Select Page

η Δήμητρα Μπεχλικούδη για την “περιπλάνηση ενός βιολιού” του Μιχάλη Μπουναρτζίδη

η Δήμητρα Μπεχλικούδη για την “περιπλάνηση ενός βιολιού” του Μιχάλη Μπουναρτζίδη

bounartzidhs_h_periplanisiΟ Μιχάλης Μπουναρτζίδης  κάνει την εμφάνισή του στο χώρο της  Νεοελληνικής Πεζογραφίας με το μυθιστόρημα «Προσευχή για τις Καινούργιες Πατρίδες»  που εκδόθηκε το 2010 από τις εκδ. Επτάλοφος. Πρόκειται για ένα οικογενειακό έπος, μυθιστόρημα μιας εποχής που αγκαλιάζει μια μεγάλη ιστορική περίοδο, τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Είναι το χρονικό δύο οικογενειών στη  διαδοχή τριών γενεών ανθρώπων τους, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θράκη, μέσα στο οποίο διαπλέκονται ιστορία, μυθοπλασία μνήμη και φαντασία.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, ο συγγραφέας επανέρχεται  με ένα δεύτερο μυθιστόρημα που εκδίδεται από τον Κέδρο. Τίτλος: Η περιπλάνηση ενός βιολιού, Μια μυθιστορηματική διαδρομή στην Ευρώπη.

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και τιμή που απόψε βρίσκομαι ανάμεσά σας και με όχημα της επικοινωνίας μας  το βιβλίο Μιχάλη Μπουναρτζίδη  θα προσπαθήσω να μοιραστώ μαζί σας μερικές από τις σκέψεις που μου γέννησε  η ανάγνωση του μυθιστορήματός του.

Θα προσπαθήσω να μοιραστώ μαζί σας όχι ακριβώς την περιπλάνηση ενός βιολιού, όσο τον εξαίσιο ήχο του, όπως αναδύεται από τον μυθιστορηματικό  λόγο.

Είμαι μπροστά σε ένα μυθιστόρημα-ποταμό. 478 πυκνογραμμένες σελίδες. Πυκνογραμμένες και καλογραμμένες σε μια πολύ καλή οργάνωση της αφηγηματικής ύλης του βιβλίου.

Με αρχή  in medias res, μια αφηγηματική τεχνική που σημαίνει «στη μέση των πραγμάτων», «στη μέση της υπόθεσης», ο συγγραφέας επιλέγει ως αρχή το πιο κρίσιμο σημείο μιας ιστορίας και στην πορεία διαμορφώνει κατάλληλες συνθήκες, ώστε να αναφέρει όσα προηγήθηκαν.

Ι936, 23 του Νοέμβρη, ανοιχτά της Βαρκελώνης αυτός είναι ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου. Δυο βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος ο Θωμάς και ο Ρώσος φίλος και συναγωνιστής  του ο Μαξίμ συνταξιδεύουν, πάνω σε ένα πλοίο που άφησε το λιμάνι της Μαρσίγιας και κατευθύνεται στη Βαρκελώνη, με σκοπό να εμπλακούν και να συνεισφέρουν  στον αντιφασιστικό αγώνα των Ισπανών κατά του Φράνκο.

Από εδώ και στο εξής τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου έχουν ως τίτλους το χρόνο και τον τόπο της δράσης. Άλλοτε με πισωγυρίσματα και άλλοτε με άλματα συνδέοντας το «τότε», το παρελθόν, με το «τώρα», με το παρόν της αφήγησης, δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία.

52 κεφάλαια –που καλώς δεν αποκαλούνται κεφάλαια. Εγώ θα τα ονόμαζα κεφάλαια-βήματα που σηματοδοτούν με τους αποκαλυπτικούς τίτλους τους την πορεία της αφήγησης. Σ’ αυτά τα 52 «βήματα» συγκροτείται και οικοδομείται αυτή η πολυπρόσωπη ιστορία, πλαισιωμένη από τα συγκλονιστικά  ιστορικά γεγονότα του μεσοπολέμου στην Ευρώπη. Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά υφαίνονται οι ιστορίες των χαρακτήρων, εξιστορούνται «των ανθρώπων τα βάσανα».

Όλα τα κεφάλαια που τιτλοφορούνται με χωροχρονικές ενδείξεις είναι τριτοπρόσωπες αφηγήσεις. Ορισμένα εξ αυτών, πολύ μικρά σε έκταση –μια δυο σελίδες λειτουργούν ως ιντερμέδια, μετατοπίζοντας  και φωτίζοντας το παρόν της αφήγησης. Όσα κεφάλαια  τιτλοφορούνται με ένα από τα ονόματα των βασικών χαρακτήρων π.χ. «Θωμάς», «Ελβίρα», «Μαξίμ» είναι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο. Εύλογο, αφού στα κεφάλαια αυτά αφηγούνται οι χαρακτήρες, οι ήρωες: Ποιοι είναι όμως ο Θωμάς και η Ελβίρα; Είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου. Τους συνδέει ένας εφηβικός έρωτας που γεννιέται στη Θεσσαλονίκη. Ο Θωμάς γιος του Θρακιώτη Αλέκο εφέντη από την Αδριανούπολη, το 1914 μετακινείται πρόσφυγας από τη Φώκαια, με όλη την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη . Πρώτη προσφυγιά για τον Θωμά και τα αδέλφια του, δεύτερη προσφυγιά για τον πατέρα του που σε ηλικία 6 χρονών βρέθηκε  στη Σήλυμνο, στη Βόρεια Θράκη του 1870, τόπο του Σουλτάνου τότε. Ακολούθησαν οι πόλεμοι με τους Ρώσους, η Βόρεια Θράκη έγινε Ανατολική Ρωμυλία, το ελληνικό στοιχείο έφυγε για να μην υπηρετήσει το Βουλγάρικο στρατό.

[εδώ αρχίζει η ιστορία και της δικής μου οικογένειας – ποτέ δεν πίστεψα στο τυχαίο των ανθρώπινων συναντήσεων – Μικρό Μοναστήρι η πατρίδα του παππού μου, που ήρθε στην Ελλάδα στην Ελλάδα το 1907- Βούλγαρους τους αποκαλούσαν οι ντόπιοι χωρικοί και πλήρωναν για χρόνια ένα χαράτσι στο ελληνικό κράτος… Αθάνατη Ελλάδα!]

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα. Μιλήσαμε για τον Θωμά. Και η Ελβίρα; Εβραία που ζει στη Θεσσαλονίκη. Θα ξετυλιχτεί σιγά-σιγά και η ιστορία της δικής της οικογένειας καθώς και η προσωπική ιστορία των δύο παιδιών μέσα στο νήμα του ιστορικού χρόνου.

Ο πλατωνικός έρωτας του Θωμά και της  Ελβίρας με συνδετικό κρίκο τη μουσική ( ο Θωμάς μαθαίνει βιολί στο σπίτι της δασκάλας του, της μαντάμ Ζανέτ στη Σαλονίκη), θα διακοπεί δραματικά. Μια σειρά γεγονότα με αφορμή τη στράτευση του Θωμά και τη φυγή του από την πόλη θα τους χωρίσουν, για να ξανασυναντηθούν τυχαία στη Βαρκελώνη 18 χρόνια μετά.

Από το σημείο αυτό και εξής θα ξετυλιχθούν όλα όσα μεσολάβησαν, με ανατροπές, αποσιωπήσεις, αποκαλύψεις όλων  των γεγονότων που τους κράτησαν μακριά, αλλά και με την εξιστόρηση παράλληλα της κοινής πια διαδρομής τους στο δυναμικό παρόν της ταραγμένης ζωής στην Ισπανία, που σπαράσσεται από το εμφύλιο στο αντιφασιστικό αγώνα.

Δεν θα σας πω την ιστορία, θα ήταν εξάλλου αδύνατο και δεν θα είχε και νόημα. Θα σταθώ όμως σε μερικά σημεία πολύ ενδιαφέροντα κατά τη γνώμη μου.

Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αποτυπώνει  την τοπιογραφία των πόλεων και την ανθρωπογεωγραφία τους.

Η Θεσσαλονίκη του 1914, 1915, 1916, 1917 (η μεγάλη φωτιά), 1918 με την πολυπολιτισμική της διαστρωμάτωση,  οι προσπάθειες των προσφύγων να επιβιώσουν να ξαναστήσουν τη ζωή τους, τα πολιτικά δρώμενα, τα πρόσωπα, τα επαγγέλματα, οι διάφοροι κοινωνικοί τύποι, τα σπίτια, τα κάστρα, οι δρόμοι, τα καφεσαντάν, οι λαλιές, οι μυρωδιές, οι ήχοι.

Και πάντα μαζί με την ανάδυση αυτής της ατμόσφαιρας, οι εικόνες του φυσικού διάκοσμου, το γύρισμα των εποχών, οι περιγραφές που συνοδεύουν την καθημερινότητα των ανθρώπων, του μόχθου τους, του αγώνα για επιβίωση σε έναν κόσμο ανασφαλή, συγκεχυμένο, ρευστό, όπου όλα μπορούν να συμβούν.

Στο σημείο αυτό θα διαβάσω ένα ενδεικτικό απόσπασμα  όπου εγγράφεται μια καθημερινή σκηνή της ζωής των προσφύγων και δίνεται η ευκαιρία να παρουσιαστεί η αφορμή που οδήγησε το Θωμά να ασχοληθεί με το βιολί.  

Ο ήλιος χλωμός, κόντευε να χαθεί στη θολούρα που πλάκωνε τον κάμπο και τους βάλτους μακρυά πέρα απ το Χαρμάνκιοϊ*, κι έκανε τις βιαστικές κι αβέβαιες σκιές τους να μακραίνουν ολοένα, να κοντεύουν χορεύοντας ν ακουμπήσουν στους πολυκαιρισμένους τοίχους των κάστρων και να πνίγονται στην μουχλιασμένη μαυρίλα τους.
-Άιντε Αλέκο-εφέντη, φούσκωσες!.. άκουσε τη φωνή πίσω του, γύρισε χωρίς να σταματήσει, κι είδε τη χαμογελαστή και καλοσυνάτη φάτσα του γείτονά του, του Γρηγόρη, που τον έφτανε. Ταίριασαν το βήμα τους, ο ένας το άργεψε, ο άλλος έβαλε ακόμα λίγο ζόρι.
-Τι εφέντη μπρε Γρηγόρη, με κοροϊδεύεις; Το εφεντιλίκι με μάρανε!..
-Έ, άμα είσαι μια φορά, μετά δεν ξεγίνεσαι!
-Μμ… καλά… είπε σχεδόν από μέσα του. Δεν είχε και πολλή όρεξη για κουβέντες αυτό το δειλινό, παραπάνω κι από άλλες φορές… το άφησε με τρόπο να φανεί, κι ο γείτονάς του το κατάλαβε.
Περπάτησαν για λίγη ώρα χωρίς να μιλήσουν, το λαχάνιασμα απ τον ανήφορο έφτανε και περίσσευε.. Τώρα στο πλάι, στα δεξιά τους, ήταν οι μάντρες των στρατώνων και πιο πέρα, απ την άλλη μεριά, αυτά τα έρημα μεγάλα κτίρια του Βουλγαρικού Καθολικού Σεμιναρίου* του Ζεϊτενλίκ, και του μοναστηριού των καλογραιών.
-Να και το χωριό μας!.. ξαναμίλησε ο Γρηγόρης, πιο πολύ για να πει κάτι.
-Το χωριό μας!; έκανε σαν ξαφνιασμένος ο Αλέκο-εφέντης, το μυαλό του κάπου αλλού θα τριγύριζε όλη αυτή την ώρα.
-Ε, πώς να το πω, κάπως πρέπει να το λέω… εσύ δεν το λες έτσι;
-Ξέρω κι εγώ… δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι… μόνο με χωριό δε μοιάζει βέβαια!.. βρήκε λίγη διάθεση, σαν για να χωρατέψει ο άλλος.
-Να δεις, άμα τελειώσουν όλες οι παράγκες και φύγουν και τα τσαντίρια, θα μοιάζει πιο πολύ με χωριό!..
Ο Αλέκο-εφέντης κοντοστάθηκε αναγκάζοντας έτσι και τον Γρηγόρη να σταματήσει. Τον κοίταξε σαν να τον μετρούσε πρώτη φορά, παρά τους τόσους μήνες που έτυχαν να είναι γειτόνοι… σχεδόν απ την πρώτη μέρα που ξέπεσαν σ αυτόν τον ερημότοπο.
-Δηλαδή εσύ θα ήθελες να είναι το χωριό σου έτσι;
-Με παρεξήγησες γείτονα, είπα θα μοιάζει λίγο παραπάνω, αυτό είπα!.. Αλλοίμονο, το χωριό μου ήταν όμορφο…
-Τέλος πάντων, σοβαρή κουβέντα πιάσαμε Γρηγόρη!.. σαν τα μωρά!..
-Ε, κάτι να λέμε, δε βαρυέσαι…
-Άλλα να λέμε… δεν ακούς τι γίνεται; Πόλεμος πάλι…
-Ε, ξέρω, είναι τρεις, τέσσερις μήνες… εμείς δεν έχουμε δουλειά…
-Η Σερβία δίπλα μας είναι Γρηγόρη!.. Λίγο θέλουν οι Αυστριακοί να φτάσουν μέχρι εδώ;
-Γιατί, θα τους νικήσουν τους Σέρβους;
-Θα βάλουν κι άλλοι το χεράκι τους, θα δεις!..
-Σώπα τώρα!..
Δεν συνέχισε τη συζήτηση. Είχαν φθάσει σχεδόν. Ο ήλιος είχε κρυφτεί ώρα πριν, κι ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα πεθαμένο γκρίζο, στο βάθος μακρυά δεν τον ξεχώριζες απ τα θλιβερά έρημα χώματα, που πάνω τους πάσχιζαν να στεριώσουν άνθρωποι. Ο αέρας όσο πήγαινε κι έμοιαζε πηχτός κι όλο σκοτείνιαζε. Γύρω τους χόρευαν ίσκιοι αλλόκοτοι, όρθιοι, πλαγιαστοί, τσακισμένοι, όπως τους έφτιαχναν κατά το κέφι τους οι φωτιές που είχαν ανάψει εδώ κι εκεί οι γυναίκες, για να στήσουν απάνω τους ένα τσουκάλι να βράζει. «Ένα τσουκάλι να βράζει» θυμήθηκε ο Αλέκος. Κάμποσοι θα το έλεγαν σίγουρα από μέσα τους, να μην ακουστούν, αλλά κάποιες φορές, τον πρώτο καιρό που στάθηκαν σ αυτό τον τόπο, έβγαινε και σαν ψίθυρος ή σαν παράπονο, κι ακούγονταν, όσο αχνά κι αν το ξεστόμιζαν… Ένα τσουκάλι να βράζει, κι ας είχε μέσα μόνο δυό τρία χορτάρια που δεν πρόλαβαν να ξεραθούν μπαίνοντας το καλοκαίρι… Ένα τσουκάλι να βράζει, να τους θυμίζει ότι είχαν σπίτια και νοικοκυριά παρατημένα πίσω τους, κι ακόμα για ν αφουγκράζονται οι γειτόνοι την αξιοπρέπεια που δεν ήθελε να χαθεί… λες κι οι γειτόνοι δεν έκαναν τα ίδια!.. τέλος πάντων, έτσι είναι οι άνθρωποι άμα δεν έχουν τη μιζέρια στο αίμα τους…
Αυτά ήταν τις πρώτες μέρες, ευτυχώς, γιατί μετά ήρθαν τα συσσίτια, να πάρουν μέτρα στην πείνα, να την ημερέψουν · έπειτα και χωροφυλάκοι, επιστασία, γιατρείο… Φτιάχτηκαν σιγά – σιγά και παραπήγματα, πλίνθινα, μακρυά και φαρδιά, να χωράνε πολλές φαμελιές. Ήταν ακόμα και τ αντίσκηνα, εκείνα τα στρογγυλά, που στην αρχή, τον πρώτο καιρό, μόνο αυτά υπήρχαν, ευτυχώς τότε που ήταν καλοκαίρι. Όλα αυτά ήταν το «χωριό» που είχε πει ο Γρηγόρης. Είχαν δώσει κι όνομα, δεν τους βόλεψε το «Ζεϊτενλίκ», σιγά – σιγά έγινε «Λεμπέτ» αν και το Λεμπέτ*, το πρώτο, πέντε έξη σπίτια Ρωμιών όλα κι όλα, ήταν πιο ψηλά προς τα πάνω, από κει που έρχονταν το νερό….
Κόντευαν πια στο «σπίτι» τους, όταν ακούστηκε ο ήχος κάπου στο βάθος, κομμάτι στριγκός αλλά βαρύς, διστακτικός, παράξενο πως γίνονταν αλλά έβγαινε λυπητερός, από γκάιντα Θρακιώτικη. Κοντοστάθηκαν, αφουγκράστηκαν, κοίταξαν ο ένας τον άλλο σαν να ρωτούσαν… χωρίς να το σκεφτούν τα πόδια τους κίνησαν κατά κει που έρχονταν ο ήχος… κι άλλοι, απ αυτούς που τριγύριζαν, ή που κουβέντιαζαν σε μια άκρη, παραξενεμένοι κι αυτοί, έκαναν το ίδιο… και τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι κι έτρεξαν κατά τη γκάιντα. Τόσους μήνες εδώ πάνω, είχαν ξεχάσει πως ήταν…
Καθόταν σε μια πέτρα ο οργανοπαίχτης, λίγο έξω από μια σκηνή, σ ένα χωμάτινο βουναλάκι · η τραγιάσκα ψηλά και στραβά, το ασκί ακουμπημένο πάνω στα μαύρα πουτούρια*, η φυσούνα μισοκρυμμένη κάτω απ τα χοντρά κρεμαστά μουστάκια · τα μάτια του λαμπύριζαν σαν αναμένα κάρβουνα μέσα στο μισοσκόταδο, τα χοντρά ροζιασμένα δάχτυλα κυλούσαν αργά πάνω στις τρύπες της ζαμπούνας**.  Μαζεύονταν γύρω κι άλλοι, κι άλλοι, ήσυχοι, χωρίς κουβέντες, σαν να τους τραβούσε και να τους μάγευε ο αψύς ήχος της γκάιντας. Ο γκαϊτατζής στο δικό του κόσμο, μήτε που λογάριαζε το σμάρι που σφιχτοδένονταν ολόγυρά του, η ματιά καρφωμένη κάπου μακρυά, στο μισοσκότεινο πηχτό αέρα, τα δάχτυλα χάιδευαν τον αυλό σκορπώντας στον αέρα μουσικές αναλλοίωτες απ τα βάθη του χρόνου… χάθηκαν για λίγη ώρα έτσι, μουγγοί, οι πιο πολλοί με μάτια που βούρκωναν, με δάκρυα που κυλούσαν κι ευτυχώς το σκοτάδι που πύκνωνε, δεν τ άφηνε να φανούν. Τότε κάτι σουσούρεψε στο γύρο, λίγο ξέσφιξε το ανθρωπομάνι σε μια μεριά, μια λεπτή κοντή φιγούρα προχώρησε διστακτικά κατά το βουναλάκι, κρατούσε και κάτι τυλιγμένο στα χέρια. Κάθησε δίπλα, έβαλε τη θήκη στα γόνατα, την ξετύλιξε απ το πανί, την άνοιξε, έβγαλε από μέσα το βιολί και το δοξάρι, και περίμενε ήσυχα και σεβαστικά, να τελειώσει προς ώρας ο γκαϊτατζής το σκοπό που έπαιζε.
Πήρε κάμποσες στιγμές, όσο να τα βρουν τα όργανα μεταξύ τους, να ταιριάξουν τα δυό τους το καθένα με τη δικιά του ψυχή, δείχνοντας το δρόμο στους οργανοπαίχτες… να βρουν να δέσουν η θρακιώτικη γκάιντα και το βιολί το σπουδαγμένο στη Μικρασία, και να σηκώσουν τις κολασμένες ψυχές στον αέρα… κι όταν ζήτησαν και δυό τρεις φωνές το μερτικό τους, αντάμωσαν οι καρδιές και μάτωσαν, έκλαψαν τα μάτια, γέμισαν κουράγιο τα πνεμόνια… κι έπειτα μπήκαν στο χορό, πρώτα λιγοστοί, έπειτα πιότεροι, κι άλλοι, με τη σειρά τους και τακτικά, όχι σαν μπουλούκι να κοπανάνε ο ένας στον άλλο… Χόρευαν οι ανθρώποι και χόρευαν κι ίσκιοι τους αντάμα, μακριοί κι αλλόκοτοι, να κάνουν το δικό τους, κατά πως όριζε το παιχνίδισμα απ τις φωτιές κι όχι τα όργανα· κι άναψαν και θέριεψαν κι άλλες φωτιές ολόγυρα, να βλέπουν στα σκοτάδια που πατάνε και που χορεύουν, και φωτίζονταν τα πρόσωπα χρυσαφένια και κοκκινωπά, κι ο ιδρώτας στόλιζε τα μέτωπα που λαμπύριζαν, κι ο κουρνιαχτός που σηκώνονταν απ το διψασμένο χώμα λαμπύριζε κι αυτός και γίνονταν αμέτρητα αστέρια που στροβιλίζονταν κι αυτά στο δικό τους χορό…

 Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, η αγαπημένη πόλη του Γιώργου Ιωάννου. Δεν μπορώ να μη το σκέφτομαι διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Μπουναρτζίδη. Τι όμορφο να  συνομιλούν και συναντιούνται τα λογοτεχνικά κείμενα:

Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σού ‘ρχεται ν’ αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου· μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πώς αυτός πού μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει·… Γυρνώ μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς με δυνατή ευχαρίστηση. Θράκες, Χετταίοι, Φρύγες, όμορφοι Λυδοί, πάλι, θαρρείς, ανθούν ανάμεσά μας. ……Κι όμως τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει το παν για να σκορπίσει ή ομορφιά αυτή στους τέσσερεις ανέμους. Οι εγκληματίες των γραφείων εκμεταλλεύτηκαν τη ζωηράδα τους και την αγνότητα τους. Τους εξώθησαν να σφάξουν και να σφαχτούν να φαγωθούν, ιδίως μεταξύ τους.. …..Ολομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες. Όταν ανάβει το κόκκινο και σταματούν τα’ αυτοκίνητα, μού φαίνεται για μια στιγμή πώς παύει εντελώς κάθε θόρυβος. Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια σα να κυκλοφορούν. Κι όμως βλέπω πώς το πλήθος εξακολουθεί να περπατά, να κουβεντιάζει ή να γελάει. Σταματώ πολλές φορές στη μέση τού πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο πού κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες. Τώρα που δεν εμποδίζουν οι μηχανές, ακούω χιλιάδες βήματα στο πλακόστρωτο. Μού ‘ρχεται να καμπυλώσω τη ράχη μου για να περάσει χωρίς εμπόδια αυτό τα ποτάμι.

(Γιώργος Ιωάννου, Μες στους Προσφυγικούς  συνοικισμούς)

Τι ωραία που αναδεικνύει ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο της προσφυγιάς την περηφάνια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: «..Ένα τσουκάλι να βράζει, κι ας είχε μέσα μόνο δυο τρία χορτάρια που δεν πρόλαβαν να ξεραθούν μπαίνοντας το καλοκαίρι. Ένα τσουκάλι να βράζει να τους θυμίζει πως είχαν σπίτια και νοικοκυριά παρατημένα πίσω τους, κι ακόμη για ν’ αφουγκράζονται οι γειτόνοι την αξιοπρέπεια που δεν ήθελε να χαθεί…». Υπάρχει σε αναλογία μια σκηνή στο διήγημα του Δημήτρη Χατζή, «Το τέλος της μικρής μας πόλης» στην οποία οι γυναίκες της οικογένειας Περδικάρη, που εκπροσωπούν βέβαια μια άλλη κοινωνική τάξη, κτυπούν βρεγμένα πανιά πάνω στο ξύλο κοπής του κρέατος υποδυόμενες ότι προετοιμάζουν τις μπριζόλες για το ψήσιμο.

Λέγαμε, λοιπόν, για την τοπιογραφία και ανθρωπογεωγραφία των πόλεων:

Η Θεσσαλονίκη…Και εκ παραλλήλου η Βαρκελώνη  και η Ταραγόνα του 1936, όπου και η συνάντηση και συμπόρευση Θωμά και Ελβίρας με όσα θα ακολουθήσουν… Και η Κωνσταντινούπολη, «Η Πόλη… η πόλη των πόλεων… Βασιλεύουσα παντοτινή»   και  η Οδησσός ( Γενάρη του 1919), όπου ο Θωμάς θα συρθεί να πάρει μέρος  σε έναν ακόμα παράλογο πόλεμο.

Η Οντέσα  πόλη «με τα μεγαλόπρεπα κτίρια, τα σχολειά, τις εκκλησιές, την όπερα, τα μουσεία, τις πλατείες, τους κήπους, τα πάρκα, με τη σφραγίδα του Μαρασλή παντού…. Τώρα «βυθισμένη σ΄ ένα χάος που δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό του Θωμά… Αναρωτιόταν ποιος πολεμούσε ποιον, αλλά η απάντηση ήταν φανερή: ο καθένας πολεμούσε όλους τους άλλους και οι συμμαχίες κρατούσαν λίγες μέρες, όσο να τελειώσει η μάχη….»

Και έπειτα… Φλεβάρης- Μάρτης του 1919 στην Ουκρανία… Ετερόκλητα πλήθη μέσα στα τραίνα, μπουλούκια εξαντλημένα σε  ερημικούς σταθμούς. Έλληνες, Γάλλοι, Μπολσεβίκοι, ο Κόκκινος στρατός, Πολωνοί, Ρουμάνοι μπλεγμένοι σε έναν ανηλεή βουβό πόλεμο, άλλοτε σε άγριες μάχες σ’ ένα τοπίο παγωμένο, εφιαλτικό. Αίμα, θάνατος, σύγχυση, εξάντληση…

Διαβάζω πάλι:

«…Αναρωτιόταν τι έκανε εδώ πάνω, οι ανάκατες σκέψεις έπαιρναν μορφή σιγά-σιγά. Για ποιόν πολεμούσε; Πριν ξεκινήσουν, τους είχαν πει «για την Πατρίδα»… τότε δεν είχε δώσει σημασία στο ψέμα, το άφησε να περάσει, δε μπορούσε να κάνει και τίποτα, είχε άλλες προδοσίες να τον πληγώνουν… τώρα έβλεπε τι γίνονταν και γιατί, μετρούσε δίπλα του νεκρούς νέους ανθρώπους, σακατεμένους νέους ανθρώπους… τον τράνταξε κάποια στιγμή η θέα του φαντάρου με το κλαρίνο, εκείνου που είχαν παίξει μαζί στο βαπόρι… έλειπε το χέρι του το ένα, απ τον αγκώνα, θυμήθηκε τον αδερφό του, κι ο φαντάρος κλαρίνο πως θα παίξει μ ένα χέρι;.. δεν άξιζε όλο αυτό, το ήξερε από πριν, τώρα πια το είχε χωνέψει. Όταν άκουσε μια στιγμή τον Συνταγματάρχη να λέει πως θα προτείνει για παράσημο ένα λοχία που ξεψύχησε κομματιασμένος, κι ο γιατρός την ίδια στιγμή του έκλεινε τα μάτια, κράτησε με το ζόρι ένα ουρλιαχτό… αν άξιζε να πεθάνει κανείς μ’ αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον να ήταν ο θάνατος για ν αλλάξει κάτι σ αυτή τη βρωμιά… έτσι νόμιζε στη νιότη των είκοσι χρόνων του…»

Αυτά τα κομμάτια της Ιστορίας, θραύσματα από το παρελθόν και το παρόν της αφήγησης, άλλοτε εξιστορημένα από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή και άλλοτε από τους χαρακτήρες που μιλούν σε πρώτο πρόσωπο συντίθενται μέσα σε μια στέρεα οικοδομημένη αφήγηση στην οποία ανακαλούνται τα μεγάλα γεγονότα της συγκλονιστικής αυτής εποχής. Έτσι, αποτυπώνεται σε φλας μπακ με εξαιρετικό τρόπο η πορεία της ρώσικης επανάστασης, το όνειρο και η διάψευση, ο σταλινισμός, η πείνα, η Σιβηρία, η δραπέτευση του Θωμά και του Μαξίμ από την Πετρούπολη (Πέτρογκραντ). Και αντίστοιχα εκτυλίσσεται ο Ισπανικός εμφύλιος, οι ιδεολογικές τάσεις των επαναστατών, οι οργανώσεις, οι εμφύλιες διαμάχες, οι οδομαχίες, οι ενδοεπαναστατικές έριδες, τα ιδεολογικά αδιέξοδα, οι προδοσίες, οι διαψεύσεις.

Μέσα σ’ αυτό το Ιστορικό πλαίσιο, από την άλλη, είναι που εγκιβωτίζεται εξαιρετικά η δράση των χαρακτήρων, η ζωή, τα συναισθήματα, οι φιλίες, ο έρωτας, οι σκέψεις, τα όνειρα, η στέρηση και η λυσσαλέα προσπάθεια για αναπλήρωσή της ευτυχίας, των απλών ανθρώπινων αναγκών που λεηλατεί ο πόλεμος.

Με γλώσσα, καθημερινή, ρέουσα, ζεστή, μετρημένη, κατασταλαγμένη -αξιοποιημένη υπέροχα τόσο στα αφηγηματικά όσο και στα διαλογικά μέρη του βιβλίου-  με ρεαλισμό,  έξοχη αφηγηματική ροή, ζωντάνια και παραστατικότητα, ο συγγραφέας επιτυγχάνει να προβάλλει με τρόπο κινηματογραφικό μια τόσο πολυσχιδή και πολύπλοκη αφήγηση, συνδέοντας τόσες ανθρώπινες προσωπικές ιστορίες και περιπέτειες με την Ιστορία. Το πάντρεμα της ατομικής με τη συλλογική περιπέτεια γίνεται τόσο φυσικά, αρμονικά και ισορροπημένα,  ώστε ιστορία και λογοτεχνία ενορχηστρώνονται αριστουργηματικά.  

Η ανάγνωσή του βιβλίου μας παραπέμπει συνεχώς στην άποψη του Paul Ricoer (Temps et recit, p.143)  «…διηγούμαστε ιστορίες γιατί εν τέλει οι ανθρώπινες ζωές έχουν ανάγκη να αξίζουν να γίνονται αντικείμενο αφήγησης. Αυτή η παρατήρηση αποκτά όλη της τη σημασία όταν πρέπει να σώσουμε την ιστορία των νικημένων και των χαμένων». Αισθάνομαι, ότι αυτός ο λόγος του μεγάλου Γάλλου θεωρητικού βρίσκει τη δικαίωσή του σε όλα όσα διασώζει η μνήμη και η γνώση του αφηγητή.

Αν, σύμφωνα με τον Ricoer, «ό,τι έχει συμβεί είναι ένα συνονθύλευμα και έρχεται η εξιστόρηση να τοποθετήσει τα γεγονότα χρονολογικά δίνοντας μορφή στο άμορφο και βάζοντας τάξη στην αταξία, αφού μετασχηματίζει τα γεγονότα ΣΕ ιστορία αλλά και εκμαιεύει μια ιστορία ΑΠΟ τα γεγονότα» (p. 139), η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται άριστα στο έργο του Μιχάλη Μπουναρτζίδη.

Πραγματοποιεί αυτή την αναψηλάφηση αξιοποιώντας με εξαιρετική επιτυχία  τους χρονοτόπους, για να θυμηθούμε τον Μπαχτίν. Χαράσσει πάνω στο χάρτη της παρελθούσας ζωής των χαρακτήρων του τους χρονοτόπους  των μετακινήσεων τους, που στη ουσία είναι ατομικές διαδρομές που υπαγορεύονται από τη δυναμική της ιστορικής περιόδου που βιώνουν.

Αυτοί οι χρονότοποι των συναντήσεων μέσα στη  ροή του μυθιστορηματικού χρόνου είναι τα μονοπάτια, τα πραγματικά μονοπάτια που ακολουθούνται  από τους ήρωες και είναι ταυτόχρονα ένα μονοπάτι της  ζωής, της ψυχής… Αυτοί οι δρόμοι είναι βαθειά στιγματισμένοι από τη ροή του ιστορικού χρόνου, από τα ίχνη και τα σημεία, από τις ενδείξεις της εποχής, από την ψυχή, το άρωμα και τη μυρωδιά των τόπων, είναι όλα αυτά που μεταγράφονται  σε λέξεις, σε καταφάσεις και αρνήσεις, σε γέλια και δάκρυα, σε όνειρα και διαψεύσεις, σε αναρριχήσεις και κατακρημνίσεις. 

Το κείμενο, συνεπώς, ως ένα παλίμψηστο αφήγησης, μπολιάζεται από τις μνήμες των χαρακτήρων του και κυρίως όσων κρατούν πρωταγωνιστικούς ρόλους, μνήμες που εγκιβωτίζονται στην ιστορική και κοινωνική τοπιογραφία του μυθιστορήματος.

«Οι αναμνήσεις αποτελούν κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά συστατικά κάθε ατομικότητας. Πάνω απ’ όλα ο καθένας είναι οι αναμνήσεις του. Αν συγκροτείται κάπου βαθειά στο υποκείμενο ένας αναπαλλοτρίωτος  πυρήνας ιδιαιτερότητας αυτός μοιάζει να βρίσκεται στις αναμνήσεις του. Όμως η μνήμη δεν είναι μια εξατομικευμένη δυνατότητα. Θυμόμαστε στην προοπτική της ομάδας  λέει ο Αλμπάξ.»,  σημειώνει ο Στ. Σταυρίδης στο βιβλίο του, Μετέωροι χώροι της ετερότητας.

…Η μνήμη, η ικανότητα να αναφέρεσαι στο παρελθόν σαν να το θυμάσαι, σαν το παρελθόν να έχει γράψει τα ίχνη του πάνω σου. Αυτό το πλήθος των ενθυμήσεων «στην προοπτική της ομάδας» είναι ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό του τρόπου που ο συγγραφέας της «Περιπλάνησης ενός βιολιού» βάζει τον αφηγητή και  τους χαρακτήρες του να  ανακαλούν το παρελθόν.

Και είναι αξιοσημείωτο ότι ο συγγραφέας καταφέρνει να  φτιάξει ένα δαιδαλώδες πλέγμα σχέσεων που υπηρετεί με ενάργεια, συνέπεια και ακρίβεια το στόχο του: Να διηγηθεί όλες αυτές τις ιστορίες στο φόντο του μύθου, αφενός, και της ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής αφετέρου. Αυτό το  δεύτερο επίπεδο- σκηνικό- δεμένο στιβαρά με τη μυθοπλασία του αποτελεί μια στερεή βάση. Και με αυτή την αφετηρία, ο συγγραφέας  θα επιτύχει να επιτρέψει στην ανθρώπινη ψυχή να αναδυθεί στην επιφάνεια, κεντώντας αριστοτεχνικά τις δαιδαλώδεις διαδρομές της: θα επιτύχει να αποκαλύψει το φως και τα σκοτάδια της,  αποτυπώνοντας με κάθε ευκαιρία το μεγαλείο της, αλλά και την μικρότητα που  κατοικεί μίζερες ζωές, «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες» για να θυμηθούμε το Γ. Σεφέρη. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι  η  πολιτική διάσταση του βιβλίου συνυφασμένη με έναν βαθύ ανθρωπισμό αποτελεί προϊόν νηφάλιας θεώρησης και κατασταλαγμένης σκέψης. Μίση και πάθη, θύτες και θύματα, πόλεμοι και εμφύλιοι σπαραγμοί, ψεύδη και αλήθειες, θυσίες και διαψεύσεις αγώνων, ξεδιπλώνονται στο βιβλίο ως προβλήματα πανανθρώπινα με σταθερό το αίτημα και το όραμα ενός καλύτερου κόσμου.  

Θα κλείσω επικαλούμενη το μότο που προτάσσει στο βιβλίο του ο συγγραφέας:

Πέντε στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου:
Μ’ ακούς;
Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς.
Τ’ ακούς;
Να’ ρθεις

Είμαι βέβαιη ότι  οι αναγνώστες του συγγραφέα μας θα συναντήσουν τους δρόμους όλης της γης, που βγαίνουν στην καρδιά του,  στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού βιβλίου.

Και δεν θα ξεχαστούν …..θα’ ρθουν…

Δήμητρα Γ. Μπεχλικούδη

Διδάκτωρ Φιλολογίας

Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Αγγλικής στη Μέση Δημόσια Εκπαίδευση

________________
* Σημ. Ελευθέριο, Κορδελιό (Θεσσαλονίκης)
* Μονή Λαζαριστών
* Ευκαρπία
* Μάλλινα παντελόνια-βράκες
** Αυλός

Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!