Η κλεψύδρα του λυκόφωτος τελειώνει.

Ο ήλιος βάζει τις τελευταίες του πινελιές

στο καμβά της μέρας.

Της μέρας που παίρνει, τις τελευταίες βαθιές ανάσες

ρουφώντας το γαλάζιο του ουρανού.

 

Η νύχτα τρέχει να πάρει τη θέση της 

στη σκηνή του θεάτρου της ζωής μας,

γιατί εδώ η κάθε ηλιαχτίδα φαντάζει σαν απειλή

σαν μια ακόμη πληγή στο κορμί της.

 

Είναι η στιγμή που τα αγρίμια αδημονούν

να βγουν στο κυνήγι της λείας τους.

Είναι η ώρα που η δική τους ζούγκλα 

προσπαθεί να πάρει τα ηνία, 

απ’ αυτή των ανθρώπων.

 

Είναι η στιγμή που οι άνθρωποι 

τρέχουν να κουρνιάσουν φοβισμένοι

στις φωλιές τους,

που τρέχουν κουρασμένοι 

να αποθέσουν τις φοβίες τους, 

τις ενοχές τους, τις ελπίδες τους

στο καθαρτήριο της νύχτας.

Να αναβαπτιστούν και να ξεκινήσουν 

πάλι απ’ την αρχή, 

την δημιουργική τους πλάνη.

 

Να συνεχίσουν απρόσκοπτα 

το μακάριο ή μακάβριο έργο τους,

οικοδομώντας ένα αύριο

συνήθως χειρότερο, από το χθες.

 

Όμως αύριο, μια καινούργια μέρα ξημερώνει,

το φως θα νικήσει ξανά, το σκοτάδι.

Η ελπίδα δειλά – δειλά θα ξανανθίσει

θα ξαναγίνει για ακόμα μια φορά

της ζωής, το πιο όμορφο χάδι.

 

Ο ήλιος τις αισθήσεις θα μεθύσει

κι η μαγική σειρήνα του έρωτα

θα ηχήσει, 

στο πρώτο δικό σου, χτυποκάρδι…

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος