνεται. Τελικά πληρώνουμε αμαρτίες γονέων; ‘Η μήπως κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως της Λευκής, προσφέρουν στέρεα βάση στον συγγραφέα, για να χτίσει ένα μυθιστόρημα.

«Η ανατροφή που δίνουν οι γονείς στα παιδιά, δομεί χαρακτήρες, ενθαρρύνει δυνατά σημεία και ταλέντα, αλλά από την άλλη προκαλεί και τραύματα. Στην τελευταία περίπτωση ο άνθρωπος, ενήλικος πλέον, οφείλει να πορευτεί με τα τραύματα και τις δυσκολίες που αυτά επιφέρουν στη ζωή του, τουλάχιστον μέχρι να τα επεξεργαστεί, να δουλέψει μαζί τους και να τα ξεπεράσει. Επίσης πολλές φορές έχει να διαχειριστεί συνέπειες αποφάσεων που οι έχουν πάρει οι πρόγονοι του, αλλά τώρα πια επηρεάζουν τη δική του ζωή. Έτσι, λοιπόν, μέσα από αυτό το πρίσμα, αρκετά συχνά τα παιδιά έχουν να παλέψουν, για να ταχτοποιήσουν καταστάσεις κληρονομημένες από τους προγόνους τους».

 

– Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ταυτιστήκατε ή αποστασιοποιηθήκατε από τους ήρωές σας; Τους οδηγήσατε εκεί που θέλατε ή σας οδήγησαν εκείνοι μέσα από τη βιωματικότητα της πλοκής;

«Επειδή δουλεύω πολύ την ιστορία στο μυαλό μου, προτού καταλήξω να καθίσω μπροστά στο πληκτρολόγιο, η αρχή, το τέλος και οι βασικοί πυλώνες τής πλοκής είναι προαποφασισμένοι σταθεροί και αμετακίνητοι. Συμβαίνει συχνά όμως κάποιοι ήρωες, με το που θα πάρουν την πρώτη τους ανάσα, ν’ αυτονομηθούν, ν’ αποκτήσουν δική τους βούληση και να προσθέσουν στο χαρακτήρα τους νέα στοιχεία, δράσεις και συμπεριφορές. Όταν συμβεί αυτό, το καλωσορίζω, τους ‘‘ακούω’’ και τους παρακολουθώ διακριτικά, παρεμβαίνοντας μόνο όταν υπάρχει ανάγκη να μην γίνει κάποια ουσιαστική απόκλιση από το σύνολο της ιστορίας».

 

– Ο παράγοντας αναγνώστης σάς ενδιέφερε κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ή είναι κάτι που το σκεφτήκατε αφού όλα τελείωσαν και το έργο είχε πάρει τον δρόμο τής έκδοσης;

«Αγαπώ πολύ τους αναγνώστες και τους αποκαλώ φίλους και συνοδοιπόρους στο μονοπάτι τής συγγραφής, ενώ η επαφή μαζί τους, μου δίνει δύναμη και κουράγιο να συνεχίζω. Εφόσον, πλέον, περπατάμε τις ιστορίες μου μαζί, σίγουρα είναι μεγάλη μου χαρά να χαίρονται αυτή τη διαδρομή. Παρόλα αυτά πιστεύω πως ο καθένας δημιουργός δε μπορεί να παρεκκλίνει και πολύ από τον εαυτό του. Γράφει ιστορίες που είναι συνεπείς με τη δική του ψυχολογία, πεποιθήσεις, και κοσμοθεωρία. Έτσι λοιπόν κι εγώ γράφω με τα εργαλεία που διαθέτω στο δικό μου ψυχικό οπλοστάσιο, ελπίζοντας πραγματικά ότι θα αγαπήσουν και οι φίλοι αναγνώστες τη νέα διαδρομή».

 

– Οι κοινωνικές συνθήκες τής εποχής και η ψυχολογία, είναι εμφανή στοιχεία ως εργαλεία τού έργου. Μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλα;

«Η έντονη χρήση τού συναισθήματος σε όλες του τις μορφές, όπως ο έρωτας, το μίσος, ο θυμός, η προδοσία, οι ίντριγκες, αλλά και η αγάπη. Πολλή αγάπη! Επίσης πέρα από τα λαογραφικά στοιχεία και την μελέτη τής Αθήνας τού ’60, που αναφέραμε πρωτύτερα, μπορούμε να προσθέσουμε την αστυνομική χροιά, που δίνει στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, η διαλεύκανση του φόνου τής Ρόζας Παλαιολόγου από την εγγονή της Λευκή και τον Χρήστο Βαράγκη. Τέλος η διάφανη μορφή τής Λευκοθέας που μοιάζει ζυμωμένη από τα νερά του Αχέροντα δίνει μια ονειρική νότα στο κείμενο, επειδή όμως όλοι οι αναγνώστες δε διαθέτουν την ίδια κοσμοθεωρία ή το ίδιο σύστημα αξιών, η παρουσία τής Λευκοθέας μπορεί να εξηγηθεί λογικά ή πιο υπερβατικά κι αυτό είναι καθαρά θέμα επιλογής του αναγνώστη».

 

– Εν τέλει, αν βγαίνει κάποιο ηθικό δίδαγμα, είναι ότι η αλήθεια εκδικείται. Όσο και να προσπαθούμε να την κρύψουμε, κάποια στιγμή βγαίνει στην επιφάνεια με άγνωστες συνέπειες. Ήταν στις προθέσεις σας;

«Γεγονός είναι, πως, θεωρώ ότι η αλήθεια πάντα έχει ένα τρόπο να έρχεται στην επιφάνεια. Δε μπορεί και δεν πρέπει να κρύβεται το φως. Είναι πολύ σημαντικό κάποια στιγμή να διαλύονται τα σκοτάδια, ο καθένας να εισπράττει αυτό που του αναλογεί, να επανέρχεται η περιπόθητη ισορροπία και να αποκαθίσταται η τάξη».

 

 Επινοήσατε να στήσετε μια μυθοπλασία που έχει στοιχεία από πολλών ειδών μυθιστορήματα. Το κοινωνικό μυθιστόρημα, το αστυνομικό μυθιστόρημα, το ψυχολογικό θρίλερ. Σκόπιμα ή τυχαίο το αποτέλεσμα;

«Μου αρέσει πολύ να γράφω μυθιστορήματα δομημένα από πολλά υλικά σε ισορροπία μεταξύ τους, ούτως ώστε να προσφέρουν ένα χορταστικό αναγνωστικό αποτέλεσμα. Το συναίσθημα, η ιστορία και η λαογραφία, οι κοινωνικές προεκτάσεις, η αστυνομική χροιά και το στοιχείο τού μυστηρίου, δόθηκαν σκόπιμα για την ολοκλήρωση της ιστορίας και για ένα ‘‘γεμάτο’’ αποτέλεσμα, που θα τέρψει τον αναγνώστη».

 

– Δίνετε την εντύπωση πως χρησιμοποιήσατε έντονα το λαϊκό αξίωμα «εδώ η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος». Οι καλοί δικαιώνονται, οι κακοί τιμωρούνται. Κάποιοι πληρώνουν για τις αδυναμίες τους (Φώτης). Κάποιοι για τα πάθη τους (Ευρυδίκη). Κάποιοι για τη ματαιοδοξία τους (Λύντια). Κάποιοι για την ανηθικότητα (απάτη / υπεξαίρεση – Ειρήνη). Κάποιοι για τη βαναυσότητά τους (Αρχοντούλα – Ισμήνη). Θα το έλεγα και λειτουργία τής Θείας δίκης αυτό. Ήταν, λοιπόν, ανάμεσα στους στόχους σας και ο διδακτισμός; Αν ναι, πιστεύετε πως η λογοτεχνία έχει τις δυνατότητες να διδάξει στον άνθρωπο μια πιο ενάρετη και τίμια ζωή;

«Εδώ η Κόλαση, εδώ και ο Παράδεισος! Το θέσατε πολύ όμορφα! Νιώθω πως παρακολουθώντας και αναλύοντας τους χαρακτήρες, τις ζωές, τις διαδράσεις και την τελική τους κατάληξη, δίνω στους αναγνώστες τη συνολική πορεία τών ηρώων κι εκείνοι την παρατηρούν και παίρνουν μαθήματα, χωρίς να χρειαστεί να βιώνουν παθήματα. Το παράδειγμα υπάρχει, όμως δε διδάσκει καταπιεστικά τον αναγνώστη. Είναι απόλυτα στο χέρι αυτού που κρατά το βιβλίο, αν θα επιλέξει να το χρησιμοποιήσει για να αλλάξει κάτι στη ζωή του».

 

– Με την απόσταση πλέον του χρόνου, από την έκδοση τού μυθιστορήματος, διαπιστώνετε ότι υπήρχαν πράγματα που θα μπορούσαν να ειπωθούν, αλλά δεν ειπώθηκαν;

«Μετά την κυκλοφορία του, θεωρώ το κάθε βιβλίο μια αυθύπαρκτη οντότητα στην οποία δε θα σκεφτόμουν πλέον να αλλάξω τίποτα. Σέβομαι απόλυτα τον κύκλο τής δουλειάς που έχει γίνει, τον αναγνωρίζω, τον αποδέχομαι, τον αγαπώ και δεν τον αμφισβητώ».

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου