Select Page

Η αξιοποίηση των θέσεων και των χώρων της πόλης από τον συγγραφέα Ονορέ Ντε Μπαλζάκ.

Η αξιοποίηση των θέσεων και των χώρων της πόλης από τον συγγραφέα Ονορέ Ντε Μπαλζάκ.

 

 

 

 

Η φετινή βράβευση του Πατρίκ Μοντιανό, ενός ακόμα Γάλλου συγγραφέα με βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, μου προκάλεσε την επιθυμία να επανασκύψω σε συμπατριώτες του συγγραφείς που άφησαν σημαντικό έργο και προκάλεσαν ποικίλες κριτικές.

Ο λόγος γι’ αυτό;

Γιατί στην πραγματικότητα υπάρχουν κι άλλες φωνές, αυτές από το παρελθόν που διεκδικούν την προσοχή μας. Γιατί οφείλουμε κατά διαστήματα, παράλληλα με τη σύγχρονη δημιουργία, να επαναφέρουμε την προσοχή μας σε κλασσικούς συγγραφείς που αποτέλεσαν τη βάση και προπαιδεία σ’ ό,τι ακολούθησε. Δεν υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία, ούτε αποτελεί κριτήριο η ποσότητα του έργου ενός συγγραφέα, έργα όμως που έλαμψαν κάποια στιγμή ή ακόμα επανήλθαν κατά εποχές και προώθησαν το λόγο, δεν μπορούν να αγνοούνται.

Γιατί όμως ο Oνορέ ντε Μπαλζάκ; (1)

Γιατί πέραν των προαναφερόμενων, ο Μπαλζάκ αποτυπώνει την πόλη του Παρισιού αλλά και άλλες επαρχιακές πόλεις της εποχής αναφοράς του. Γιατί τέλος, εκεί στα κλασσικά και κοινότυπα, ανακάλυψα μικρά διαμαντάκια- πληροφορίες για το χώρο. Από το πληθωρικό έργο του συγγραφέα, που εντάσσεται στα όρια του καλλιτεχνικού κινήματος του ρεαλισμού, τρία ήταν τα έργα που αποτέλεσαν το πεδίο της έρευνας:

Α) Το ελιξίριο της μακροζωίας (εκδόσεις Μελάνι, 2009, μτφρ.Εφη Κορομηλά)

Β) Ευγενία Γκραντέ (εκδόσεις Θεμέλιο, 2001, μτφρ. Διονυσία Μπιτζιλέκη)

Γ) Ο εξάδελφος Πόνς (εκδόσεις Πάπυρος, 1996, μτφρ. Κ. Θεοφάνους),

Το ελιξίριο της μακροζωίας (2) αφορά μια φανταστική ιστορία, με ήρωες ακραίους και με κυρίαρχα τα ένστικτα: Σουρεαλιστική ιστορία, με τις περιγραφές του εσωτερικού χώρου να επιτείνουν το παράλογο. Ξεκινάει από την λεπτομερή περιγραφή του μεγάρου που φέρει υπόγειο όπου φυλάσσονται θησαυροί, με τους θαμώνες σε ευθυμία και τις οπλές των αλόγων να ηχούν, προκειμένου να προβάλλει την πολυτέλεια και τον πλούτο. Στη μετάβαση από τον κοινωνικό στον ιδιωτικό χώρο η ατμόσφαιρα γίνεται σκοτεινή, ο ήρωας προχωρεί στο ημίφως της γαλαρίας κι από κει στην ατμόσφαιρα θανάτου που είναι φορτισμένη με συμβολισμούς. Σε έντονη αντίθεση με την απαστράπτουσα προηγούμενη ατμόσφαιρα, το διαμέρισμα όπου κείται ο ετοιμοθάνατος περιγράφεται δυσανάλογα ψηλοτάβανο, με βαριά ατμόσφαιρα και υγρασία, χαμηλό φωτισμό, σβηστό τζάκι, παλιές ταπετσαρίες και πανάρχαια έπιπλα γοτθικού ρυθμού. Τις δύο αυτές έντονες περιγραφές που αντιστοιχούν στις βασικές θέσεις εξέλιξης του μεταφυσικού δράματος, ακολουθεί η μακρά διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής που εστιάζει στο καταληκτικό και διαστροφικό φινάλε της αντίθεσης καλού- κακού όπου και η περιγραφή χαρακτηριστικού μνημείου (3): του παλιού τεμένους μονής που περιγράφεται ως ένα υπέροχο οικοδόμημα, χτισμένο από τους Μαυριτανούς και του οποίου οι θόλοι «άκουγαν» το όνομα του Χριστού που είχε αντικαταστήσει το όνομα του Αλλάχ. Οι μαύρες αψίδες, οι κίονες και τα κιονόκρανα, τα βαθιά παρεκκλήσια που άστραφταν απ’ το χρυσάφι και το ασήμι, οι στοές, οι δαντελωτοί διάκοσμοι των Σαρακηνών, τα πιο λεπτά χαρακτηριστικά μιας ντελικάτης γλυπτικής «διαγράφονταν μέσα στο άπλετο φως…. Η λαμπρότητα των χρυσών καντηλιών, των ασημένιων πολυελαίων, των λάβαρων και των ταμάτων συνοδευόταν από τους αναμμένους πυρσούς» εισάγοντας όχι σε κάποια μεγαλοσύνη όπως θα περίμενε κάποιος αλλά σε πράξη που ένας θρησκευόμενος αναγνώστης θα μπορούσε να θεωρήσει ασέβεια και τιμωρία. Ετσι με τη χρήση του χώρου και του κατάλληλου εξοπλισμού αποδίδει τις αντιθέσεις, τα άκρα, το τέλος των δοξασιών και των καθοδηγούμενων τελετών, την άρνηση του πλήθους που χειραγωγείται, την ύβρι ενός κόσμου που άγεται και φέρεται.

Η υπόθεση του έργου με τίτλο Ευγενία Γκραντέ είναι λίγο ως πολύ γνωστή και αποτυπώνει την αυταρχικότητα και την αδιαλλαξία, τη φιλαργυρία και το συμφέρον απέναντι σε αισθήματα σταθερά και άδολα.

Το σπίτι της ομώνυμης ηρωίδας στο Σωμύρ, σπίτι χωρίς ήλιο, χωρίς θαλπωρή, πάντα πνιγμένο στη σκιά, απεικονίζει την ίδια της τη ζωή. Το σπίτι των ηρώων προβάλλει εσωστρεφές, με ατμόσφαιρα που ανακαλεί μνήμες και ονειροπολήσεις, τεκμήριο της ηθελημένης αποξένωσης. Ο συγγραφέας από την εισαγωγή ήδη του μυθιστορήματος προσδιορίζει την πόλη ως επαρχιακή και χαρακτηρίζει το σπίτι, μάρτυρα της ιστορίας 3ων αιώνων, μελαγχολικό. Σαν προοίμιο της μη αισιόδοξης ιστορίας που θα ακολουθήσει, περιγράφει το δρόμο πρόσβασης στο σπίτι, έρημο και δύσβατο, την πόρτα εισόδου, παλιά και βαριά, με σάπιες ξυλοδεσιές και μαυρισμένο διάκοσμο, έτσι ώστε να θέσει σε αρμόνια το περιβάλλον με το χαρακτήρα της ηρωίδας. Οι κοντινές χρήσεις είναι χοντροφτιαγμένα εργαστήρια με τις πλέον συμβατικές λειτουργίες. Σκιαγραφεί έτσι τα απαραίτητα και βασικών αναγκών για τη κλειστή και μονότονη ζωή της μικρής πόλης κελύφη, αποδίδοντας την ασφυκτική οικογενειακή κατάσταση των ηρώων. Αποτυπώνει τον χώρο της γειτονιάς για να εκφράσει τον κοινωνικό έλεγχο των κατοίκων της. Αν και προαναγγέλλει ότι η πλήρης περιγραφή θα συνοδεύει τα γεγονότα, η αρχική περιγραφή του σπιτιού είναι σφαιρική και ολοκληρωμένη (4). Ισως η σχολαστικότητα του συγγραφέα τον οδηγεί σε υπερβολές, αποδίδει ωστόσο με τον τρόπο αυτό το περιβάλλον των ηρώων δηλαδή την παλαιότητα, την εγκατάλειψη, την απουσία συντήρησης, τη φιλαργυρία του ιδιοκτήτη. Τίποτα δεν παραλείπει, μιλώντας για τα αρχιτεκτονικά μέλη, την αυλόπορτα, τα πατώματα, τα κιγκλιδώματα, τα δωμάτια, τα χάλκινα πολύφωτα, τα κουφώματα. Το ημίφως, η υγρασία και τα λιγοστά κηροπήγια επιτείνουν την αρχική εικόνα, δίνουν έμφαση στην υφισταμένη κατάσταση, λειτουργώντας σαν το επίθετο στο ουσιαστικό της πρότασης. Η αναλυτική περιγραφή συσπειρώνει τις εντυπώσεις και δίνει μια εσωστρεφή αλλά και κουραστική εικόνα που αποβαίνει θα λέγαμε σε βάρος του έργου. Οι οικονομικές δοσοληψίες, οι ακρότητες στις διεκδικήσεις, οι μηχανορραφίες, η δραματική και αδιέξοδη έκβαση της εξέλιξης του έργου δεν καλλιεργούν πλέον δυνατότητες για περαιτέρω περιγραφές, δεν απαιτούν τίποτα εκτός από διαλόγους, κινήσεις και μονοσήμαντες αποφάσεις. Σε ποιούς χώρους, ποιό περιβάλλον; Ελάχιστα απασχολεί πλέον τον συγγραφέα.

dokimio1_bΣτο έργο Ο εξάδελφος Πόνς (5) ο συγγραφέας, εισάγει το κεντρικό πρόσωπο- ήρωα (Πόνς), τον τόπο (πόλη του Παρισιού) και τη θέση (Βουλεβάρτο Ιταλών). Ο ήρωας εμφανίζεται ως looser, άνθρωπος για λύπηση μπροστά στα αρπακτικά που με άπειρες ίντριγκες τελικά επικρατούν, και πετυχαίνουν τον θρίαμβο του κακού. O Μπαλζάκ δεν επιδιώκει να ανυψώσει τον ήρωά του, αντίθετα τον αφήνει να καταποντιστεί έχοντας επίγνωση της κατάστασης, αφού έχει μάταια επιχειρήσει να καταστρώσει την αντίστασή του. Ο ανθρώπινος περίγυρος (6) αυτός που τον κυνηγά και τον εκμεταλλεύεται, εκφράζει τα ανθρώπινα πάθη, τις ενορχηστρωμένες ενέργειες για την ληστεία ενός ευαίσθητου ανθρώπου και αποτελεί την τοιχογραφία της κοινωνίας. Αϋλος ήρωας παραμένει σ’ όλο το έργο η συλλογή του Πόνς. Συχνές είναι οι περιγραφές των έργων τέχνης, η συγκριτική τους ένταξη, η άποψη ότι η αξία του συλλέκτη συνίσταται στο να προπορεύεται της μόδας. Η αναφορά του συγγραφέα στα έργα τέχνης δεν γίνεται μόνο για τις ανάγκες του έργου, με τη συλλογή να λειτουργεί ως δείγμα γνώσης και καλαισθησίας. Με τον τρόπο του υποστηρίζει ότι έργα αξίας των προηγούμενων αιώνων αποδεικνύουν τα καλλιτεχνικά αισθητήρια μερίδας των κατοίκων, τόσο για τις εικαστικές τέχνες όσο και για το θέατρο, τη μουσική, το χορό, τεκμηριώνοντας θα λέγαμε την άποψη που θέλει το Παρίσι έδρα των τεχνών. Παρατηρεί ωστόσο, στο πλαίσιο κοινωνικής κριτικής, ότι μερίδα των οικογενειών δεν σέβονται διόλου τις τέχνες, προσκυνούν το πρακτικό αποτέλεσμα κι εκτιμούν μόνο εκείνα που είχαν κατακτήσει στα 1830 (7): περιουσίες και υψηλές κοινωνικές σχέσεις (8). Καθώς το έργο εκτυλίσσεται στο Παρίσι, η πόλη και ο αστικός ιστός γίνεται το θέατρο εξέλιξης της ιστορίας. Οι χώροι όπου διαδραματίζονται οι κύριες σκηνές έχουν συγκεκριμένη χρήση, πρόκειται για ένα θέατρο, πλούσιες κατοικίες, κάποια φτωχικά σπίτια (όπως του Πόνς). Eπιχειρείται ανάλυση της αρχιτεκτονικής του θεάτρου όπου απαριθμώνται η κεντρική αίθουσα, το φουαγιέ και ένας υπόγειος δρόμος που οδηγούσε από το εξωτερικό του θεάτρου στην ορχήστρα. Περιγράφει με λεπτομέρειες τους χώρους κατοίκησης και εργασίας, ως αντανάκλαση των ηρώων- χρηστών. Αναφέρεται στους χώρους που αντιστοιχούν σε κάθε ανθρώπινο τύπο (9) και ερευνά το ιστορικό τους. Οι κατοικίες είναι ανάλογες της κοινωνικής επιτυχίας των προσώπων και ειδικά: Ο ταπεινός ήρωας συγκατοικεί και μοιράζεται εξίσου το νοίκι ενός πολύ άνισα χωρισμένου διαμερίσματος που βρίσκεται σ’ ένα σιωπηλό σπίτι στην ήσυχη οδό Νορμανδίας (10) στο Μαραί (11). Ανάλογη του προηγούμενου (12) η κατοικία ενός Εβραίου κουρελή που μένει σε σοφίτα με δύο φτωχικά επιπλωμένα δωμάτια και παντζούρια από λαμαρίνα. Ως παρένθετη σκηνή ο χώρος της χαρτορίχτρας και όλος ο εξοπλισμός της όπως η πράσινη φθαρμένη τσόχα, η πολυχρησιμοποιημένη πολυθρόνα, τα βαλσαμωμένα ζώα κλπ. Σε αντίθεση παρουσιάζεται η περιουσία του προέδρου του δικαστηρίου, το αστικό διαμέρισμά του, το κτήμα με τον πύργο και το γύρω πάρκο που συνολικά του αποδίδει αξιοσέβαστη παρουσία, αντίστοιχη του αξιώματός του. Ανατέμνει ένα τυπικό αστικό σπίτι (13) που το απαρτίζουν μικρό «σαλονάκι» ανάμεσα στο μεγάλο σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα. Η απαραίτητη συλλογή (14) και ο μουσειακός χώρος της τοποθετούνται στην ανάλογη σάλα, στο παλιό σανιδόστρωτο λευκόχρυσο σαλόνι κατασκευασμένο από τους αρχιτέκτονες που χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι ευγενείς (15), με τους 67 πίνακες στους 4 τοίχους. Συσχετίζοντας τον τύπο και τον χώρο των ανθρώπων, δεν παραλείπει να περιγράψει ένα ιατρείο (16) που συμπεριλαμβάνει και σπίτι σε ένα χώρο που είναι ισόγειος, ψυχρός, με δωμάτιο στραμμένο στην αυλή, με επίπλωση προερχόμενη από το πατρικό νοικοκυριό, περιγραφή υπαινικτική της αθλιότητας του χρήστη. Ανάλογο και το επισφαλές περιβάλλον του υποδικηγόρου (17). Η προφύλαξη της πόρτας του διαμερίσματός του με κάγκελα και μεντεσέδες, οι μαντεμένιοι πυροστάτες, τα λαμαρινένια καντηλέρια είναι στοιχεία σε αρμονία με τον ένοικο υποδικηγόρο που είναι άνθρωπος ύποπτος, κατεργάρης, ένας «κλητήρας 3ης τάξης». Σχολιάζοντας τον τύπο του νεόπλουτου, ενός προσώπου αμφισβητούμενου που κατοικεί σε πολυτελέστατο διαμέρισμα διακοσμημένο για να παραθέτει δείπνα σε διασημότητες, ο Μπαλζάκ θεωρεί ότι κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά.

Για το καθεστώς λειτουργίας των καταστημάτων υποδεικνύει το συμβόλαιο μίσθωσης, την αλλαγή χρήσης, δευτερεύοντες χώρους όπως την κουζίνα στο πισωμάγαζο και την επέκταση ενοικίασης σε άλλους χώρους όπως στο μεσοπάτωμα.

Για να αποδώσει το σκηνικό του κυρίως δράματος αλλά και την αντιστοιχία ηρώων και περιβάλλοντος περιγράφει με λεπτομέρειες όχι μόνο το σπίτι - κτίσμα μεταξύ αυλής και κήπου -, αλλά και την οδό και τη συνοικία που βρίσκεται, παρομοιάζοντάς την με αντίστοιχη θέση στην «επαρχία»: Περιγράφει τη συνοικία που έχει ησυχία έως ερημιά, χορταριασμένα πεδία και σπίτια από την εποχή του Ερρίκου Δ (18). Αναφέρει την οδό Νορμανδίας λέγοντας ότι είναι ένας από εκείνους τους παλιούς δρόμους με σκαμμένο το οδόστρωμα όπου η Δημαρχία του Παρισιού δεν έχει ακόμα τοποθετήσει μεγάλες βρύσες και όπου σε ένα μαύρο ρυάκι κυλάνε με δυσκολία τα ακάθαρτα νερά όλων των σπιτιών που φιλτράρονται κάτω από το πλακόστρωτο και παράγουν εκείνη τη «χαρακτηριστική παρισινή λάσπη».

Αναλύει τον δημόσιο χώρο, διακρίνει τα κτίρια της υπαίθρου από τα αστικά και γενικά παραδίδει σημαντικά στοιχεία που αφορούν την οικιστική κατάσταση της εποχής του.

Από τα πιο σημαντικά στοιχεία ανάμεσα στις πολλές οικιστικές πληροφορίες που μας παραδίδει ο Μπαλζάκ, αναφέρεται στην εποχή του Ερρίκου Δ, εποχή που όπως γράφει, σχηματίζονταν οι συνοικίες με δρόμους που ο καθένας έφερε το όνομα μιας επαρχίας και στο κέντρο της βρισκόταν πλατεία αφιερωμένη στη Γαλλία. Ενδιαφέρον για την ιστορία δημιουργίας της πόλης, είναι η άποψη του συγγραφέα ότι η ιδέα της συνοικίας στην Ευρώπη ήταν επανάληψη αυτού του σχεδίου!

Αξίζει να σημειώσουμε την τεχνική του συγγραφέα: πηγαίνοντας από τη οδό Νορμανδίας στην οδό Ρισελιέ βαδίζει σε συγκεκριμένες οδούς, ωθώντας τον αναγνώστη να ακολουθήσει νοερά τη διαδρομή.

Για μια ακόμα γειτονιά (19) που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε γραφική ως απομεινάρι της προβιομηχανικής εποχής, δίνει πλήρη και άρτια περιγραφή. Στα παλιά σπίτια που κατοικούσαν οι μικροαστοί του παρελθόντος την είσοδο πλαισίωνε μια δενδροστοιχία. Στο ισόγειο απ’ τη μια μεριά βρισκόταν το διαμέρισμα του θυρωρού ενώ μαγαζιά, εργαστήρια και αποθήκες απλώνονταν σε μια μικρή εσωτερική αυλή όπου και η σκάλα ανόδου.

Περιγράφει τα παρισινά νεκροταφεία (20) όπου συναντώνται όλα τα πολυδάπανα μνημεία, η πολυτέλεια και η ματαιότητα. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η γλυπτική των τάφων υλοποιεί μια μεγάλη ιδέα και συνάμα εκφράζει ένα ανθρώπινο γεγονός, ενώ σε ατμόσφαιρα μεταφυσική σημειώνει ότι τα «πνεύματα που αναπαριστώνται με τους αναμμένους πυρσούς, φωτίζουν τον πίνακα των λαθών και της πλάνης των νεκρών δείχνοντάς τους το δρόμο προς το θάνατο».

Αξιόλογος είναι ο αναλυτικός σχολιασμός και η τακτική επανάληψη στον τρόπο δημιουργίας και τη διαδικασία παραγωγής του χώρου, στην απόκτηση περιουσίας, στα οικονομικά στοιχεία, στα συμβόλαια, στα κληρονομικά θέματα, στη λειτουργία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ετσι η κατοικία μαζί με τα παραρτήματα σχηματίζει ένα οικοδομικό συγκρότημα που μπορεί να προέρχεται από γονική κληρονομιά, στη μέση του τοπίου (υπαίθρου) ενώ οι βοσκότοποι (21) που βρίσκονται κοντά στα όρια κτήματος θα μπορούσαν με την αγορά τους να αποτελέσουν επέκταση ήδη υπάρχοντος κτήματος και επένδυση για τον ιδιοκτήτη (22).

Kαταγράφει λεπτομερώς την περιουσία (23), τον τύπο της ιδιοκτησίας, την έκταση, τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, τη χρήση, την αξία, την οικονομική διαχείριση, τις υποθήκες. Επισημαίνει ότι η μεγάλη περιουσία αποτελούσε «χρυσό μανδύα» (24) για τις πράξεις και το χαρακτήρα του ιδιοκτήτη.

Σημειακά θίγει ζητήματα αξιοποίησης της γης και εκμετάλλευσης των καλλιεργητών της αλλά και θέματα κτηματικής διαχείρισης, όπως π.χ. τη δυνατότητα κατάτμησης και επιλογής πώλησης της γης σε κλήρους ή συνολικά (25). Με τεχνοκρατικούς όρους περιγράφει την αξία και την απόδοση των κτημάτων αλλά και των επιχειρήσεων, καθώς και της κάθε κληρονομιάς, στοιχεία διαφωτιστικά για τα ισχύοντα της εποχής, η εμμονή ωστόσο που παρατηρείται σημειακά αποβαίνει σε βάρος της αμιγούς λογοτεχνικής αξίας των έργων.

 

Πώς λοιπόν θα μπορούσε να σκιαγραφήσει κάποιος το ρόλο των θέσεων και των χώρων της πόλης στο έργο του Ονορέ Ντε Μπαλζάκ μετά την προσέγγιση που προηγήθηκε; Ειδικότερα πώς αντιλαμβάνεται τον χώρο, πώς τον περιγράφει, πώς τον αξιοποιεί, τι πληροφορίες δίνει ο συγγραφέας;

Ο Μπαλζάκ αποτυπώνει και περιγράφει το χώρο στα έργα του κατ’ αρχήν ως στοιχείο που βοηθά στην κατανόηση της εξέλιξης της υπόθεσης αλλά και ως μέσο για να εκφράσει και να περιγράψει καταστάσεις. Με τη χρήση του χώρου αποδίδει τις αντιθέσεις, τις δοξασίες, τις ιδεοληψίες και με την περιγραφή του επιτείνει τους χαρακτήρες των ηρώων.

Ο συγγραφέας επικουρούμενος από τις αναφορές στο χώρο και στο πλαίσιο του συγγραφικού του ύφους δημιουργεί ένα κατά το δυνατόν ρεαλιστικό περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να δώσει έμφαση και χρώμα στις φάσεις της ιστορίας αντανακλώντας ταυτόχρονα το γεγονός ότι έχει επίγνωση της αξίας των θέσεων και των κελυφών. Οι περιγραφές είναι λεπτομερείς, όπως όταν αποβλέπουν στην προβολή της πολυτέλειας ή στην καταδίκη της μιζέριας. Αδυνατούν όμως να εμβαθύνουν στα συναισθήματα που τυχόν ανακαλούν. Eτσι ο χώρος δεν αποτελεί οργανικό συστατικό, αλλά το πλαίσιο για το συμβάν. Είναι μέρος της πληροφορίας, χρήσιμο βέβαια για ειδικούς και μη, αλλά χωρίς να αποπνέει κάτι από μόνος του. Αν επιχειρούσαμε την σύγκριση με τον κορυφαίο ομότεχνό του Βίκτωρα Ουγκό, σύγχρονό του σχεδόν και εκπρόσωπο του κινήματος του ρομαντισμού, μέσα από σχόλιο του Πατρίκ Μοντιανό που περιλαμβάνεται στο έργο του «Ντόρα Μπρούντερ», θα κατανοούσαμε τη διαφορά και την υπεροχή του Ουγκό. Γράφει λοιπόν ο Π. Μοντιανό ότι διαβάζοντας το 5ο και 6ο βιβλίο των Αθλίων (26), όπου ο συγγραφέας περιγράφει τη νυχτερινή πορεία του Γιάννη Αγιάννη και της Κοζέτ μέσα στο Παρίσι, ξάφνου έχει μια αίσθηση ιλίγγου, λες κι οι ήρωες για να ξεφύγουν ρίχνονται στο κενό: μέχρι εκείνο το σημείο διασχίζουν αληθινούς δρόμους του πραγματικού Παρισιού και απότομα ξεπροβάλλουν στη συνοικία ενός φανταστικού Παρισιού … Αυτή η πρόκληση συναισθήματος και η αίσθηση συμμετοχής δεν είναι ορατή στον Μπαλζάκ. Η κατ’ αρχήν πρόθεση δεν τεκμηριώνει και τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί στο έπακρο η παρατήρηση και η περιγραφή. Η πόλη και ο αστικός ιστός λειτουργεί ως υπόβαθρο της υπόθεσης. Συχνά η σχολαστικότητα στις καταγραφές στην προσπάθεια να αποδώσει το περιβάλλον των ηρώων τον οδηγεί σε υπερβολές. Ωστόσο είναι αξιοθαύμαστο το πόσο αυτή η υπερβολή εναρμονίζεται με το περιεχόμενο στο σουρεαλιστικό Ελιξίριο της μακροζωίας. Στις περιγραφές της μικρής κλίμακας αποκτούμε γνώση των κατοικιών, της οικονομίας των χώρων, της λειτουργικότητάς τους, έως και του διακόσμου τους και των έργων τέχνης.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για την ιστορία της πόλης η αναφορά στην ιδέα και τη δημιουργία της συνοικίας στην Ευρώπη.

Ενδιαφέρουσα και χρήσιμη ταυτόχρονα είναι η συχνή αναφορά στα οικονομικά στοιχεία όπως είναι τα συμβόλαια, οι υποθήκες, οι κληρονομιές. Kαταγράφει λεπτομερώς την περιουσία των ηρώων, τα χαρακτηριστικά της και κάθε οικονομικό προγραμματισμό. Σημειακά θίγει ζητήματα αξιοποίησης της γης, θέματα κτηματικής διαχείρισης καθώς και σχέσεων μεταξύ καλλιεργητών και ιδιοκτητών. Η αξία και η απόδοση των κτημάτων και των επιχειρήσεων συνιστούν πληροφορίες διαφωτιστικές για τα ισχύοντα της εποχής, η εμμονή ωστόσο που σημειακά παρατηρείται ανταγωνίζεται την λογοτεχνική αξία των έργων.

 

  1. Ο συσχετισμός των δύο αυτών συγγραφέων δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός της κοινής τους καταγωγής, αλλά και με τις πυκνές αναφορές τους στο χώρο και την πόλη.
  2. Εξώφυλλο βιβλίου: Σ΄αυτή τη «μαύρη» νουβέλα ο Μπαλζάκ (1799 – 1850) συνδυάζει δύο από τους πιο γνωστούς και δημοφιλείς θρύλους του δυτικο-ευρωπαϊκού φαντασιακού: το ελιξίριο της ζωής και το πρόσωπο του Δον Ζουάν…Ο συγγραφέας δίνει τη δική του εκδοχή δημιουργώντας ένα έργο πρωτότυπο και διασκεδαστικό μέσα στη μακαβριότητά του
  3. Α / σ. 59
  4. Β / σ. 20
  5. Αναφέρεται στο 1844
  6. Τα διάφορα πρόσωπα που στην εξέλιξη παίζουν ρόλο και το διάγραμμα σχέσεων στο σύνολό του ονομάζει ο συγγραφέας «αστικό στερέωμα» και για τον Πονς (Γ / σ. 35) είναι η οικογένειά του.
  7. Γ / σ. 167
  8. «Σε μια εποχή που η εμφάνιση είναι παντοδύναμη και όπου οι δήμαρχοι του Παρισιού επιχρυσώνουν τους φανοστάτες της πλατείας Ομονοίας για να παρηγορήσουν το φτωχό και να τον κάνουν να πιστέψει ότι είναι πλούσιος πολίτης»
  9. Οπως του υποδικηγόρου, ενός Εβραίου εμπόρου, ενός δικαστικού κλπ.
  10. Γ / σ. 28
  11. Το Μαραί είχε αποκτήσει την υπερβολική φήμη του τον 19ο αιώνα και την ανέκτησε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αι.
  12. Γ / σ. 139
  13. Γ / σ. 39
  14. Πίνακες, μπουφέδες, αγάλματα, τραπεζάκια από έβενο, φίλντισι, πορσελάνη κλπ
  15. Με διαστάσεις 20 πόδια (π.) πλάτος επί 30 π. μήκος και 13 π. ύψος
  16. Γ / σ. 167
  17. Γ / σ. 180
  18. 12ος/1553 – 5ος/ 1610
  19. Γ / σ. 313- 6
  20. Γ / σ. 297
  21. Γ / σ. 247
  22. Διαδικασίες και πρακτικές γνωστές και σήμερα
  23. Β / σ. 12
  24. “Ξέπλυμα” θα το λέγαμε σήμερα
  25. Β / σ. 19
  26. «Μπορεί κανεις να ακολουθήσει πάνω στο χάρτη μέρος της διαδρομής τους… Πλησιάζουν το Σηκουάνα…Μόλις ο Γιάννης Αγιάννης πατά το πόδι του στη δεξιά όχθη έχει την αίσθηση οτι σκοτεινές σιλουέτες προχωρούν πάνω στη γέφυρα…»

 

_

γράφει η

Μαρία Λιλιμπάκη - Σπυροπούλου

Δρ Αρχιτέκτων – Αρχαιολόγος

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!