Μα πώς το φως δεν έπηξε

κι έδωσ’ υπόσταση στον χρόνο

ή πώς δεν έγιν’ αστραπή

να καταπιεί το κόκκινο

ποτέ να μην κυλήσει

Πώς  το κενό δεν έστερξε

τους ήχους ν’ αφανίσει∙

μόνο ένα βροντερό

“Μη, προς Θεού”

ν’ άφηνε να περάσει

Σφίγγω τους κροτάφους

ο νους μου να στενέψει

ποτέ να μην χωρέσει

ποιας κόλασης εξόριστη

ήταν εκείνη η ώρα που ‘σβησε

την όμορφη ζωή στα εικοσιένα

Όμως, όχι

Ήτανε ώρα των στενών αυτή

και μένει και καραδοκεί

Ν’ ανοίξει, οφείλει ο νους

ο κάθε νους που πήγε να στενέψει

κοινός να γίνει, μόνο κοινός

και να ψυχώνει τις φωνές

να την καταδιώκουν.

 

_

γράφει ο Απόστολος Παλιεράκης