Select Page

Εγκατάλειψη

Εγκατάλειψη

 

Έφυγες… έφυγες και με άφησες εδώ…. με άφησες να σε περιμένω, να σε καρτερώ, να ελπίζω πως θα γυρίσεις να με πάρεις…

Οι ώρες περνάνε, όμως εγώ είμαι εδώ, περιμένω…. Μ’ ακούς που σου φωνάζω; Μ’ ακούς που παρακαλάω να γυρίσεις;

Δεν γίνεται να μην με ακούς… πάντα με άκουγες… ήσουν εκεί για μένα, από τότε που θυμάμαι την ύπαρξη μου, εσύ ήσουν εκεί… και εγώ ήμουν εκεί για σένα… στο καλό και στο κακό, στα όμορφα και στα άσχημα…

Θυμάσαι τι ωραία περνούσαμε οι δυο μας; Θυμάσαι τις βόλτες μας; Τις βόλτες μας στο βουνό; Θυμάμαι που ξεκινούσαμε το πρωί για τις μεγάλες μας βόλτες στο βουνό… στη φύση… θυμάμαι το γέλιο σου… Πόσο ευτυχισμένος έδειχνες… πόσο ξένοιαστος και εγώ πόσο χαρούμενος δίπλα σου… πόσα παιχνίδια παίζαμε μαζί… πόσα ωραία παιχνίδια… Μου αρέσουν τα παιχνίδια και σου αρέσουν και εσένα πολύ… Σου αρέσει να παίζεις μαζί μου όπως μου αρέσει και εμένα να παίζω μαζί σου… κάθομαι και σκέφτομαι το γέλιο σου, τη χαρά στα μάτια σου, την ξενοιασιά σου… Ήμουν καλός μαζί σου, σε άφηνα πολλές φορές να με νικάς γιατί ήθελα πάντα να βλέπω τη χαρά στο βλέμμα σου και να ακούω το γέλιο σου… Μόνο να γελάς ήθελα…

Δεν ήθελα εσύ να στεναχωριέσαι, δεν ήθελα να βλέπω τη θλίψη στα μάτια σου. Όταν σε έβλεπα να κλαις και να στεναχωριέσαι η ψυχή μου ράγιζε, η μόνη σκέψη που έκανα ήταν να βρω τρόπο να σε κάνω να γελάσεις… να βρω τρόπο να σου πάρω τη θλίψη, να μην πονάς, να μην στεναχωριέσαι, να μην κλαις… Δεν θέλω να σε βλέπω θλιμμένο, δεν θέλω να κλαις, δεν θέλω να στεναχωριέσαι… Δεν θέλω να βλέπω τη θλίψη στα μάτια σου… σε αυτά τα μάτια που λατρεύω να κοιτάζω θέλω να βλέπω μόνο χαρά, αγάπη και τίποτα άλλο…

Θυμάμαι την πρώτη φορά που σε είδα, την πρώτη φορά που ήρθες και έκατσες έξω από την βιτρίνα σε εκείνο το μέρος που το έλεγαν pet shop, έτσι άκουσα να το λένε, και εγώ ήμουν εκεί μαζί με τα δύο μου αδελφάκια. Άραγε, που να είναι τα δυο μου αδελφάκια; Ποια ήταν η τύχη τους; Εύχομαι να έχουν βρει και αυτά το καθένα τον άνθρωπο του που να τα αγαπάει και να τα φροντίζει όπως εσύ εμένα… εγώ ήμουν πολύ τυχερός,  με είδες και με ξεχώρισες και έτσι με πήρες σπίτι μαζί σου και έγινες ο άνθρωπος μου, έγινες η δική μου οικογένεια… Η αγκαλιά σου και τα χάδια σου με βοήθησαν και μπόρεσα να ξεπεράσω την έλλειψη της μαμάς μου… Την μαμά μου που συνέχεια έψαχνα όσο ήμουν σε εκείνο το μαγαζί, την μαμά μας ψάχναμε με τα αδελφάκια μου και κλαίγαμε συνέχεια και όλο κοιτάγαμε το δρόμο με ανυπομονησία… Πιστεύαμε ότι από κάπου θα εμφανιστεί η μαμά μας και θα μας πάρει αγκαλιά και θα αρχίσει να μας φιλάει και να μας λέει λόγια παρηγοριάς… λόγια που λένε όλες οι μανούλες στα παιδάκια τους για να τα καθησυχάσουν. Όμως εμάς μας πήραν μακριά από τη μανούλα μας, ένα πρωί ήρθε ένας κύριος με ένα καλάθι και άνοιξε το μεγάλο κλουβί που ήμασταν αγκαλιά με τη μαμά μας και μας πήρε εμένα και τα δυο αδελφάκια μου, δεν μιλήσαμε, φοβηθήκαμε και κουλουριαστήκαμε το ένα πάνω στο άλλο τρέμοντας από τον φόβο μας και βλέπαμε το κλουβί με τη μαμά μας όλο να ξεμακραίνει… Ακούγαμε το κλάμα της μανούλας μας που μας φώναζε και μας έλεγε να γυρίσουμε στην αγκαλιά της αλλά δεν είχαμε τρόπο… Ήμασταν μικρά και υποταγμένα στη μοίρα μας, σε μια μοίρα που δεν την διαλέξαμε εμείς, ούτε καν η μαμά μας, κάποιος άλλος αποφάσισε για μας και εμείς απλώς ακολουθήσαμε…

Εγώ ήμουν τυχερός που συνάντησα εσένα και έγινες ο άνθρωπος μου και με αγάπησες τόσο πολύ και γίναμε ένα… τα αδέλφια μου όμως; Ήταν τόσο τυχερά σαν εμένα; Ή κατέληξαν στο δρόμο; Στα αζήτητα… ή έγιναν αδέσποτα; Τι λέξη και αυτή; Αδέσποτος! Άκουσα να την λένε αλλά δεν κατάλαβα τι σημαίνει… προσπαθώ να καταλάβω την έννοια αυτής της λέξης, την έχω ξανακούσει παλιότερα, λέγανε έτσι ένα σκυλάκι που είχαμε συναντήσει σε μια από αυτές τις όμορφες βόλτες μας… Όμως χτες άκουσα δυο κυρίες να λένε έτσι και να κοιτάζουν προς το μέρος μου, όμως εμένα δεν με λένε αδέσποτο… Εγώ έχω το πιο όμορφο όνομα του κόσμου, το όνομα που εσύ μου έχεις δώσει και όταν σε ακούω να με φωνάζεις η φωνή σου είναι τόσο μελωδική στα αυτιά μου… το δικό μου όνομα δεν είναι αδέσποτος… Το δικό μου όνομα μου το έχεις δώσει εσύ… Και όμως εκείνες οι κυρίες κοίταζαν προς το μέρος μου και έλεγαν ‘ο αδέσποτος’ και ότι γεμίσαμε αδέσποτα και όλο κάτι τέτοια… Ξέρεις έψαχνα να πιω λίγο νερό, εκεί που με άφησες να σε περιμένω δεν έχει νερό, ούτε φαγητό έχει αλλά δεν με πειράζει γιατί εσύ θα γυρίσεις για να με πάρεις να πάμε σπίτι μας, να φάω, να πιω νερό και να ξεκουραστώ στο καλάθι μου… Έτσι δεν είναι; Θα γυρίσεις… σε περιμένω…

 

 γράφει η Ευγενία Μαυραγάνη

Η Ευγενία Μαυραγάνη γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε και έζησε στο Κιάτο Κορινθίας. Μεγάλωσε μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και συνέχεια ήταν με ένα βιβλίο στο χέρι... ζούσε σε αυτό τον κόσμο, στον κόσμο των βιβλίων της... και φυσικά έγραφε και τα δικά της... όμως έγραφε μόνο γι' αυτήν... αυστηρά προσωπικά... και ήρθε η στιγμή που όλα αυτά που έχει μέσα της, όλα αυτά που σκέφτεται πρέπει να αποκαλυφθούν, να τα διαβάσουν και άλλοι άνθρωποι... να μπουν και άλλοι σε αυτόν τον κόσμο... καλώς ήρθατε στον κόσμο της Ευγενίας...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!