γράφει η Βάλια Καραμάνου

Η θέση του Δασκάλου στην ελληνική κοινωνία – κατ’ επέκταση και στην ελληνική λογοτεχνία- διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, καθώς πρόκειται για τον βασικό φορέα ιδεών/αξιών. Όταν όμως μιλάμε για την εποχή του ’30, που κυριαρχούν η απογοήτευση και ο πόνος από τα νωπά τραύματα του πολέμου μέσα σε ένα ρευστό και ασταθές πολιτικό περιβάλλον που θα οδηγήσει τελικά στο δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η θέση του Δασκάλου αποκτά ιδιαίτερο «βάρος». Αν μάλιστα η φιγούρα του είναι γυναικεία και τόσο διαφορετική από τα στερεότυπα και επιπρόσθετα εμπλέκεται σε αδιέξοδες και κοινωνικά μη αποδεκτές συνθήκες, τότε δημιουργούνται λογοτεχνικά αριστουργήματα.

Επιλέγουμε ενδεικτικά δύο έργα, κατά τα οποία η Δασκάλα αποτέλεσε «πέτρα σκανδάλου»: «Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια» του Στράτη Μυριβήλη και η «Κυρία Ντορεμί» της Λιλίκας Νάκου. Το πρώτο δημοσιεύτηκε τμηματικά στην εφημερίδα «Καθημερινή» την περίοδο 1931–1932, ενώ το 1933 κυκλοφόρησε ολοκληρωμένο σε βιβλίο ως συνέχεια της «Ζωής εν τάφω» (κατόπιν θα ολοκληρωθεί η τριλογία με το έργο «Παναγιά η Γοργόνα»). Το δεύτερο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δίφρος το 1955, ωστόσο γράφτηκε το 1933, όταν η συγγραφέας υπηρετούσε ως δασκάλα Γαλλικών και Μουσικής στο Ρέθυμνο.

Τα έργα διαφέρουν σε πολλά σημεία, αν σκεφτούμε μάλιστα πως πρόκειται για την αντρική ματιά σε σύγκριση με την φεμινιστική γυναικεία, ωστόσο απεικονίζουν με μεγάλη παραστατικότητα το κεντρικό γεγονός: η εμπλοκή μιας δασκάλας σε έναν απαγορευμένο αλλά παντοδύναμο έρωτα. Όλα αυτά μάλιστα διαδραματίζονται στα στενά κοινωνικά πλαίσια της Μυτιλήνης και του Ρεθύμνου αντίστοιχα, που είναι απολύτως απαγορευτικά απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις. Και δεν εννοούμε μόνο τον έρωτα, αλλά και την έντονη προσωπικότητα των δύο γυναικών που δεν επιτρέπει την κοινωνική προσαρμογή στην οπισθοδρομική και καχύποπτη κοινωνία. Και οι δύο δασκάλες είναι μορφωμένες, πέρα από το μέτρο όμορφες και – το κυριότερο- έχουν προσωπικότητα και άποψη απέναντι στα κακώς κείμενα της εποχής, που δεν είναι λίγα, καθώς κυριαρχεί ο πολιτικός φανατισμός και κατ’ επέκταση διχασμός. Ανένταχτες, ασυμβίβαστες, γεννούν ανομολόγητα πάθη στους άντρες και φθόνο στις γυναίκες.

Στο έργο του Μυριβήλη, ο Λεωνής Δρίβας επιστρέφει στο νησί του από τον πόλεμο καταρρακωμένος από τον χαμό του φίλου του Βρανά. Εκεί γνωρίζει την νεαρή χήρα του, την Σαπφώ Βρανά, η οποία θα αποτελέσει το μοιραίο πάθος του. Πανέμορφη, με εμφάνιση αντιδραστική προς τα καθώς πρέπει του χωριού (έντονο κόκκινο κραγιόν), περήφανη με ένα μικρό προβληματικό παιδί κρυμμένο στο σπίτι αποτελεί εύκολα «στόχο» για τον κοινωνικό περίγυρο και μαγεύει τον Λεωνή από την πρώτη στιγμή. Η αγάπη αυτή είναι αμοιβαία, αλλά βρίσκει διαρκώς εμπόδια: η κοινωνική κατακραυγή, η αίσθηση της απώλειας (ο Λεωνής φέρει τα ψυχικά τραύματα του πολέμου, η Σαπφώ έχει συμβιβαστεί εξαρχής σε μια ζωή χωρίς έρωτα και αισιοδοξία) και βέβαια ο πανίσχυρος νεκρός σύζυγος, που τους στοιχειώνει διαρκώς έως το τέλος του βιβλίου. «Ήταν η πρώτη φορά που άνοιγε ο έρωτας το φλογερό λουλούδι του μπροστά στα έκθαμβα μάτια του. Γιατί να μην έχει το δικαίωμα να απλώσει το χέρι του θαρρετά; Με ποιον είχε στήσει την μάχη που τον παίδευε; Με τον σκοτωμένο σύζυγο ή με τη συνείδησή του;» Ανάμεσά τους, πέρα από την σκληρή πραγματικότητα, ξεχειλίζει ο λυρισμός από το υπέροχο τοπίο του νησιού και το υγρό στοιχείο της θάλασσας. Αυτός ο ερωτισμός που αναβλύζει από την φυσική ομορφιά του τόπου και της νιότης είναι αυτός που τελικά θα κυριαρχήσει στο τέλος ενώνοντας τους δυο ήρωες: «Σαν πάτησε χάμω δεν την άφησε. Ξαμόλησε μόνο το μπαστούνι να κρέμεται στην αγριόριζα κι έσφιξε γύρω στο κορμί της και τ’ άλλο του το μπράτσο. Τήνε κράτησε έτσι σαν ένα παιδί, σαν ένα θησαυρό. Την έσφιξε στην αγκαλιά σαν ένα λάφυρο. Έσκυψε στο πρόσωπο της έξαλλος, έσκυψε πολύ κοντά, πάνω από τα χρυσά μάτια της. Και τα βρήκε να τον κοιτάνε από κάτω, όπως κοιτάνε τα μάτια των άρρωστων μες από το βύθος της θέρμης. Η ματιά του μπήκε μέσα της, αρσενική και βάρβαρη. Ήταν η αστραψιά της τρέλας του, κυκλοφόρεσε μονομιάς μέσα της. Πήγε κι ήρθε ο σπασμός ως τα ακρότατα των νεύρων της. Ένα γλυκό ρίγος τη συντάραξε σύγκορμη, και σφίχτηκε σπασμωδικά πάνω του με όλη της την ύπαρξη.

Τότες αυτός γύρισε τα μάτια του ένα γύρω, σαν ένα αγρίμι που γυρεύει καταφύγι για να σπαράξει το θήραμά του. Είδε τις πυκνές τούφες της φτέρης, την πήγε βιαστικά εκεί, την απόθεσε προσεχτικά πάνω στο παχύ στρώμα της πρασινάδας, που τσακίστηκε και μύρισε βαριά κάτ’ από τα γόνατα του, και την έκαμε δική του μ’ έναν τρόπο βίαιο, σχεδόν εχτρικό. Τα μάτια της βασίλεψαν κάτω από τά βαριά ματόκλαδα, τα δάχτυλα ξαμόλησαν λίγο – λίγο το μαντίλι με τα καβούρια. Αυτά ξαπολύθηκαν μονομιάς, ξελευτερωμένα, σκορπίστηκαν όλα μαζί μ’ ένα χαρούμενο χαρχάλεμα μέσα στα χόρτα και μέσα στις πέτρες, χυμώντας πίσω κατά το ρέμα τους, με τις κουτσουρεμένες τους δαγκάνες όρθιες…» Τι παράξενο όμως! Ακόμα και η ένωσή τους αποτελεί την υποταγή μιας γυναίκας σε έναν ακόμα κυριαρχικό άντρα, κάτι που υπέμενε σε όλη την πρότερη νιότη της.

Στον αντίποδα, βρίσκεται η δασκάλα της Λιλίκας Νάκου με αρκετά ωστόσο κοινά στοιχεία. Η Κατερίνα Μακρή (είκοσι τριών ετών και αυτή, αλλά πιο εξωστρεφής και γεμάτη ζωή), δασκάλα ωδικής και γαλλικών, μεγαλωμένη στο Παρίσι, μετά τον θάνατο του πατέρα της, διορίζεται στο Ρέθυμνο, λόγω οικονομικών προβλημάτων. Εκεί σχολιάζεται ανελέητα για την εμφάνισή της, την συμπεριφορά της, τον ανοιχτό χαρακτήρα της και την παιδαγωγική της, η οποία δεν γίνεται αποδεκτή και της δημιουργεί πολλά δυσάρεστα επεισόδια. Κατηγορείται διαρκώς για το παραμικρό, η κατάσταση όμως φτάνει στο απροχώρητο όταν ερωτεύεται ένα μαθητή της από την μεγάλη τάξη. Ο κρυφός αρραβώνας με τον λίγο μεγαλύτερό της Λευτέρη θεωρείται πρόκληση και απειλή για τα ήθη της πατριαρχικής Κρήτης. Η Κατερίνα δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο περιβάλλον αυτό και πέφτει διαρκώς σε κωμικοτραγικά λάθη (όπως η σχολική εκδρομή στο Κάστρο και η γνωριμία με τις «φυλακισμένες»/ που τελικά αποδείχτηκαν ιερόδουλες) με αποτέλεσμα την αποπομπή της από τη θέση της δασκάλας και την αποχώρησή της από την Κρήτη. Ο χωρισμός με τον Λευτέρη είναι πια αναπόφευκτος, ωστόσο στον επίλογο, οι μικροί μαθητές της δίνοντας ένα τελευταίο δείγμα αναγνώρισης και αγάπης την ακολουθούν στο λιμάνι των Χανίων, όπου την αποχαιρετούν φωνάζοντας με ρυθμό σολφέζ «Κυρία Ντο-ρε-μι!». Μέσα από την ανάλαφρη γλυκόπικρη γραφή της Λιλίκας Νάκου, το χιούμορ υποστρωματώνετει από την διαμαρτυρία, καταγγέλλοντας έτσι το κλειστό και συντηρητικό κλίμα της επαρχίας που συχνά είναι εχθρικό απέναντι σε μια γυναίκα τόσο δυναμική, εντυπωσιακή και τελείως διαφορετική από τις ντόπιες, η οποία μάλιστα τολμά να κατακρίνει την κοινή γνώμη και την χειραγώγηση για πολιτικά θέματα της εποχής. Συγκρουσιακή (κυρίως με τον βασικό της αντίπαλο τον κ. Καρδερινάκη), αλλά και βαθιά συναισθηματική θα γνωρίσει- εκτός από τον έρωτα στο πρόσωπο του Λευτέρη- και την στήριξη στα πρόσωπα του Διευθυντή της, του κ. Ρώμα, αλλά και διαφόρων άλλων κρητικών, όπως του Ηρακλή ή του παππού του Λευτέρη. Κι εδώ- σε αντίθεση με την πλήξη της περιορισμένης κοινωνίας- υφίσταται η ομορφιά της Κρήτης και του φυσικού τοπίου. Ο έρωτας, όπως είναι φυσικό, δεν είναι δυνατόν να αναχαιτισθεί, ωστόσο δεν θα βρει διέξοδο και θα οδηγηθεί στον χωρισμό. Η ηρωίδα, ως φορέας φεμινιστικών ιδεών θίγει το θέμα της γυναικείας εργασίας εκείνη ειδικά την εποχή σε αντιδιαστολή με τα δικαιώματα των αντρών. Ως εκ τούτου δεν θα υποταχθεί και θα αποχωρήσει τελικά για την Αθήνα. «Όσο για την αδικία που γίνεται στον τόπο μας εις βάρος της γυναίκας, αυτή δε συζητιέται! συνέχισε η δεσποινίς Φρόσω. Την ένιωσα από μικρή αυτή την αδικία. Πρώτα είδα την προτίμηση και την αγάπη που έδειχνε πάντα ο πατέρας μου στα δυο μου αδέλφια, επειδή εκείνα ήταν αγόρια! Έλεγε ακόμα: Για τους άντρες όλα επιτρέπονται! Μα για τη γυναίκα πίστευε πως έπρεπε να ζει με αλυσίδες στα πόδια, να είναι δούλα του αντρός! Αυτά έλεγε και ξανάλεγε στη δόλια τη μητέρα μου. Στο τέλος το πίστεψε κι αυτή και υποτάχτηκε. Μα αρρώστησε από το μαράζι της. Της έκανε αράδα παιδιά, γιατί τη ζήλευε! Άκου πράματα! Γι’ αυτό με βλέπεις έτσι επαναστατημένη κατά του πατέρα μου». Η γραφή της πρωτοπρόσωπη, άλλοτε χιουμοριστική, άλλοτε λυρική αποτελεί το τεκμήριο της κυριαρχίας της νιότης και της ζωής έναντι κάθε περιορισμού. «Δεκάδες μάτια με κοίταζαν περιγελαστικά. Κι ο μαθητής που του κρατούσα το χέρι για να βαστά το χρόνο ήταν ένα παλικάρι ώς εκεί πάνω, ένα μέτρο κι ογδόντα. Κι αυτό το μικροσκοπικό γυναικάριο που ήμουν εγώ, που ίδρωνε και ξίδρωνε για να τους μάθει τις νότες, θα τους φαινότανε σίγουρα πολύ γελοίο».

Καταληκτικά, και στα δύο μυθιστορήματα, κυριαρχεί ένα θέμα: αυτό της ανθρωπιάς, της εναγώνιας αναζήτησης της ανθρώπινης ένωσης μέσα στις αντιξοότητες, αλλά και της απογοήτευσης από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του μεσοπολέμου. Ωστόσο, η νιότη, η δίψα για έρωτα και ζωή υπερπηδά κάθε ηθικό ή ψυχικό δίλημμα/εμπόδιο. Η Σαπφώ, η Κατερίνα, ο Λευτέρης και ο Λεωνής είναι – σε κάθε εποχή δύσκολη ή μη- η ορμή της νεότητας που σπάζει τα δεσμά και αγαπά την ζωή με όλο της το είναι. Πρόκειται ίσως για το μοναδικό πανίσχυρο αντίδοτο απέναντι στην φθορά και στον αφανισμό της ανθρώπινης φύσης.