Select Page

Η αμαρτία της ομορφιάς, της Σόφης Θεοδωρίδου

Ένα εκπληκτικό βιβλίο, καλογραμμένο και πλούσιο σε συναισθήματα και χαρακτήρες. 560 σελίδες γεμάτες πάθος, μοίρα, ανατροπές, τραγικότητα, πόνο, ελπίδα, όνειρα, αισιοδοξία. Πυκνό, μεστό, ξεχειλίζει από ιστορίες και περιγραφές. Μια αρκετά εκτεταμένη ιστορία, τυλιγμένη σε ατμόσφαιρα πολέμου και αίματος, ντυμένη με καλολογικά στοιχεία, μεταφορές και παρομοιώσεις, με λίγα λόγια μια πένα που σε καλωσορίζει στη σκέψη της και πίνετε καφεδάκι μαζί.

Η Ευγενία ζει στην Παναγία με την αδελφή της, την ανάπηρη Καιτούλα και τους γονείς της, τη σκληρή και καμπουριασμένη από τη ζωή Μάχη και τον πατέρα της, Γιάννη. Άνθρωποι διωγμένοι από τον τόπο τους, τουρκοσπορίτες για τους ντόπιους, αγωνίζονται για την επιβίωση. Βερεσέδια στον μπακάλη, μπερντές να χωρίζει τα δωμάτια, τα ρούχα να πλένονται στο ποτάμι. Ώσπου περνά από το χωριό τους ο Χάμπος, με το φίλο του τον Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος ερωτεύεται αμέσως την Ευγενία και τη ζητά σε γάμο. Η Μάχη δεν πιστεύει στην τύχη τους. Το ζευγάρι αρραβωνιάζεται μια βδομάδα πριν την 28η Οκτωβρίου 1940 κι έτσι, με το ξέσπασμα του πολέμου, ο γάμος επισπεύδεται κι η Ευγενία μετακομίζει στη Λυκόβρυση και στο σπιτικό του Θεόφιλου.

Στη Λυκόβρυση, η ζωή είναι σχετικά καλή: η πεθερά της, η Άννα, την εκτιμά και την αγαπά σαν κόρη της, μαζί κάνουν τις δουλειές του νοικοκυριού, μαζί κεντάνε και ράβουν, μαζί καρδιοχτυπούν. Κακιά σκιά η νύφη της Ευγενίας, Ευανθία, φαρμακόγλωσση, κουτσομπόλα και παθολογικά ζηλιάρα. Στη σκιά της οικογένειας η μικρότερη Μερόπη. Και οι δυο με τις δικές τους οικογένειες.

Έτσι ξεκινά η ιστορία του έρωτα της Ευγενίας και του Θεόφιλου, μια ιστορία που κρατά ως τη δεκαετία του 1950, με απογόνους τρία υπέροχα παιδιά, την Άννα, τον Μιχάλη και την Άννα. Αντίζηλος αυτής της αγάπης ο ισχυρός κοινοτάρχης Γιάγκος, που ποθεί την Ευγενία από την πρώτη στιγμή που την είδε. Η νικηφόρα προέλαση του στρατού στην Αλβανία, η Κατοχή, το αντάρτικο, όλα αυτά είναι κακουχίες που δυσκολεύουν τον γάμο Θεόφιλου και Ευγενίας, αδυνατίζουν το μυαλό του συζύγου και γεμίζουν πίκρα και αγωνία την καρδιά της Ευγενίας και της Άννας.

Μια υπέροχη, ρομαντική ιστορία, αληθοφανέστατη, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, άμεση, συγκινητική, τρυφερή, παρασύρεσαι σε κάθε σελίδα και διαβάζεις μετά μανίας τις περιπέτειες που μοιράζεται μαζί μας η συγγραφέας. Μετά την κορυφαία ανατροπή που φέρνει τα πάνω κάτω στην πλοκή το βιβλίο εξελίσσεται σε άλλο επίπεδο, εξίσου ενδιαφέρον. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η ιστορία ολοκληρώνεται με έναν υπέροχο και δίκαιο κύκλο: η Άννα ερωτεύεται τον γιο του Άγγελου κι έτσι η μοίρα απλώνει το χέρι της για συγχώρεση από την οικογένεια της Ευγενίας.

Όσο καλογραμμένο κι αν είναι, όσο σφιχτοδεμένο κι αν είναι, εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα μπορούσε είτε να ολοκληρωθεί ως βιβλίο νωρίτερα, χωρίς να μάθουμε τα πάντα για τις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης με τα μάτια των παιδιών του ζευγαριού μας είτε να χωριστεί σε δύο βιβλία, οπότε οι ζωές των παιδιών να αναπτυχθούν όμορφα, ομαλά και χωρίς ο αναγνώστης να κουραστεί. Γιατί ομολογώ ότι το τελευταίο μέρος σχεδόν το ξεφύλλιζα, στενοχωρημένος που έχανα την υπέροχη γλώσσα της συγγραφέως, αλλά ήθελα να δω πού το πάει και γιατί πρέπει να τα μάθουμε όλα αυτά. Θα συμφωνήσω ότι το βιβλίο κλείνει ωραία και ότι ο κύκλος ήταν πολύ καλή ιδέα αλλά νομίζω ότι ο αναγνώστης θα κουραστεί, αν και η γραφή συναρπάζει και παρασέρνει χωρίς να το καταλάβεις. Υπέροχες, σχετικά μικρές, παράλληλες ιστορίες εξυφαίνονται σε έναν καμβά ζωγραφισμένο με τα ωραιότερα χρώματα της ελληνικής γλώσσας.

Επίσης, αν και μάλλον αυτό δείχνει την καλή γνώση ψυχολογίας της συγγραφέως, ο Θεόφιλος, παρασυρμένος από τη ζήλια, ακολουθεί πιστά τη γλωσσοφαγιά της Ευανθίας και παρασύρεται πάντα μα πάντα και κατσαδιάζει τη γυναίκα του. Πότε θα του γίνει το πάθημα μάθημα δηλαδή και θα καταλάβει ποια πραγματικά είναι η αδελφή του; Έπρεπε δηλαδή να φτάσουμε στην ανατροπή για να καταλάβει το λάθος του; Και σιγά μην το κατάλαβε δηλαδή. Επικροτώ πάντως. Από την άλλη, δεν επικροτώ που ο Γιάγκος, παρ’ όλο που σα χαμαιλέοντας πήγε με τους Γερμανούς, μετά με τους δεξιούς κατά του ΚΚΕ, μετά έχτισε περιουσία, συκοφάντησε την Ευγενία και γλύτωσε και πέθανε από γεράματα. Εδώ είμαι αντίθετος, έπρεπε να ζήσει μια Θεία Δίκη για να φχαριστηθεί κι ο αναγνώστης ότι το κακό δε βρίσκει δικαίωση.

Στα συν του βιβλίου το υπέροχο εξώφυλλο κι αναρωτιέμαι αν η κοπέλα είναι αληθινή ή σκίτσο. Φοράει πάντως το υπέροχο νυφιάτικο γαλάζιο παλτό της πρωταγωνίστριας και στα μάτια της ξετυλίγεται όλη η ιστορία της Ευγενίας.

Απολαύστε μοναδικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Πάνε το στο γιατρό, λέει ο δάσκαλος. Γιατρό; Με τι, κυρ δάσκαλε; Με το φτύμα δε σε γιατροπορεύουν οι επιστήμονες. Αν δεν πιάσουν χρυσές, δεν έχει τίποτα. Δε σε είδαν, δε σε γνώρισαν, που λέει ο λόγος” (σελ. 17).

“Λίγο πριν διαβούν το κατώφλι, έσκυψε κι έκλεψε απ’ τα χείλη της λίγο νερό σα διψασμένος κι εκείνη τον άφησε να πιει γεμάτη προθυμία” (σελ. 44).

“Να, λοιπόν, τι είναι πατρίδα, συλλογίστηκε… Είναι αυτή στην οποία στέλνεις τους αγαπημένους σου να δώσουν τη ζωή τους για χάρη της, δίχως να προφέρουν τη λέξη “μη” τα χείλη σου. Κι ας σπαράζει το μέσα σου κι ας κλαίει η καρδιά σου…” (σελ. 99).

“Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει να γράφει στα κιτάπια του βουτώντας τον κοντυλοφόρο του στο αίμα των ανθρώπων κι εκείνοι έσπευδαν να προλάβουν, μην τύχει και ξεμείνει από μελάνι” (σελ. 104).

“Πού να ‘ξερε ο καημένος πως η καρδιά της μάνας σαν μαυρίσει μια, δεν ξέρει από αποχρώσεις” (σελ. 157).

“Εκείνο που χάρηκα πιο πολύ, τη λέω την αμαρτία μου, είναι η φάτσα του Γιάγκου και του Άγγελου σαν το ‘μαθαν. Το χιόνι απ’ έξω να ‘φερνες να το σύγκρινες με κείνους, μαύρο θα ‘δειχνε” (σελ. 168).

“Πώς σε γυμνώνει το ένστικτο απ’ τα περιττά που σε φορτώνει ο πολιτισμός…” (σελ. 243).

“Δεξιά το επίσημο κράτος. Αριστερά οι κομμουνιστές. Και στη μέση ο λαός. Ο λαός που το μόνο που ποθούσε ήταν να ζήσει τις μέρες του πάνω στη γη δουλεύοντας, τρώγοντας το πικρόγλυκο ψωμί των κόπων του, γευόμενος συνάμα τις λιγοστές, όμως τόσο όμορφες, χαρές της φτηνής ζωής του. Που τον αποτελούσαν άνθρωποι απλοί, δίχως μεγάλα οράματα” (σελ. 339).

“Χάνονται από τη ζωή σου ξαφνικά. Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη, σα να μην υπήρξανε ποτέ. Κι εσύ κλειδώνεις τις μνήμες και πετάς το κλειδί, για να μην έρχονται και ξύνουν τις πληγές που αιμορραγούν, ελπίζοντας σε μια επούλωση αμφίβολη, που σίγουρα θ’ αργήσει” (σελ. 422).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!