Η εφήμερη ομορφιά του έρωτα, της Στέλλας Βρετού

7.02.2020

σχόλια

Η Ιφιγένεια Σκρινή γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900, στο γύρισμα του αιώνα, και στα δεκαπέντε της γνώρισε τον ζωγράφο Αντρέι Ρομπολόφσκι, με τον οποίο αποφάσισε να φύγει κρυφά, προκαλώντας ανείπωτη θλίψη στο σπιτικό της. Θα είναι όμως πραγματικά ευτυχισμένη μαζί του; Τι θα της προσφέρει το ταξίδι τους στη Μέση Ανατολή και η ζωή τους στην Αλεξάνδρεια; Ποιος είναι πραγματικά ο Ρομπολόφσκι και τι μυστικά της κρύβει; Τι ξέρει γι’ αυτόν ο περιηγητής Τζέιμς Μπάροουζ και πόσο τυχαία είναι η γνωριμία τους;

Πρόκειται για ένα συγκινητικό, ρομαντικό μυθιστόρημα, γραμμένο με φρέσκια ματιά και με πάμπολλες εκπλήξεις που ξεφεύγουν από κάθε στερεότυπο πλοκής. Ξεκίνησα να το διαβάζω περιμένοντας να δω δυο ανθρώπους να ζουν τον έρωτά τους και να διαλύονται μέσα στον χρόνο ενώ ένα τρίτο πρόσωπο θα μπει και θα τους χωρίσει. Νόμιζα πως θα συναντήσω ατέλειωτα κεφάλαια πάθους, χιλιάδες σελίδες έρωτα και εφήμερων υποσχέσεων, ποτισμένων μάλιστα με άρωμα από τις Χίλιες και μία νύχτες. Σχεδόν αμέσως διαψεύστηκα, γιατί η κυρία Στέλλα Βρετού ενδιαφέρεται πραγματικά για τους χαρακτήρες που δημιούργησε και για τον αναγνώστη που θα την εμπιστευτεί. Η Ιφιγένεια και ο Αντρέι ζούνε συναρπαστικές στιγμές στην Ανατολία που τους φέρνουν πιο κοντά ενώ οι περιγραφές τοπίων, ανθρώπων και καταστάσεων είναι λεπτομερέστατες και ποικίλουν σε λεξιλόγιο και εικόνες. Είναι το ερέθισμα για να αφοσιωθεί η Ιφιγένεια στην τέχνη της φωτογραφίας, που της είχε μάθει ο Αντρέι και να αποτυπώνει στον φακό της ακριβώς την εφήμερη στιγμή της χαράς, της αγάπης, της μητρότητας. Κι όταν το ζευγάρι καταλύει επιτέλους στην Αλεξάνδρεια, το μυθιστόρημα παίρνει μια αναπάντεχη τροπή που θα ρίξει τους πρωταγωνιστές του σε απομακρυσμένα μονοπάτια.

Η Ιφιγένεια και ο Αντρέι, καθώς και πρόσωπα που θα συναντήσουν αργότερα στη ζωή τους, έχουν ένα στέρεο οικογενειακό υπόβαθρο που έχει δημιουργήσει ήδη την πρώτη μαγιά του χαρακτήρα τους και όσο προχωράει η πλοκή, παραμένοντας πιστοί στα ιδανικά τους, αρχίζουν σιγά σιγά να αλλάζουν, να σφυρηλατούνται από γεγονότα απρόσμενα, που θ’ αλλάξουν την πορεία τους και θα του φέρουν αντιμέτωπους με τον πραγματικό εαυτό τους: κάποιοι θα καταφύγουν στη δειλία κι ίσως το μέλλον τούς αλλάξει, κάποιοι θα ανακαλύψουν πόσο πραγματικά δυνατοί και αυτάρκεις είναι, κάποιοι άλλοι θα παρασυρθούν από το αθέλητο ψέμα και τις συνέπειές του, όλοι όμως θα ολοκληρώσουν τον κύκλο τους με ρεαλισμό, αληθοφάνεια και πιστότητα στα πρώτα τους βήματα. Αυτό εκτίμησα μεταξύ άλλων στο μυθιστόρημα, ότι δηλαδή μιλάμε για γνήσια και σωστή λογοτεχνικότητα και άρτια επεξεργασία ιστοριών και χαρακτήρων, χωρίς να παρασυρόμαστε σε περιττολογίες.

Η Ιφιγένεια γεννήθηκε στη Σμύρνη, κόρη μαστιχέμπορου, ζει και κινείται στον αστικό κύκλο της πόλης αλλά από την αρχή σκιαγραφείται ως άνθρωπος με ενδιαφέροντα και βαθιά παρατηρητικότητα. Οι σχέσεις της με την οικογένειά της καταγράφονται ακριβοδίκαια, πικραίνεται από τη συμπεριφορά της μάνας της απέναντί της, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με της αδελφής της, Ελισώς. Οι απορίες της δείχνουν έναν άνθρωπο που σκέφτεται και παλεύει για να βελτιωθούν θέσεις και καταστάσεις. Προσπαθεί να καταλάβει τους οικογενειακούς δεσμούς, να αιτιολογήσει στάσεις και συμπεριφορές ώστε να βρει τον δικό της εαυτό μέσα σε αυτό το άνετο και αρχοντικό σπίτι. Ατίθαση και αγοροκόριτσο, με σεβασμό όμως στους γονείς της, παρ’ όλο που η μάνα της τη θεωρεί ανυπάκουη, ακόμη κι όταν γνωρίζει τον έρωτα στα μάτια του ζωγράφου παρασύρεται, πάντα όμως με επιφυλάξεις. Το γεγονός πως τον ακολουθεί τελικά φαίνεται απότοκο μιας στέρεα δομημένης λογικής κι όχι ξεμυάλισμα, γι’ αυτό κι όταν αλλάζουν τα πράγματα στην Αλεξάνδρεια δείχνει έτοιμη να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Το παρελθόν της οικογένειας, από τον Πύργο της Χίου, κυλάει ανεμπόδιστα ως το παρόν της αφήγησης στην πλανεύτρα Σμύρνη με τις ευωδιές, τα έθιμα, την πολυπολιτισμικότητα, τα κέντρα διασκέδασης, τις χοροεσπερίδες, με το Μεροπάκι, την παρακόρη, να είναι η απαραίτητη ελαφριά και ολίγον κωμική νότα της ιστορίας.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλάξ με τριτοπρόσωπη, δίνει ζωντάνια και παραστατικότητα ενώ αραιά και πού φαίνεται να απευθύνεται σε συγκεκριμένο άτομο, το οποίο παραμένει κρυφό ως το λυτρωτικό δεύτερο μέρος του βιβλίου. Αυτή η αφηγηματική μέθοδος βοηθάει την Ιφιγένεια να έρθει πιο κοντά στον αναγνώστη, να του εκμυστηρευτεί πράγματα και να τον προετοιμάσει για κάποια μελλοντικά γεγονότα. Ευτυχώς αυτές οι γενικές και αόριστες αναφορές στο εγγύς ή απώτερο μέλλον δε δημιουργούν αίσθηση «παντογνωσίας», που θα απωθούσε την ανάγνωση, αντίθετα, είναι ενδείξεις οικειότητας και σφαιρικότερης αντιμετώπισης των γεγονότων από μεταγενέστερη σκοπιά, όπου κάποιος έχει πληρέστερη εικόνα για όσα συνέβησαν και είναι σε θέση να τα τοποθετήσει στις πραγματικές τους διαστάσεις και να δει καλύτερα τα αίτια και τα αιτιατά που οδήγησαν στο τέλος. Μάλιστα, όταν τα ευχάριστα γεγονότα της Σμύρνης συνδυάζονται μ’ ένα αρκετά μεταγενέστερο ταξίδι επιστροφής της Ιφιγένειας σ’ έναν εντελώς αλλαγμένο τόπο, εκεί ένα δάκρυ συνοδεύει αυτά τα σπαράγματα του μέλλοντος, κυρίως λόγω του βιασμού των αναμνήσεων κι όχι λόγω των καθαυτών αιματηρών ιστορικών γεγονότων.

Ανατριχιαστικά ωμή και δοσμένη ρεαλιστικά, όπως έγραψα και πριν, είναι η απόφαση της Ιφιγένειας να εγκαταλείψει τους δικούς της λίγες μέρες μετά την άφιξη στη Σμύρνη του ελληνικού στρατού. Περίλυπη και τρομοκρατημένη, ντροπιασμένη και ταυτόχρονα ευτυχισμένη! Κι αμέσως μετά ένα συναρπαστικό ταξίδι στην Ανατολία, γεμάτο ποικίλες και ολοζώντανες περιγραφές, εκπληκτικές λεπτομέρειες που συνθέτουν μια φτωχή και αναπάντεχη καθημερινή ζωή ταπεινών ανθρώπων, αρώματα, χρώματα, στιγμές! Ικόνιο και σουφισμός, Βηρυτός, Παλαιστίνη, Αντιόχεια, Χαλέπι και τόσα άλλα μέρη μάς συστήνονται μέσα από την ευσύνοπτη ιστορία τους. Τα πασίγνωστα χαλιά μάλιστα, σε μια σκηνή, θυμίζουν το σπιτικό της Ιφιγένειας και τη συζήτηση με τον πατέρα της: «-Ποιος τα φτιάχνει; -Κορίτσια όπως εσύ. Κάθονται στον αργαλειό και κεντάνε με τα μικρά δάχτυλά τους τα όνειρά τους. -Θα ήταν ταξίδια τα όνειρά τους» (σελ. 153). Κι επιπλέον πηγάζει λες αυθόρμητα το πανεθνικό μήνυμα για ειρήνη από λαούς υποχείρια εξουσιαστών: «Το πρόβλημα παντού, ίσως περισσότερο στην Παλαιστίνη, ήταν ότι αυτοί που τραβούσαν γραμμές με μολύβια και χάρακες αγνοούσαν τι εθνότητες που ζούσαν εκεί, αδιαφορούσαν για τις επιθυμίες τους, το θρήσκευμά τους» (σελ. 183). Αυτές οι εμπειρίες, αυτό το ταξίδι, διανθισμένο με εύληπτα και συναρπαστικά γεγονότα των εκάστοτε τόπων, είναι η ευκαιρία για τη συγγραφέα να τονίσει μεταξύ πολλών άλλων πως όσες διαφορές κι αν υπάρχουν, οι άνθρωποι είναι ίδιοι κι έχουν ένα ριζικό: «-Όσο καιρό ταξιδεύουμε στις πόλεις της Μέσης Ανατολής, συνειδητοποιώ πόσο κοντά βρίσκονται ο ισλαμισμός κι ο χριστιανισμός σε τούτο το κομμάτι της γης. Θρησκείες που γεννήθηκαν η μια μέσα από την άλλη, λαοί που είχαν το ίδιο ιστορικό παρελθόν, άνθρωποι που μοχθούν για τα ίδια πράγματα, έχουν τις ίδιες αγωνίες» (σελ. 175-176).

Ποιος είναι λοιπόν ο Αντρέι Ρομπολόφσκι; Πρόκειται για έναν μυστηριώδη και γοητευτικό άντρα, με σκοτεινό παρελθόν, το οποίο μας ξεδιπλώνεται παράλληλα με τη ζωή του στη Σμύρνη, όπου μετέβη από το Παρίσι, ελπίζοντας σε μια νέα αρχή. Η συγγραφέας γνωρίζει καλά τη ρωσική ιστορία με την οποία ντύνει την προσωπικότητα του ήρωα και περιγράφει γεγονότα που ίσως να μην είναι ευρύτερα γνωστά στο ελληνικό κοινό. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που με βοήθησε να νιώσω την ψυχολογία ενός ζωγράφου, να δω τι διαβλέπει και πώς εκφράζεται με το πινέλο του, πόσο ανάγλυφα αποτυπώνει τα εκάστοτε συναισθήματά του. Ο περίφημος πίνακάς του με τη γυμνή Ιφιγένεια μου θύμισε σε ένταση το «Σ΄ αγαπώ» Λαμπέτη-Χορν στην «Κάλπικη λίρα» κι έτσι κατάλαβα πόσο έντονα είναι τα συναισθήματα αυτών των χαρακτήρων. Τι άλλαξε λοιπόν στην Αλεξάνδρεια; Χμμμ….

Ο Τζέιμς Μπάροουζ είναι μια αναπάντεχη προσθήκη στο ταξίδι του ζεύγους στη Μικρά Ασία, συστήνεται ως Άγγλος περιηγητής, με κλασικές σπουδές στην Οξφόρδη, όμως είναι ένας άνθρωπος που έχει κι αυτός τα μυστικά του. Είναι εκείνος που θα στηρίξει την Ιφιγένεια στα δύσκολα που θα έρθουν, είναι ο δημοσιογράφος που θα καλύψει κάποια γεγονότα, δε θα είναι όμως ποτέ η αγάπη που θ’ αντικαταστήσει τον Αντρέι. Γι’ αυτό μ’ αρέσει η ιστορία που αφηγείται το μυθιστόρημα, γιατί τίποτα δεν είναι αναμενόμενο ως εξέλιξη αλλά τα πάντα δίνονται σωστά και με μεγάλο βαθμό αληθοφάνειας. Όταν μάλιστα τα γεγονότα κυλάνε αβίαστα και φτάνουν ως τη δεκαετία του 1970 δίνεται μια ευκαιρία στον Τζέιμς να επανορθώσει και να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς του με το παρελθόν. Θα τα καταφέρει άραγε;

Μακάρι να μπορούσα να γράψω κάτι πάνω στα αισθήματα που μου δημιουργήθηκαν από τα γεγονότα της Αλεξάνδρειας και μετέπειτα, είναι κρίμα όμως να στερήσω από τον αναγνώστη τη χαρά ν’ ανακαλύψει μόνος του τις αλλαγές που θα ενδυναμώσουν, απογοητεύσουν, κλονίσουν τους ήρωες που τον ταξιδεύουν από την Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα ως τα μοναστήρια του Σινά και το Λονδίνο. Μια εξαίρεση θα κάνω για τον Νικόλα, που μεγαλώνει με την πόρνη μάνα του στην Καισαριανή μαζί με τους άλλους πρόσφυγες. Η συγγραφέας τον περιγράφει με τα πιο συγκινητικά χρώματα, μιας και είναι καρπός ομαδικού βιασμού κι η μάνα του πότε τον διώχνει, πότε τον αγκαλιάζει. Μεγαλώνει με μια ουσιαστικά ξένη γυναίκα κι ο χαρακτήρας του πλάθεται μελετημένα και με εγκράτεια, χωρίς συναισθηματικές ακρότητες, ακόμη κι όταν η μάνα του τον εγκαταλείπει για μια καλύτερη ζωή στην Αμερική. Συμπυκνωμένα και με ενάργεια, η ζωή του ως την ενηλικίωση περνάει γρήγορα, χωρίς περιττές σκηνές, κι όταν έρχεται η ώρα για μια σημαντική απόφαση δείχνει το μεγαλείο της ψυχής του, που υπερνικά την πικρία και το μίσος.

Έχουμε λοιπόν γλυκόπικρες ιστορίες που η ροή τους αποφεύγει τις μασημένες, έτοιμες λύσεις και χαράζει τη δική της πορεία μέσα στα χρόνια. Νέες γνωριμίες, απροσδόκητοι παραλληλισμοί, μνήμες-αγκάθια σε κάθε νέα αρχή ωριμάζουν τον Ιφιγένεια, τον Αντρέι, την Ελισώ… Ένα άλλο σημαντικό προτέρημα του κειμένου είναι αυτό ακριβώς, ότι έχουμε να καλύψουμε σχεδόν εβδομήντα χρόνια αφήγησης κι όμως δεν υπάρχει εμμονή να καταγράψουμε την κάθε σχεδόν μέρα των γεγονότων, αντίθετα, κυρίως οι πόλεμοι, περνιούνται πολύ σύντομα, δίνοντας το βάρος της αφήγησης σε μεταγενέστερα γεγονότα, εξίσου σημαντικά για τις αλλαγές στις ζωές των πρωταγωνιστών.

«Η εφήμερη ομορφιά του έρωτα» είναι ένα μυθιστόρημα που με ταξίδεψε από τη Σμύρνη ως τα βάθη της Ανατολής κι από κει σε σημαντικά μέρη της ελληνικής παρουσίας. Συμπυκνωμένες παράγραφοι, λίγα και συναρπαστικά γραμμένα ιστορικά στοιχεία, που παρουσιάζονται είτε εν μέσω συζητήσεων είτε σε εφημερίδες και επιστολές είτε αντικαθρεφτίζονται σε κάποια γεγονότα. Ακόμη και οι παρένθετες, εκτενέστερες αναφορές στις ιστορικές περιόδους προς τεκμηρίωση των γενομένων δε με κούρασαν, παρ’ όλο που θα τις προτιμούσα σε μορφή υποσημειώσεων ή επίμετρου στο τέλος του βιβλίου, μιας και έκοβαν την αφήγηση σε καίριο σημείο ενώ η Ιστορία ήδη είχε ζωντανέψει χάρη στις πράξεις και τα λόγια των χαρακτήρων κι έτσι η παρουσία τους στα συγκεκριμένα σημεία πλεονάζει. Πλούσιο λεξιλόγιο, ελάχιστοι διάλογοι, χωρίς περιττές σκηνές και κεφάλαια, ζωντανεύουν μια διαφορετική ιστορία αγάπης, που παραδέχεται πως όσο εφήμερος κι αν είναι ο έρωτας, αξίζει να τον ζήσει κανείς για όσο κρατήσει. Ένα μυθιστόρημα που ολοκληρώνεται με ένα από τα πιο γλυκόπικρα φινάλε που έχω συναντήσει, φέρνοντάς μου δάκρυα λύτρωσης και ανακούφισης.

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου