γράφει η Μαρία Βασιλειάδου

Κυριακή πρωί καθισμένη στο καφέ-στέκι της οικογένειας με την εξάχρονη κόρη δίπλα μου να διαβάζουμε και οι δυο με προσήλωση τα βιβλία μας. Λίγο πιο πέρα μια οικογένεια με δυο παιδιά, λίγο πιο μεγάλα σε ηλικία από την κόρη μου, φωνάζουν και τσακώνονται για το ποιος θα πρωτοπάρει το tablet για να παίξει. Οι γονείς με περισσή αδιαφορία αγνοούν τη φιλονικία, όπως και τον θόρυβο που προκαλούν, και συνεχίζουν το σερφάρισμά τους στο διαδίκτυο μέσω των κινητών τους τηλεφώνων. Σηκώνω το βλέμμα και κοιτώ τη σκηνή, ενώ κάποιοι άλλοι θαμώνες έχουν αρχίσει να δείχνουν τη δυσφορία τους για τον θόρυβο που επικρατεί. Στο διπλανό τραπέζι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι απολαμβάνει δυο ελληνικούς κι ένα μιλφέιγ. Η κυρία με κοιτά και χαμογελά. «Εκείνοι, προφανώς, δεν τα έχουν καταφέρει» μου λέει. Την κοιτώ με απορία. «Να κάνουν τα παιδιά τους να διαβάζουν βιβλία» συνεχίζει ρίχνοντας το βλέμμα της στην κόρη μου. «“Τα παιδιά ποτέ δεν τα καταφέρνουν να ακούν τους μεγαλύτερους, αλλά πάντα καταφέρνουν να τους μιμούνται” έχει πει ο Αμερικανός συγγραφέας James Balwin» λέω και της χαμογελώ.

Το συμβάν το χρησιμοποιώ ως αφετηρία για να μιλήσω για αυτό που πολλές φορές με ρωτούν γνωστοί και φίλοι: «Μα πώς έχεις κάνει ένα παιδί να διαβάζει βιβλία;» Να πω την αλήθεια, δεν καταλαβαίνω αυτή την ερώτηση. Στα δικά μου μάτια το αξιοπερίεργο είναι πώς κάποιοι αφήνουν τα παιδιά τους μπροστά στις οθόνες για τρεις και τέσσερις ώρες. Απέχω μακράν από τον όρο «η τέλεια μαμά» και δεν έχω καμία πρόθεση να δείξω τη δοκησισοφία μου ή να κουνήσω το δάχτυλο, εξάλλου όλα στη ζωή είναι θέμα επιλογών κι έχω μάθει να σέβομαι τις επιλογές των άλλων, κι ας με βρίσκουν αντίθετη-, αλλά αν κάτι έχω μάθει σε αυτά τα έξι χρόνια που φορώ τον γονεϊκό ρόλο είναι ότι αν θέλω η κόρη μου να κάνει κάτι, θα πρέπει πρώτα να το κάνω εγώ. Αν, λοιπόν, θέλω να την κάνω να διαβάζει βιβλία, θα πρέπει να διαβάζω πρώτα εγώ και να με κάνω πρότυπο στα μάτια της.

Οι ενήλικες θεωρούμαστε -κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό- φωτεινοί παντογνώστες (μέγα λάθος!) και νομίζουμε ότι ο λόγος μας έχει τη δυναμική να κάνει τα πάντα πραγματικότητα σε ό,τι έχει να κάνει με τα παιδιά μας (εξίσου μέγα λάθος!). Νομίζουμε, λοιπόν, ότι λέγοντας σε ένα παιδί «Πρέπει να διαβάζεις βιβλία, γιατί κάνει καλό», δίχως οι ίδιοι να έχουμε ανοίξει ούτε το εγχειρίδιο λειτουργίας της ηλεκτρικής σκούπας να διαβάσουμε μπροστά τους, εκείνα θα πάρουν σοβαρά τη συμβουλή μας. Μα πόσο χαζοί αποδεικνυόμαστε!

Και θα υπάρξουν κάποιοι που θα σπεύσουν να με χαρακτηρίσουν παράλογη, υποστηρίζοντας ότι η τεχνολογία πλέον είναι μέρος της ζωής μας. Και θα συμφωνήσω – όχι στο «παράλογη», αλλά στην παρουσία και την αναγκαιότητα της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας. Μόνο που η τεχνολογία θα πρέπει να χρησιμοποιείται από μυαλά με σφαιρική γνώση και κριτική ικανότητα, αλλιώς θα είναι ένα ακόμα μέσο παθητικοποίησης. Η παιδεία που οδηγεί στη γνώση δεν βασίζεται μόνο στην εξειδίκευση και την εκπαίδευση, αλλά και σε τομείς που μπορούν να πλουτίσουν τον άνθρωπο εν γένει. Η έρευνα, η εξερεύνηση, η παρατήρηση, η κίνηση των νευρώνων και η όξυνση των αισθήσεων είναι στοιχεία πολύτιμα για την εξέλιξη των παιδιών μας. Και φανταστείτε πού μπορούμε να τα βρούμε όλα αυτά μαζεμένα! Το βιβλίο δεν είναι απλά ένα αντικείμενο. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που μας καλεί να τον γνωρίσουμε. Σίγουρα θα κουραστούμε πνευματικά και ψυχικά, αλλά τα όσα θα μας αφήσει με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης θα έχουν αξία.

Παραπονούμαστε συχνά για το ότι η ελληνική γλώσσα φτωχαίνει, η ιστορία μας ξεχνιέται, το ελληνικό ήθος (με την αριστοτελική έννοια της διαμόρφωσης του χαρακτήρα) χάνεται. Και μη σπεύσετε να πείτε ότι  φταίει η παγκοσμιοποίηση. Η αιτία της πενίας μας βρίσκεται σε εμάς τους ίδιους. Τους πνευματικά φυγόπονους, τους πολιτιστικά ωχαδελφιστές, τους αιωνίως παραπονούμενους ότι κάποιος άλλος φταίει. Εμάς που έχουμε οικειοποιηθεί ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά δεν πράττουμε απολύτως τίποτα για το μέλλον σε επίπεδο γλωσσικής, ιστορικής και πολιτιστικής διαχρονικής ύπαρξης. Εμάς που αντικαταστήσαμε τις δρύινες βιβλιοθήκες με home cinema, την Εκπαιδευτική Τηλεόραση με το Big Brother, την ελληνική με τα greeklish και πολλά ακόμα. Επομένως πώς έχουμε απαίτηση τα παιδιά μας να διαβάζουν, να μιλούν σωστά και να γνωρίζουν;

Φιλαναγνωσία, λοιπόν. Μια ενασχόληση απαιτητική, κοστοβόρα και χρονοβόρα. Αλλά, αλήθεια, φτάνει αυτό; Φτάνει κάποιος να διαβάζει; Το τι διαβάζει είναι το μυστικό. Και αυτό είναι ένα θέμα που ανοίγει μια ξεχωριστή συζήτηση στην οποία θα αναλωθώ εν ευθέτω χρόνω.