Σαν εκκρεμές ταλαντεύομαι ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.
Ποια φύση να αρνηθώ να ζήσει η άλλη;
Ποια ζωή άφησα να περνά και πίσω δε γυρίζει.
Ποια κύματα με δείρανε και βάρκα ορθή δεν πλέει.
Της δύσης η παρηγοριά μ’ έθρεψε,
μα τώρα που μεγάλωσα με πνίγει η κόκκινη απουσία σου, ήλιε μου.
Πόσα καΐκια χάθηκαν στα βάθη,
Ποια δύση πήρε το κορμί σου αγάπη μου,
Ποια χαραυγή σε φέρνει πίσω.
Μου ‘λειψε τα κύματα να βλέπω,
Μου ‘λειψε τ’ αστέρια να μετρώ.
Το χέρι δώσ’ μου να περπατώ δίχως να φοβάμαι αν χαθώ,
Το χέρι δώσ’ μου δίχως βάρος να μιλώ,
Τον ώμο μου βάστα, κι ας είμαι έτοιμος να πέσω,
Βαρύ φορτίο η λύπη.
Δώσε μου κάτι να θυμάμαι,
δεν με φτάνουν οι πληγές του χρόνου,
θέλω κάτι δικό σου.
Δώσε κάτι έστω να λέω μια καλημέρα στο τελευταίο σώμα σου.
Δώσε κι ας ειν’ φτερό στον άνεμο.
Και μου ‘δωσε το βραχιόλι της, μόνος να μη νιώθω πια.
Ένα χέρι συμπονετικό να με πιάνει, ένα χέρι αληθινό.
_
γράφει o Αλέξανδρος Παπαδόπουλος








0 Σχόλια