Select Page

Η αγάπη φόβο φέρνει, της Μεταξίας Κράλλη

Μπράβο και πάλι μπράβο. Πλούσιο σε συναισθήματα, γεμάτο ανατροπές, καλογραμμένο, συγκινητικό και αιμοβόρο, τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα. Η Ειρήνη Ρουσσάκη και ο Πέτρος Ορφανός αγαπιούνται στη σκιά μιας κρητικής βεντέτας. Οι οικογένειές τους έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς μεταξύ τους και αυτός ο έρωτας δε βοηθάει καθόλου την κατάσταση. Χιλιοειπωμένη ιστορία (σε πολλά θυμίζει την παλιά τηλεοπτική σειρά Της αγάπης μαχαιριά) όμως όλες οι βεντέετες πάνω κάτω τα ίδια θύματα δημιουργούν, τις ίδιες ιστορίες σκίζουν στα δύο, το ίδιο αίμα χύνουν.

Ένα χορταστικό βιβλίο που σε κρατά από την αρχή ως το τέλος, με τρόπο γραφής που θυμίζει πολύ έντονα σενάριο όμως τα συναισθήματα που πηγάζουν, οι χαρακτήρες, η νοοτροπία, είναι υλικό που η συγγραφέας το διαχειρίζεται με μαεστρία, χωρίς φιοριτούρες, μελό καταστάσεις ή άλλα πράγματα που εύκολα θα μετέτρεπαν το βιβλίο σε σαχλό άρλεκιν. Εδώ έχουμε μια σκληρή πραγματικότητα, την αντιμετωπίζουμε κατάματα και μετράμε απλώς τα θύματα.

SPOILERS

Πολυεπίπεδη ιστορία, τα μέλη των οικογενειών Ρουσσάκη και Ορφανών τα γνωρίζουμε όλα, ζούμε τη νοοτροπία τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, τη στενοχώρια τους, τον πόνο τους, τον καημό τους, την αδικία, κρατάμε το χέρι στις νέες γυναίκες της οικογένειας (νύφες εκτός κύκλου και απογόνους εντός κύκλου) που χορεύουν μέσα σε έναν κύκλο αίματος, χωρίς αχτίδες χαράς. Η αγαλλίαση και η χαρά δε θρονιάζονται για καιρό στο σαλόνι των αρχοντικών, φεύγουν βιαστικές, να τις τρατάρουν κι άλλοι. Το μαύρο, σαν κακομαθημένο παιδί, μπαίνει και βγαίνει από τις ζωές τους και τους γελά κατάμουτρα.

Δε χρειάζεται να αναφέρω περισσότερες λεπτομέρειες για το ποιόν του καθενός ή για την εξέλιξη της ιστορίας. Έχουμε μια βεντέτα στα Χανιά κι αρχίζουμε να μετράμε νεκρούς όταν η Ειρήνη δεν αντέχει μόνη στη Βοστόνη, είκοσι χρόνια μακριά από τον Πέτρο και γυρίζει στην Κρήτη. Ο κύκλος του αίματος ανοίγει, ο Ψηλορείτης αντηχεί από το άδικο και η Ειρήνη με τον Πέτρο βαστιούνται σφιχτά κόντρα στο κύμα του παραλογισμού. Λάτρεψα αυτό το ζευγάρι, έζησε τόσο έντονες και λίγες στιγμές, τόσο ερωτικές και τόσο παθιασμένες. Ποτέ δε σκέφτηκα πόσο τρυφερό θα ήταν να κοιμηθείς αφήνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου σου ανοιχτό, έχοντας καλέσει τον αγαπημένο σου σύντροφο, που κι αυτός κοιμάται με το ακουστικό ανοιχτό για να ακούει την ανάσα σου. Ποτέ δε σκέφτηκα πόσο ρομαντικό είναι να κοιμηθείς γυμνός στην αγκαλιά του ανθρώπου που άφησες έγκυο και να νιώθεις στην πλάτη σου την κοιλιά της και την ψυχή που φιλοξενεί μέσα της. Αυτή ακριβώς η δύναμη των λέξεων είναι που ξεχωρίζει ένα καλογραμμένο γυναικείο μυθιστόρημα από ένα κείμενο εφήμερο και επιφανειακό.

Έπαθα σοκ όταν επιτέλους έφτασε η ώρα το ζευγάρι να κάνει ένα βήμα παραπέρα κι ο Πέτρος Ρουσσάκης το ανακοινώνει κοφτά στους γονείς του ότι αγαπάει την κόρη του εχθρού. Το κυριακάτικο γεύμα έγινε κομμάτια, όπως ακριβώς το σερβίτσιο που τρώγανε μόλις λίγο πριν. Κι η Ειρήνη; Να μην μπορεί να ζήσει μακριά από τον Πέτρο και να βρίσκεται σε τρομερό δίλημμα: μακριά από τον Πέτρο ή την οικογένειά της;

Εξαιρετική η σκιαγράφηση, μεταξύ άλλων, της αυστηρής γιαγιάς που αρνείται να πατήσει στον 21ο αιώνα και κάνει του κεφαλιού της, αρκεί να τηρηθεί η αυστηρότητα της βεντέτας, και πολύ διασκεδαστική η προσέγγιση και δεύτερου ζευγαριού από τις δύο αντίπαλες οικογένειες, του δίδυμου αδελφού της Ειρήνης με την ανηψιά του Πέτρου: σαν δυο κομήτες προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον, αναφλέγονται και ξεμακραίνουν, ως το Μπιγκ Μπανγκ του κόσμου τους.

Και το ζευγάρι να κουνιέται ρυθμικά και νωχελικά ακούγοντας Διάφανα Κρίνα και Αν το βρεις (προσέξτε πολύ καλά τους στίχους), ακόμη και Αρλέτα.

Χιούμορ, πόνος, κλάμα, αίμα, δάκρυ, μαύρο χρώμα, κι ένα μωρό να καλείται να φέρει επιτέλους τις ισορροπίες ανάμεσα σε αυτές τις οικογένειες. Θα τα καταφέρει άραγε; Εξαιρετικό και σπάνιο το τέλος: αντί να κλείσει το βιβλίο με μια εικόνα happy end, ως συνέχεια του αίσιου τέλους του βιβλίου, η συγγραφέας κάνει το αντίστροφο, ένα happy beginning, δηλαδή μας περιγράφει την πρώτη πρώτη συνάντηση του Πέτρου και της Ειρήνης, είκοσι χρόνια πριν: “Προχώρησαν δίπλα δίπλα. Η Ειρήνη τέντωσε τα δάχτυλά της. Έλπιζε πως έτσι, καθώς τα χέρια του πήγαιναν μπρος πίσω στο ρυθμό του βαδίσματός του, θα κατάφερνε να τον αγγίξει και πάλι για μια στιγμή. Λίγο τυχερή να φαινόταν μόνο. Λίγο τυχερή….”

Χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“-Ειρήνη… Πάμε στην καμπίνα μου… Σε παρακαλώ. -Το θέλεις πραγματικά; -Περισσότερο κι από την επόμενη ανάσα μου” (σελ. 190).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!