Select Page

Δεύτερη ζωή δεν έχει, της Δήμητρας Κουβάτα

Δεύτερη ζωή δεν έχει, της Δήμητρας Κουβάτα

 

 

Το παντελόνι ήταν νεανικό. Αυτή ήταν άλλωστε και η αρχική του πρόθεση. Nα δείχνει μοντέρνος, αλλά τον χαλούσε το χρώμα. Μπορντώ σκούρο, πεθαμένο. Το ύφασμα ήταν τριάντα τοις εκατό ακρυλικό, αλλά από αυτά δεν ήξερε. Ψιλά γράμματα. Μύριζε σαν τη μπλε πλαστική σακούλα, που του δώσανε και σκονισμένα χέρια. Βιοτεχνία δευτέρας διαλογής με νευροκαβαλικεμένες σκυμμένες πλάτες και πολύ θόρυβο, μα ποιος τα λογαριάζει αυτά. Δουλειά τους ήταν. Το θέμα ήταν η εφαρμογή. Ζάρωνε ελαφρώς στα μπούτια, συνέχιζε κολλητό στις γάμπες και κατέληγε στον αστράγαλο χωρίς πολλά περιθώρια.

Το αγόρασε από το Βαρδάρη, κάπου στη Μοναστηρίου. Κατέβηκε να τσεκάρει τη διεύθυνση και επί τη ευκαιρία να σφραγίσει και το βιβλιάριο απορίας από την Πρόνοια. Άπορος, βέβαια, δεν ήταν. Τα κουτσοέφερνε βόλτα μια χαρά, αλλά όλα μαύρα. Μεσιτείες. Μεσίτευε τα πάντα. Πουλούσε πληροφορίες στο πόδι, στο συνωμοτικό, στο μόνο σε σένα το λέω , γιατί είσαι φίλος. Ένα οικόπεδο κοψοχρονιά, ένα μεταχειρισμένο ατρακάριστο, ένα καλό κομμάτι που μόλις βγήκε στην πιάτσα και τα ρέστα. Αλλά χωρίς έδρα, χωρίς εισφορές, χωρίς ασφαλιστική ικανότητα. Και η σύνταξη της μάνας πάντα πατινί.

Είχε κατέβει με το αστικό στο κέντρο. Πίτα ήταν. Μόνο στη Λαγκαδά κόλλησαν κάμποση ώρα. Ο καιρός είχε αρχίσει να αλλάζει. Μέσα του και έξω του. Ο χειμώνας έφευγε, τα μέσα του μπουμπούκιαζαν και η συνθετική κάλτσα ίδρωνε μέσα στο σκαρπίνι. Όταν το είδε στο καλάθι, πολύ φανταχτερό του φάνηκε στην αρχή. Αταίριαστο με τα χρόνια του. Ή μήπως όχι; Πίστευε ότι κρατιόταν καλά. Κανείς στο σόι δεν είχε φαλάκρα. Και καλοζωισμένος ήταν. Είχε αποφύγει το εργοστάσιο, τις βάρδιες, το μεροκάματο. Ο πωλητής πολύ τού το παίνεψε. «Αυτό θα πάρεις. Αυτά περπατάνε φέτος. Όλες οι βιτρίνες στην Τσιμισκή γεμίσανε με αυτό το χρώμα. Και σε καλή τιμή».

Εν τέλει το πήρε, χωρίς να το δοκιμάσει. Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του. Τι διάολο; Τόσο πολύ τον πήραν τα χρόνια πια; Τώρα τελευταία είχε αρχίσει και περπάτημα. Όχι και να φαίνεται μπάρμπας από τώρα. Θα το έβλεπε στο σπίτι με την ησυχία του.

Πήγε μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας και το έβγαλε από τη σακούλα. Έβαλε αργά πρώτα το ένα μπατζάκι, μετά τα άλλο. Το σήκωσε. Τον στένευε λίγο στα μπούτια και διαγράφονταν τα καλάμια στραβά σαν του γέρου του. «Και τι πειράζει; Σάμπως τσολιά στα ανάκτορα θα σε στείλουμε, αγόρι μου; Και τι είναι η ομορφιά στον άντρα νομίζεις; Κάθε θαύμα, μια εβδομάδα. Βρε, πάρτο χαμπάρι, οι έξυπνοι κάνουν προκοπή» του έλεγε η μάνα του.

Το σήκωσε μέχρι τη μέση και το κούμπωσε. Το έστρωσε με τις παλάμες του προς τα κάτω στους μηρούς και στις κνήμες. Κοιτάχτηκε από όλες τις πλευρές. «Εμ στενό, εμ μπορντώ; Κουδούνια θα μας κρεμάσουν». Κάθισε σταυροπόδι. Ξανασηκώθηκε. Το ύφασμα στάθηκε μαζεμένο. Ντέφι να γίνει, προχώρησε στο επόμενο ζήτημα. «Με τι φοριέται τώρα αυτό; Πού είσαι, ρε μάνα…» Η μάνα του είχε φύγει μήνες τώρα. Από τότε, είναι η αλήθεια πως ζορίστηκε πολύ και στο φαί και στα ρούχα και στη μοναξιά. Ήθελε και ζώνη οπωσδήποτε. Την έβαλε. Περίσσευε απ΄ έξω η κοιλιά. «Και αυτοί οι Κινέζοι... Σαν τον Τσάκι Τσαν είναι όλοι τους. Πέντε δράμια. Έχεις δει κανέναν τους με σκεμπέ; Σαν και αυτούς τα ράβουν τα ρούχα τους, την Κίνα τους μέσα…!» Ποιον να ρωτήσει… Και οι γυναίκες, λένε, τα προσέχουν αυτά, τα παπούτσια, τις κάλτσες.

Μέχρι τώρα δεν τον ένοιαζε. Το είχε λυμένο το ζήτημα. Να ΄ναι καλά το Σαντάνσκι. Έβρισκε και πόρευε. Σαράντα λεπτά τα σύνορα, βαρβάτο νόμισμα το ευρώ. Κάθε δεκαπέντε το Σάββατο. Φόραγε τα σιδερωμένα και έφευγε κόκορας λειράτος. Τώρα, όμως, με την κρίση έσφιξαν τα πράγματα. Αραίωσαν και οι παρέες. Με το ζόρι έβγαιναν τα τσιγάρα και η σαββατιάτικη μπύρα για τους περισσότερους. Άσε που αυτοί είχαν και οικογένεια, παιδιά στην εφηβεία, δάνεια. Πώς να βγάλουν γούστα; Κλείστηκαν στα σπίτια τους. Δεν έμπαιναν στα μεράκια… Ξέμεινε μόνος.

Το απόγευμα φύσηξε άλλος άνεμος. Ξυρίστηκε, παρφουμαρίστηκε, φόρεσε και τα καινούρια. Έβαλε την κάρτα με τη διεύθυνση στην κωλότσεπα. Αποφασισμένος να γυρίσει σελίδα, έκλεισε την πόρτα πίσω του και ξεκίνησε για το πρώτο ραντεβού. Στο club γνωριμιών πρώτη φορά. Πάντα με μεσιτείες βολευόταν. Τώρα θα άλλαζε; Δεύτερη ζωή δεν έχει…

 

_

γράφει η Δήμητρα Κουβάτα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Μαριάνθη Παπάδη

    Τι ωραίο κείμενο Δήμητρα. Ατόφιο, αληθινό με έντονο το συναίσθημα και την κυριαρχία μιας ψυχής που πάλλεται από μοναξιά!!!

    Απάντηση
    • Κουβάτα Δήμητρα

      Σε ευχαριστώ , Μαριάνθη, που ¨ενιωσες¨ τον ήρωα μου!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!