Η βροχή , τις λαγαρές της στάλες
με ρυθμό κροταλίζει.
Πλανεύτρα κοπελιά,
Το νερένιο της φουστάνι, στροβιλίζει,
σ’ ένα φλαμέγκο φλογερό!
Με σκέρτσο
τις ασημένιες βροχοβελόνες, τινάζει
τον Ουρανό με νάζι, προκαλεί…
Αστράφτει και βροντά
από τον πόθο, ο Ουρανός!
Σε κάθε λύγισμα
του σπαθάτου κορμιού,
τα σύννεφά του, κτητικά χαμηλώνει…
μα η κρουσταλένια κόρη,
με χάρη περισσή, του ξεγλιστρά..
Εκείνος όμως, μ’ αντάρα την κατακτά’
και εκσφεντονίζονται
στης έκστασης τη δίνη
σε ένα κρεσέντο αισθήσεων καυτό!
Χρωμάτων πανδαισία,
στον Έρωτα σπονδή
ουράνιο τόξο, στο πέτο τ’ουρανού,
καρφιτσωμένο.
Το φωτεινό του άρμα ο θεός Απόλλων αφήνει,
και πίσω από νέφη φαιά,
τον αισθησιακό χορό τους,
χολωμένος, παρακολουθεί!
Αχ, πανώρια κοπελιά!
Απερίσκεπτα αφέθηκες
στ’ ουρανού τη φλογερή αγκαλιά.
Βαρύ το τίμημα που πρέπει τώρα
να πληρώσεις, άμυαλη κόρη!
Οργίζεται ο Νεφεληγερέτης Δίας
για την ατίμωση αυτή.
Με αστροπελέκια ηλεκτροφόρα
τον Ουρανό μαστιγώνει.
Θρηνεί η βροχή… τη ντροπή να σβήσει θέλει.
Κρουσταλλένιοι χείμαρροι τα δάκρυα της
τη γη καταποντίζουν.
Και ενώ αυτά στην κατοικία των Θεών, συμβαίνουν…
οι άνθρωποι στη γη
το κρίμα της βροχής, ξεπλένουν.
Κλαίει η βροχή… και πλημμυρίζουν
δρόμοι, σπίτια, μαγαζιά…
Κλαίει ο ουρανός… και ξεχειλίζουν
οι χείμαρροι στις ρεματιές.
Της φύσης τα στοιχεία ,μαίνονται.
Τίποτα δε μένει ορθό,
στην Οργή του Θεού μπροστά…
Κατασκευές χάρτινες οι πόλεις…
Και οι άνθρωποι της γης
με δέος, το βλέμμα
στο Θεό υψώνουν.
Έχουν και αυτοί κάποιο χρέος
για το βιασμό της φύσης, να ξωφλήσουν…
«Η φύση εκδικείται» , λένε με επίγνωση…
«Ο Θεός μας Βαρέθηκε», αιφνίδια συνειδητοποιούν.
Σωρεία τα αν… και οι ευθύνες….
Η ελπίδα θρυμματίζεται…
Θεέ μου
Συγχώρεσε την απερισκεψία των παιδιών Σου!