τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Η Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη συνομιλεί με τον Σωκράτη Τσελεγκαρίδη

Η Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη συνομιλεί με τον Σωκράτη Τσελεγκαρίδη

Ποια είναι η σχέση σου με την Λέσβο και πώς πήρες την απόφαση να χρησιμοποιήσεις σε γραπτό λόγο το προφορικό ιδίωμα του νησιού;

Η οικογένεια μου μετακόμισε στα Βατερά Λέσβου όταν ήμουν δέκα χρονών. Ο πατέρας μου έχει καταγωγή από την Μυτιλήνη και καθώς οι γονείς μου ήθελαν εγώ και ο αδερφός μου να μεγαλώσουμε κοντά στη φύση, έκαναν αυτή τη μεγάλη αλλαγή. Και η αλήθεια είναι πως για μένα ήταν πολύ μεγάλη αλλαγή η μετακόμιση από το Ίλιον (Αττικής) στα Βατερά (έναν οικισμό λίγων κατοίκων). Η προσαρμογή ήταν αρκετά δύσκολη, εντέλει όμως άξιζε τον κόπο, καθώς μπόρεσα να συγκρίνω τη ζωή στην επαρχία και στην πόλη σε νεαρή ηλικία. Ήταν πάντα ένα θέμα λοιπόν που με απασχολούσε αυτό, πώς δηλαδή διαφέρει η ζωή στην επαρχία από αυτήν της πόλης και γιατί. Και πώς τελικά οι διαφορετικές καθημερινότητες μάς διαμορφώνουν. Με τα χρόνια άρχισα να αγαπώ όλο και πιο πολύ τον τόπο που μεγάλωνα και άρχισα να εκτιμώ τις διάφορες ιδιαιτερότητές του, όπως τη γλώσσα και όλο το νοηματικό και ηχητικό πλούτο της.

Βέβαια, είχα από μικρή μια ιδιαίτερη αγάπη για τη γλώσσα, τις γλώσσες και τις διάφορες μορφές έκφρασης και επικοινωνίας. Έτσι, το τοπικό ιδίωμα μέσα στο βιβλίο ήρθε αβίαστα καθώς για μένα είναι ο πιο ειλικρινής τρόπος ν’ αποδώσει κανείς τον τρόπο που θα αφηγηθεί μια ηλικιωμένη γυναίκα του χωριού μια ιστορία. Τα αστικά ελληνικά είναι μόνο ένα κομμάτι της ελληνικής γλώσσας και τολμάω να πω πως δεν αποτελούν απαραίτητα και το πλουσιότερό της.

Στο βιβλίο υπάρχουν αφηγήσεις μεγαλύτερων ηλικιακά ανθρώπων προς αρκετά νεότερους. Είναι μια γνώριμη εικόνα για σένα;

Ναι, είναι πολύ γνώριμη. Προέρχομαι από μια οικογένεια που αγαπά πολύ τις αφηγήσεις και σίγουρα αυτές προέρχονται πάντα από μεγαλύτερους, όχι απαραίτητα υπερήλικους. Για παράδειγμα, έχω αδυναμία στις αφηγήσεις του πατέρα και της θείας μου. Νομίζω βέβαια πως όλη αυτή η διαδικασία κρύβει μια παράδοση αιώνων. Αρχετυπικά ακόμη αν το σκεφτούμε τα νεότερα μέλη των οικογενειών ή αν θες ακόμη και των φυλών -αιώνες πριν- άκουγαν με προσοχή τις ιστορίες των μεγαλύτερων γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να λάβουν γνώσεις για τη ζωή. Η αφήγηση μιας ιστορίας, έχει προγονικές καταβολές και είναι βαθύτατα συνδεδεμένη στο συλλογικό ασυνείδητο με την εξέλιξη και επιβίωση του ανθρώπου.

Ένας ήρωας του βιβλίου πηγαίνει στην Νεραϊδόβρυση και εκεί αλλάζει για πάντα η ζωή του. Αυτό το μέρος υπάρχει στην πραγματικότητα;

Η ιστορία για τη Νεραϊδόβρυση είναι η μόνη που αναφέρεται στον τόπο καταγωγής της μητέρας μου, ένα χωριό της Ν.Α. Πελοποννήσου. Υπάρχει όντως η Νεραϊδόβρυση και όταν επισκέπτομαι το χωριό πάντα περνάω από εκεί. Είναι ένα σημείο με πολλά έλατα και νερά και μια βρύση με το καλύτερο νερό, όπως λένε οι ντόπιοι. Είναι πραγματικά πολύ όμορφο μέρος. Όμως νομίζω πως η πίστη του παππού μου σ’ αυτήν την ιστορία και η μεγάλη του σιγουριά -που διατηρείται ακόμη και σήμερα- ότι από εκεί βγαίνουν νεράιδες, ήταν που με έκανε να έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στη βρύση αυτή.

«Τα αστικά ελληνικά είναι μόνο ένα κομμάτι της ελληνικής γλώσσας και δεν αποτελούν απαραίτητα και το πλουσιότερό της»

 

Σε αλληγορικό επίπεδο, θεωρείς ότι υπάρχουν φορές που ερχόμαστε αντιμέτωποι με την Νεραϊδόβρυση, όπου γεγονότα της στιγμής είναι τόσο καθοριστικά στη μετέπειτα πορεία της ζωής μας, όπως ήταν και για τον ήρωα σου;

Σαφώς και υπάρχουν στιγμές που είναι ιδιαίτερα καθοριστικές για τη μετέπειτα ζωή μας, σημαντικές αποφάσεις που μπορεί να χρειαστεί να πάρουμε, απρόβλεπτες εξελίξεις, θετικές ή αρνητικές. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ πως οι καθημερινές μας στιγμές, οι καθημερινές μας αποφάσεις και ο τρόπος ζωής έχουν περισσότερη δύναμη από την τραγικότητα, λόγου χάρη, που μπορεί να φέρει μια άτυχη στιγμή. Είναι εύκολο να έχουμε μοιρολατρική στάση απέναντι στη ζωή, κάτι όμως που δεν είναι ιδιαίτερα υγιές ούτε και ουσιαστικά βοηθητικό. Εξάλλου, ο Νεράιδας, είναι μια ιστορία του παρελθόντος και παρά τη γοητεία που μπορεί να κρύβει, δεν παύει να εμπεριέχει στοιχεία που είναι καλό πλέον να ξεπεραστούν.

Η πρόγνωση του καιρού βάσει της συμπεριφοράς των μυρμηγκιών είναι κάτι που συνηθίζεται στο νησί;

Αυτός είναι ένας παραδοσιακός τρόπος πρόβλεψης του καιρού και η όλη διαδικασία ονομάζεται ημερομήνια. Είχα γνωρίσει μια ηλικιωμένη γυναίκα από το χωριό που μεγάλωσα η οποία ξέρει να τα “διαβάζει”. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούν διάφορες ενδείξεις τις πρώτες δώδεκα μέρες του Αυγούστου, κάθε μέρα αντιστοιχεί και σε έναν μήνα του χρόνου. Μια από τις ενδείξεις αυτές είναι πώς κινούνται τα μυρμήγκια, ή πώς πετάνε τα πουλιά και πολλά άλλα.

Τα ημερομήνια λοιπόν, ήταν μια συνήθης και πολύ χρήσιμη τακτική, καθώς ο καιρός επηρεάζει τις διάφορες σοδειές. Έτσι, το άτομο που ήξερε να λέει τα ημερομήνια ήταν ένα σεβαστό πρόσωπο. Και κάπως έτσι εμφανίζεται ξανά ένας προγονικός ρόλος ανθρώπου μέσα στα πλαίσια μιας κοινότητας, αυτός του σοφού, του μάντη αν θες. Η παραπάνω σύνδεση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αν σκεφτούμε ότι πριν την ύπαρξη της αστικοποιημένης κοινωνίας διατηρούνταν κάποιοι ρόλοι -κάτι παραπάνω από απλοί ρόλοι, αρχέτυπα θα έλεγα- για αιώνες κι αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για πολλούς λόγους.

Μπορούμε να πούμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει έντονη αστικοποίηση των κοινωνιών παγκοσμίως, κάτι που αποξενώνει τον άνθρωπο από τη φύση. Ωστόσο, εύκολα μπορεί να επισημάνει κάποιος ότι αυτή η αστικοποίηση της κοινωνίας έδωσε ώθηση για άλματα στην τεχνολογία και την επιστήμη παρέχοντας πολλαπλά οφέλη στην ανθρωπότητα. Με τέσσερις λέξεις: Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Εσύ τι πιστεύεις;

Συμφωνώ σε αυτό. Για ν’ αποκτήσουμε κάτι χάνουμε κάτι άλλο, ως άτομα μεμονωμένα αλλά και ως κοινωνίες γενικότερα. Αυτό όμως που έχει σημασία να σκεφτούμε είναι η έλλειψη του μέτρου στη σημερινή κοινωνία. Ναι, δεν χρειάζεται να ζούμε αποκομμένοι από τον κόσμο πάνω σ’ ένα βουνό, χωρίς ίντερνετ ώστε να μην ασπαζόμαστε τους ρυθμούς και τα ιδανικά της σημερινής κοινωνίας. Όμως, απ’ την άλλη, βλέπουμε που μας έχει οδηγήσει αυτή η μανία αποκοπής από τη φύση, η αποξένωση μας από τον ίδιο μας τον εαυτό και γενικότερα η προσκόλληση σε κάθε τι το καθαρά υλιστικό. Είναι απαραίτητη η αίσθηση του μέτρου και δυστυχώς μια τόσο καταναλωτική κοινωνία, μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η ιδέα της “μιας χρήσης” είτε αφορά τα προϊόντα είτε τις ανθρώπινες σχέσεις, δεν μπορεί να στηρίξει καμία αίσθηση του μέτρου. Γι’ αυτό και έχουμε προσωπική ευθύνη και πρέπει να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στις τάσεις και τους ρυθμούς της κάθε εποχής.

Στο βιβλίο υπάρχει η φράση «Σταυρός βαρύς ειν’, μουρό μ’, η ομουρφιά κι δύσκολα τουν κ’βανά κανείς». Θεωρείς ευχή ή κατάρα την ομορφιά στην σύγχρονη γυναίκα;

Θεωρώ πως δεν πρέπει να γίνεται λόγος για το αν η ομορφιά σε μια γυναίκα τη φέρνει σε μια πιο προνομιακή θέση ή όχι. Εκεί που πρέπει οπωσδήποτε, επιτέλους, να εστιάσει η σύγχρονη κοινωνία το βλέμμα της είναι στο γιατί να πρέπει η γυναίκα να τυγχάνει διαφορετικής αντιμετώπισης του άντρα. Γιατί να πρέπει να συζητιέται αν είναι εμφανίσιμη ή όχι, λεπτή ή όχι, κοντή ή όχι, χαμογελαστή ή όχι και πάει λέγοντας. Σίγουρα παρόμοια κριτήρια υπάρχουν και για τους άντρες και είναι εξίσου δύσκολο. Είναι εξίσου δύσκολο, φαντάζομαι, και για τους άντρες να πρέπει να ακολουθούν έστω και κάποιους “macho” κανόνες. Καταπίεση υπάρχει και στα δύο φύλα. Αναμφίβολά όμως η γυναίκα τυγχάνει πολύ μεγαλύτερης καταπίεσης -και ιστορικά αν το εξετάσουμε- και σε πολλαπλές μορφές. Οι γυναικοκτονίες μόνο του 2019 το αποδεικνύουν.

Γράφοντας την παραπάνω έκφραση λοιπόν, ήθελα να μεταφέρω το σεξιστικό κλίμα και τον έντονο μισογυνισμό της εποχής. Στο ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου διήγημα, ο Πέτρος, ο ήρωας που παντρεύτηκε τη Μυρσίνη, αν και γνωρίζει ότι η ηρωίδα είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλο, αυτός το παραβλέπει και την αντιμετωπίζει ως ένα αντικείμενο που θέλει να αποκτήσει. Όταν μάλιστα καταλαβαίνει ότι εκείνη δεν είναι παρθένα τότε θέλει να εκδικηθεί και να διασύρει την ίδια και την οικογένειά της. Μπορεί η παραπάνω ιστορία να μην γράφτηκε για συγκεκριμένα πρόσωπα, όμως σίγουρα με κάποιον παρόμοιο τρόπο έχει συμβεί και συμβαίνει. Σίγουρα, όταν εν έτει 2019 στη Χρυσομαλλούσα Μυτιλήνης, ένας άντρας σκοτώνει τη γυναίκα που έχουν μαζί ένα παιδί -ή και την κάθε γυναίκα- τότε δυστυχώς η ιστορία της Μυρσίνης δεν ανήκει στο παρελθόν. Κι αναφέρω αυτό το παράδειγμα καθώς προέρχεται από το νησί για το οποίο μιλάω στο βιβλίο. Τα παραδείγματα όμως δεν έχουν τέλος. Τέτοιες δολοφονίες είναι έμφυλα εγκλήματα και όχι εγκλήματα πάθους. Φταίει μόνο ο δολοφόνος, όχι το θύμα. Νομίζω πως πρέπει επιτέλους να μιλάμε ανοιχτά γι’ αυτά θέματα.

Ένας ακόμα ρόλος της λογοτεχνίας και της τέχνης εν γένει, είναι για μένα, ο κοινωνικός προβληματισμός, η ανάδειξη αυτών των παθογόνων στοιχείων της κοινωνίας που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχαν, υπάρχουν και έχουμε την υποχρέωση, ο καθένας με τις δυνάμεις του, να τα αντιμαχόμαστε.

Σε μεγάλο μέρος του βιβλίου καλύπτεις μια εποχή διαφορετική από τη σημερινή, δεκαετίες πίσω. Έχει αλλάξει η θέση της γυναίκας από τότε; Και αν ναι, έπαιξε ρόλο η εκπαίδευση σε αυτό;

Ναι, σίγουρα έχει αλλάξει. Χωρίς να γίνομαι γραφική, πρέπει να πω ότι ακόμα υπάρχουν αδιανόητα για την εποχή περιστατικά έμφυλης βίας. Θεωρώ πως έχει παίξει ρόλο η εκπαίδευση, όμως μια τέτοια δήλωση είναι κάπως γενική. Η παιδεία είναι αυτή που επηρεάζει τα άτομα σε μια κοινωνία πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε μορφή τυπικής εκπαίδευσης και αυτή ξεκινάει από τα πλαίσια της οικογένειας και επεκτείνεται σε διάφορες άλλες ομάδες στις οποίες εντάσσεται ο άνθρωπος στη ζωή του. Θεωρώ πως οι τυπικές μορφές εκπαίδευσης δεν έχουν πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου. Επομένως, θα έλεγα πως η εξέλιξη της κάθε κοινωνίας και οι αξίες που αυτή προτάσσει κάθε φορά είναι τα στοιχεία που επηρεάζουν περισσότερο τις απόψεις και τις συμπεριφορές των μελών της. Αυτές οι αξίες, ή επίσης η έλλειψη αυτών, εκφράζονται συχνότερα μέσω των διάφορων κοινωνικών ομάδων και δευτερευόντως μέσω της τυπικής σχολικής εκπαίδευσης.

Υπάρχουν στο βιβλίο άνθρωποι μιας άλλης εποχής χωρίς ιδιαίτερες γραμματικές γνώσεις -μιας εποχής που και μόνο η ανάγνωση συνιστούσε ως έναν βαθμό πολυτέλεια- είχαν όμως αγνότητα, καλοσύνη, και ανθρωπιά σε ένα περιβάλλον μάλλον ανθρωποφάγο. Τί είναι τελικά αυτό που μας κρατάει αλληλέγγυους, αλτρουιστές;

Η εκπαίδευση που μπορεί να έχουν λάβει τα άτομα καθόλου δεν πρέπει να συγχέεται με την ποιότητα του χαρακτήρα, καθώς όπως προείπα η παιδεία είναι αυτή που καθορίζει κυρίως τη δημιουργία της προσωπικότητας του ανθρώπου και αυτή παρέχεται μέσα στους διάφορους οικείους κύκλους.

Η έννοια της ενσυναίσθησης και της τάσης να συμπάσχουμε με τον πόνο ή τις δυσκολίες του άλλου ήταν ανέκαθεν ένα θέμα που με ενδιέφερε. Ζούμε σε μια εποχή κοινωνικού Δαρβινισμού. Ίσως ο όρος ακούγεται βαρύγδουπος όμως πιστεύω πως παρουσιάζει εύγλωττα την τάση της σύγχρονης κοινωνίας να παροτρύνει τα άτομα να σκέφτονται πως “το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό”, πως δεν πρέπει να υπάρχει αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη καθώς το ατομικό είναι πιο σημαντικό του συλλογικού. Αντιτάσσομαι κάθετα σε μια τέτοια άποψη και όχι μόνο αρνούμαι να την υποστηρίξω αλλά θεωρώ πως είναι και πολύ βολικό, πολύ εύκολο, για μια κοινωνία που έχει ως απώτερο στόχο το κέρδος να παρουσιάζει τις παραπάνω σαν αξίες, που είναι και δήθεν βιολογικά αιτιολογημένες.

Είναι βολικό να υπάρχουν οι παραπάνω πεποιθήσεις για την κοινωνία του κέρδους. Αυτό δεν πάει να πει όμως πως είναι υγιές και ωφέλιμο να τις ακολουθούν τα άτομα. Πιστεύω πως μπορούμε εν γένει να είμαστε είτε αλτρουιστές ή εγωιστές, αλληλέγγυοί ή όχι. Εντέλει, αυτό είναι που μας ξεχωρίζει από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, η δυνατότητα της συνειδητής, έλλογης σκέψης που βασίζεται σε ένα σύστημα αξιών και όχι σε ένστικτα. Το αν θα είμαστε αλτρουιστές ή όχι είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, όπως ανατροφής, χαρακτήρα, εμπειριών. Για μένα όμως ο μεγαλύτερος παράγοντας είναι η δύναμη και η θέληση του ανθρώπου να αλλάζει προς το καλύτερο όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για την κοινωνία στην οποία ζει και για την κοινωνία στην οποία θα ζήσουν οι επόμενοι.

Το Νανούρισμα τοποθετείται στη μέση του βιβλίου. Σηματοδοτεί κάτι;

Η αλήθεια είναι πως το Νανούρισμα ήθελα να τοποθετηθεί στη μέση του βιβλίου καθώς χωρίζει τις ιστορίες από την επαρχία του παρελθόντος με εκείνες από την επαρχία του παρόντος. Αν και το βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων ήθελα κάπως να συμπεριλαμβάνει κάτι έμμετρο με ομοιοκαταληξία, κάτι που να έχει στοιχεία δημοτικής ποίησης.

Το κύριο θέμα του Νανουρίσματος είναι οι σκέψεις μιας μητέρας για το παιδί της, δοσμένες βέβαια ίσως με ύφος μιας άλλης εποχής. Μιας μητέρας που καθησυχάζει το μωρό της ότι θα έχει έναν ήσυχο ύπνο και πως διάφορα στοιχεία της φύσης θα το προσέχουν. Μιας μητέρας που τάζει πολύτιμα πετράδια και τυχερά τριφύλλια. Μιας μητέρας που δωροδοκεί τις Μοίρες για να δώσουν στο παιδί της μια όμορφη ζωή. Μιας μητέρας που θα άφηνε πίσω ένα δικό της κομμάτι για να έχει πάντα το παιδί της ένα στήριγμα.

Την πλατσέντα (σ.σ. παραδοσιακό γλυκό) η οποία αναφέρεται και στο βιβλίο, μπορεί να την βρει κανείς σήμερα στο νησί ή η παράδοση έχει αρχίσει να ξεθωριάζει υπό το βάρος της αστικής αφομοίωσης;

Νομίζω πως ένα από τα στοιχεία που δεν ξεθωριάζουν και δεν αφομοιώνονται εύκολα από τα αστικά πρότυπα είναι η παραδοσιακή κουζίνα κάθε τόπου. Η πλατσέντα φυσικά και υπάρχει ακόμα και είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη Λέσβο.

Βεβαία στο βιβλίο υπάρχουν στοιχεία που ξεπερνάνε τα αυστηρά κοινωνικά ζητήματα. Για παράδειγμα η φράση «Οι γείτονες είναι πάντα δικοί σου άνθρωποι», αναφέρεται στην ελληνοτουρικική σχέση. Πόσο ρεαλιστικό είναι να ξεπεραστούν οι αγκυλώσεις του παρελθόντος και να γίνουν βήματα προς μία νέα, πανανθρώπινη κοινωνία;

Στην συγκεκριμένη ερώτηση δεν ξέρω αν έχει περισσότερο νόημα ν’ απαντήσω αναλύοντας κάποιες δικές μου απόψεις όπως έκανα παραπάνω, ή αν αξίζει περισσότερο να πω ότι αυτή η φράση έχει ειπωθεί από έναν Τούρκο μικροπωλητή σ’ ένα παζάρι στο Αϊβαλί. Η συζήτηση που περιγράφω στο διήγημα “Οι γείτονες” είναι πραγματική.

Μια πανανθρώπινη κοινωνία μπορεί να υπάρξει, όμως σίγουρα αυτή θα ανήκει στο μέλλον. Αυτό που αναμφισβήτητα υπάρχει είναι μια ανθρώπινη θέληση για επικοινωνία, στήριξη και αλληλοβοήθεια ανάμεσα στους λαούς, στους απλούς και καθημερινούς ανθρώπους που μπορεί κανείς να γνωρίσει και που δεν αντιπροσωπεύονται απλώς από μια εθνικότητα, αλλά είναι πολλά περισσότερα απ’ αυτό.

Επίσης, το μικρότερο σε έκταση διήγημα του βιβλίου, αλλά ενδεχομένως το πιο συγκινητικό, αποτελεί μια κραυγή για το μεταναστευτικό ζήτημα. Θεωρείς ότι μπορεί να υπάρξει κάποια στιγμή στο μέλλον όπου η ανθρωπότητα θα πάψει να εφευρίσκει τρόπους για να πληγώνει τον εαυτό της;

Θεωρώ ότι μιλώντας για ανθρωπότητα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός των πολιτών και των κυβερνόντων. Δεν θέλω να πολιτικολογώ, καθώς δεν είναι αυτός ο σκοπός της συζήτησής μας, παρ’ όλα αυτά η ανθρωπότητα είναι ένας γενικός όρος και είναι απαραίτητο να διαχωρίζονται τα άτομα που δημιουργούν τους πολέμους από τα άτομα που είναι θύματά τους ή και απλοί παρατηρητές. Όσο τα οικονομικά συμφέροντα υπερισχύουν, όσο οι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι δεν αντιδρούν, όσο το ατομικό υπερβαίνει το συλλογικό, δεν θεωρώ πως η ανθρωπότητα θα έχει δυνατότητες να αλλάξει ώστε να μην ξανασυμβούν παρόμοιες τραγωδίες.

Και τελικά, τα φτερά του κόκκορα, με ό,τι αυτά σηματοδοτούσαν για εκείνες τις εποχές, τα συναντάει κανείς στις μέρες μας και αν ναι, με ποια μορφή;

Τα φτερά του κόκορα για μένα είναι ένα στοιχείο της ανδροκρατούμενης κοινωνίας και της καταπίεσης που δεχόταν η γυναίκα, ένα ακόμα εργαλείο ελέγχου της αναπαραγωγικής της ικανότητας. Τότε ήταν τα φτερά του κόκορα, σήμερα μπορεί να είναι ένα προσβλητικό σχόλιο για την εμφάνιση μιας γυναίκας, ένα σφύριγμα στο δρόμο, μια απόλυση λόγω εγκυμοσύνης, μια άρνηση έκτρωσης, μια μελανιά στο σώμα. Η λίστα δυστυχώς είναι μεγάλη.

Φτερά του κόκορα υπήρχαν και υπάρχουν. Είναι στο χέρι μας να μην επιτρέπουμε να διαιωνίζεται η έμφυλη βία. Λέγοντας έμφυλη εννοώ όχι το βιολογικό αλλά το κοινωνικό φύλο, καθώς παρόμοια βία αντιμετωπίζουν λαοτκι και τρανς άτομα. Κλείνοντας, το βιβλίο αυτό ήταν μια προσπάθεια αποτύπωσης των δυσκολιών που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν διάφορα καταπιεσμένα μέλη της κοινωνίας, και είναι πολλά. Και μπορεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να είμαστε και εμείς ή ο διπλανός μας και γι’ αυτό αξίζει να αγωνιζόμαστε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

Κι αυτή είναι η ομορφιά της λογοτεχνίας. Μια μικρή ιστορία, με λίγες προτάσεις, μπορεί να μας προκαλέσει διάφορα συναισθήματα. Ακριβώς επειδή αυτή η ιστορία έχει αγγίξει κάτι δικό μας, που όμως το μοιραζόμαστε με πολλούς κι ας μην το ξέρουμε.

 

___

Η Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, στο τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Επίσης, ολοκλήρωσε τη διετή φοίτηση δημιουργικής γραφής στο εργαστήρι «Tabula Rasa» και στο εργαστήρι ποίησης του ιδρύματος «Τάκης Σινόπουλος». Φέτος ολοκληρώνει τις σπουδές της στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Κοινωνικές Νευροεπιστήμες και Κοινωνική Παιδαγωγική» του Παιδαγωγικού τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.

Έχει αρθρογραφήσει στην τοπική εφημερίδα της Λέσβου «Εμπρός» και αρθρογραφεί στο τοπικό περιοδικό «Αντίλαλος της Βρίσας». Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες σελίδες, όπως 120lekseis.com, greekpoetics. Ένα διήγημά της κέρδισε στο διαγωνισμό της σελίδας 120lekseis.com και συμπεριλήφθηκε στο σχετικό ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book) που κυκλοφόρησε (Με κομμένη την ανάσα, Νοέμβριος 2015).

Κυκλοφορούν επίσης δύο συλλογικά έντυπα βιβλία στα οποία υπάρχει και από ένα διήγημά της (12 ερωτικά εγκλήματα αναζητούν δολοφόνο, εκδόσεις iWrite, Αθήνα, Ιούνιος 2016 και Κόκκινη κλωστή δεμένη στων παππούδων την ανέμη, εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, Νοέμβριος 2017).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος