Τα κύματα αγριεμένα,
Ξεσπούν πάνω στους βράχους.
Εκεί στις όχθες που στέκει μονάχο
Του το ακρωτήρι.
Δείχνει το φως σε όλες τις ψυχές
Που χάθηκαν στην διαδρομή.
Και ένας μύθος που συνοδεύει
Τον καημό μου,
Συναντά τον ορίζοντα που βάφει
Κατακόκκινη την θάλασσα.
Είναι οι θυσίες που ξάπλωσαν
Πάνω στο βωμό των δακρύων,
Εξαγνίζοντας τον στεναγμό μου
Για να γυρίσεις πίσω.
Και περίμενα υπομονετικά
Μέχρι να με αγαπήσεις ξανά.
Σαν φάρος μόνος,
Στην πιο άγονη γη,
Έφεγγα το δρόμο για να
Μην χαθείς.
Η ψυχή μου διψούσε για αγάπη
Όπως τα μαινόμενα κύματα,
Που δεν μπορούσαν να κατευνάσουν
Τον θυμό τους.
Και το φως που έλαμπε στα μάτια μου
Έσβησε για πάντα μαζί με την
Θύμηση σου.
Ο Κάβος της Κυράς πήρε μαζί του
Το μυστικό.
Βυθίστηκα
Μέσα στο απέραντο γαλάζιο,
Που έλουζε με απελπισία την ψυχή μου.
Πνίγηκα στης προσμονής μου την
Λήθη
Και τα κύματα βάφτηκαν με αίμα.
Εκείνο που έρρεε σαν δάκρυ
Από το βλέμμα του Θεού.
Μα δεν μπόρεσε να με
Λυπηθεί.
Γιατί αγάπη μου…
Σε τράβηξα σαν πλοίο,
Μέσα στης αβύσσου τους
Οδυρμούς και τους στεναγμούς
Που έκαιγαν την ψυχή μου.
Τώρα πια κραυγή…
Όμοια με σιγή ιχθύος,
Ένας κρότος που ξεθωριάζει
Τον ουρανό.
Κανείς δεν μπορεί να την
Ακούσει και
Η καρδιά μου έσβησε μέσα στην
Άπνοια.
_
γράφει η








0 Σχόλια