Είναι ονειρική η αίσθηση όταν οδοιπορείς προς έναν κοινό σκοπό και η φωνή σου ενώνεται με τους άλλους, σαν ρυάκια που κυλούν από απόκρυφες πηγές του βουνού και χύνονται στο ποτάμι. Φωνές που μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα, παιδεία, δικαιοσύνη, ισότητα, αδελφοσύνη, ελευθερία. Φωνές που συνθέτουν τραγούδια, ύμνους, προσευχές για το λαό…

Με φωνή επαναστατική ξεσπάθωνε και η φίλη μου η Σοφία όταν συναντιόμασταν κάθε φορά που επέστρεφε από τις πορείες στο κέντρο της πόλης μαζί με τους άλλους!

«Μα γιατί λες… οι άλλοι;», τη ρωτούσα, «θα μπορούσες να τους λες συνοδοιπόρους ή συντρόφους…».

«Γιατί είμαι εγώ… και οι άλλοι…», αποκρινόταν εκείνη σιβυλλικά, δίχως περαιτέρω εξηγήσεις.

Μια ζωή η Σοφία επιδαψίλευε τα πάντα στους άλλους… Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια που τη γνώριζα δεν έχανε ποτέ τις αγωνιστικές πορείες. Ήταν η τροφή της, το πάθος της. Με ένα πλακάτ στα χέρια και όπλο τη φωνή της επαναστατούσε στα «κακώς κείμενα» των εκάστοτε κυβερνήσεων συμμετέχοντας σε πορείες στους κεντρικούς δρόμους της πόλης.

Ένιωθα θαυμασμό και υπερηφάνεια για τη φίλη μου. Η ζωή την είχε προικίσει με άφθονα αγαθά: ευγένεια ψυχής, καλλιέργεια πνεύματος, ομορφιά… Εκείνη όμως δεν εφησύχαζε ποτέ, αγωνιούσε συνεχώς για τα δικαιώματα του λαού, των «άλλων»!

Ντρέπομαι που όσο και αν συναινούσα με τα πιστεύω της φίλης μου, ποτέ δεν την ακολούθησα στις πορείες της. Ένας φόβος υπήρξε η αιτία. Ήταν ο φόβος του πλήθους!... Ένας φόβος ανομολόγητος…

Είχα πέντε χρόνια να δω τη Σοφία. Ήταν ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο απόγευμα όταν τη συνάντησα ξανά. Καθόμουν σε ένα παγκάκι στο Πεδίο του Άρεως, βυθισμένη στην ανάγνωση ενός βιβλίου, όταν ξαφνικά είδα μια όμορφη γυναίκα να έρχεται τρεχάτη προς το μέρος μου.

Πετάχτηκα από το παγκάκι έκπληκτη.

«Σοφία…»

Ένα χαμόγελο έλαμψε στο ωραίο πρόσωπό της, μα δεν μίλησε. Με αγκάλιασε με θέρμη, αλλά παρέμεινε βουβή.

«Τι συμβαίνει, Σοφία, γιατί δεν μου μιλάς;» απόρησα.

Εκείνη έβγαλε από την τσάντα της ένα σημειωματάριο κι ένα στυλό και πήρε να γράφει…

«Χριστίνα, δεν έχω πια φωνή για να μιλήσω. Προσβλήθηκα από καρκίνο και αφαίρεσα τις φωνητικές μου χορδές...» έγραψε στο χαρτί που μου έδωσε να διαβάσω.

Είχα παραλύσει από το ξάφνιασμα.

«Μα… πώς; Και οι πορείες;…» βρήκα μόνο να πω.

Η Σοφία κάθισε πλάι μου στο παγκάκι και έγραψε στο σημειωματάριό της:

«Υπάρχει μια πολιτεία όπου δεν χρειάζεται ν’ ακούγεται η φωνή, όπου οι λέξεις είναι σιωπηλές. Εκεί πλέον ανταμώνω τους “άλλους” , τους φίλους μου, τους συνοδοιπόρους μου. Ανοίγω την πύλη με ένα απλό άγγιγμα ενός πλήκτρου του υπολογιστή και περιπλανιέμαι στους εικονικούς της δρόμους… Ζωγραφίζω με λέξεις στους τοίχους της τη φωνή της ψυχής μου…. Είναι μια ηλεκτρονική, απέραντη πολιτεία! Οι φίλοι μου την ονομάζουν Facebook. Εγώ τη λέω… Βαβέλ!».

 

_

γράφει η Χριστίνα Ταράτσα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!