Select Page

Η κριτική πρόσληψη του Παπαδιαμάντη και η Μαγεία της

Η κριτική πρόσληψη του Παπαδιαμάντη και η Μαγεία της

 

 

Η κριτική πρόσληψη του Παπαδιαμάντη και η Μαγεία της

Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. «Μόνον τ’ απαραίτητα», είπα […]. Βάλθηκα να τα καταγράφω ένα-ένα: […]

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

τής γηραιάς δρυός, οπού με τα κυμβαλίζοντα πέταλα των φυλλο-

μανούντων κλώνων της διηγείτο τας αναμνήσεις των αιώνων

Τότε, δια του ανοικτού παραθύρου είδα έν άστρον να λάμπη […].

Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος

Πρόλογος

Το 2011 συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Δεν συμπληρώθηκε ωστόσο και ο κύκλος των κριτικών προσεγγίσεων, καθώς οι φιλόλογοι –κυρίως– εξακολουθούν να αναλύουν και να ερμηνεύουν το έργο του Σκιαθίτη δημιουργού με αδιάπτωτο ενδιαφέρον. Από πολύ νωρίς άλλωστε, τόσο το έργο του Παπαδιαμάντη όσο και η προσωπικότητά του απασχόλησαν σοβαρά την κριτική, που μέσα από διάφορες προσεγγίσεις προσπάθησε κατά καιρούς να δώσει απάντηση σε πολλαπλά ερωτήματα. Ωστόσο η εργώδης δραστηριότητα αντί να αποτυπώσει μία σαφή εικόνα του φαινομένου Παπαδιαμάντης μάλλον δημιούργησε ένα μωσαϊκό, ενίοτε δυσνόητο αλλά οπωσδήποτε γοητευτικό. Διότι η κάθε κριτική προσέγγιση, υπακούοντας σε διαφορετικά κριτήρια κάθε φορά, έσπευσε να δώσει τη δική της ερμηνεία των γραπτών, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη θεωριών όχι απλά διαφορετικών αλλά και διιστάμενων με άξονες τον άνθρωπο, τον δημιουργό και το έργο του. Η ρητορική τροφοδότησε την αντίδραση και η ρήση εκμαίευσε την αντίρρηση, γεγονός που έφερε ως αποτέλεσμα τη χάραξη νέων ερμηνευτικών γραμμών και την ανάπτυξη ενός γόνιμου –παρά τις όποιες ακρότητες– και υπό εξέλιξη διαλόγου.

Δηλαδή η κριτική για τον Παπαδιαμάντη δεν ακολούθησε μία ευθύγραμμη πορεία κι ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό. Αντίθετα υπήρξε πολύπλευρη καθώς ανακάλυψε κι εξακολουθεί να ανακαλύπτει στο παπαδιαμαντικό έργο συναρπαστική πολυσημία και διαχρονική αξία. Υποστηρίζεται πως οι μεγάλοι ποιητές είναι συνάμα και μεγάλοι οιωνοσκόποι. Έγραψε λοιπόν ο Οδυσσέας Ελύτης: «Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. […] Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας. Από ένα τέτοιο ψήλωμα είναι που πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα του Παπαδιαμάντη».[1] Τα λόγια του Ελύτη επαληθεύονται καθώς ο Παπαδιαμάντης βρίσκεται σε έναν αειθαλή διάλογο με τους αναγνώστες, φιλολόγους και όχι μόνο. Η αλήθεια των λόγων του Ελύτη και η ουσία τους έκρινε και την κεντρική στόχευση του παρόντος δοκιμίου.

Δια-κριτικές ψηλαφήσεις

Από τις πρώτες του λογοτεχνικές εμφανίσεις ο Σκιαθίτης προκάλεσε αντιφατικές εντυπώσεις που διατυπώθηκαν μέσα από ανάλογα επώνυμα αλλά και ανώνυμα κριτικά σχόλια. Ο θάνατος του το 1911 αποτέλεσε την αιτία για το πρώτο μεγάλο κύμα κριτικών μελετών. Στα επόμενα χρόνια η κριτική και κυρίως η ακαδημαϊκή έθεσε στο μικροσκόπιο τον Παπαδιαμάντη, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σταδιακή έκδοση των έργων του. Μία σημαντική αύξηση της ενασχόλησης με τον δημιουργό σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80.[2] Κατά την τριακονταετία που ακολούθησε η ελληνική και ξένη «παπαδιαμαντική» βιβλιογραφία έχει εμπλουτιστεί με εντυπωσιακό αριθμό μελετών. Ο οργασμός αυτός οφείλεται κυρίως στην άνθηση της ακαδημαϊκής κριτικής στην Ελλάδα και ενισχύθηκε σημαντικά από την παρουσία της πεντάτομης κριτικής έκδοσης του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, η οποία κυκλοφόρησε κατά το διάστημα 1981-1987 από τις εκδόσεις Δόμος.

Οπωσδήποτε, με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή από τη γενική εντυπωσιολογική κριτική στην κριτική που βασίζεται στη βαθύτερη ανάλυση επί μέρους ζητημάτων. Γαλβανίζοντας τον ερευνητικό οίστρο το παπαδιαμαντικό έργο εξελίχθηκε σε αντικείμενο διεπιστημονικών και διαθεματικών προσεγγίσεων. Ο φιλόλογος, ο ποιητής, ο φιλόσοφος, ο ιστορικός, ο γλωσσολόγος, ο ψυχαναλυτής, ο δαρβινιστής, ο μαρξιστής, ο θεολόγος και ο οποιοσδήποτε άλλος ερευνητής, θεράπων οποιασδήποτε επιστήμης και φορέας οποιασδήποτε ιδεολογίας διαβάζει και αποδελτιώνει το κείμενο με βάση τις προσλαμβάνουσές του και τα ερωτήματα που ο ίδιος θέτει. Ουσιαστικά προσεγγίζει το κείμενο έχοντας ενίοτε εκ προοιμίου καθορίσει τα συμπεράσματα στα οποία πρόκειται να καταλήξει. Προσαρμόζει το κείμενο στο δικό του εκμαγείο και σφυρηλατεί το νοηματικό του περιεχόμενο ανάλογα με τη μοκέτα του. Η επιτυχία της κάθε προσέγγισης εξαρτάται από τον επιδέξιο χειρισμό του κειμένου ώστε να επιτευχθεί η λειτουργική σύνδεση του σημαινόμενου με το σημαίνον. Ασθενής σύνδεση καταλήγει σε αναξιόπιστα και αυθαίρετα αποτελέσματα με αμφίβολη αισθητική κι επιστημονική αξία.

Όπως έχει επισημανθεί, το αναγνωστικό κοινό των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού είχε ήδη αξιολογήσει τον Παπαδιαμάντη στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων. Στη συνείδηση του απλού λαού ο συγγραφέας ενσάρκωνε το πρότυπο του διηγηματογράφου-ηθογράφου-λαογράφου που αποτύπωνε στο έργο του εξιδανικευμένη την εικόνα της λαϊκής ψυχής. Από την άλλη ποιητές όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης επισήμαναν την απόκλιση του Παπαδιαμάντη από τον τυπικό διηγηματογραφικό ορίζοντα και ως εκ τούτου τον χαρακτήρισαν ανώτερο από την εποχή του.[3]

dokimio2_bΟι πρώτες επώνυμες, τεκμηριωμένες κριτικές για τον συγγραφέα και το έργο του κομίστηκαν από τον Κωστή Παλαμά, τον Παύλο Νιρβάνα και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Νευραλγική κοινή επισήμανση είναι η δημιουργική σύλληψη και ανάπλαση των εικόνων της μνήμης αντί της στείρας αναπαραγωγής της εικόνας της αγροτικής κοινότητας. Ο Ξενόπουλος έγραψε για «μαγικούς καθρέφτες». Για τον συγγραφέα ο Παπαδιαμάντης είναι ο άνθρωπος που έζησε πάντα με το όνειρο της πατρίδας του, από την οποία άντλησε στο σύνολό της, την πρώτη ύλη των διηγημάτων του. Ωστόσο ο Παπαδιαμάντης δεν είναι ένας «λαϊκός» συγγραφέας με τη στενή έννοια του όρου. Είναι ένας αυθεντικός δημιουργός που χωρίς να το επιδιώξει πέτυχε να προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό έργα με ιδιαίτερη αξία.[4] Ο Νιρβάνας αποκάλεσε τον Παπαδιαμάντη «μικρό δημιουργό».[5] Ο πληθωρικός Παλαμάς περιέγραψε συγγραφέα και έργο του ως σύνολο εναρμονισμένων αντιθέσεων που εκπροσωπεί «την κατάσταση της νέας ελληνικής ψυχής». Η απλότητα του ελληνικού τοπίου, η εγκαρδιότητα, η έκπαγλη διαύγεια και η περηφάνεια του συνδιαλέγονται αενάως με τον άνθρωπο. Δηλαδή μέσα από το έργο του Παπαδιαμάντη προάγεται η αδιάσπαστη ενότητα της φύσης με τον άνθρωπο και της ελληνικής φύσης με τον Έλληνα, ο άρρηκτος δεσμός ανάμεσα στις αξίες της φύσης και τις αξίες του πολιτισμού.[6]

Ο λυρισμός του παπαδιαμαντικού έργου τονίστηκε ιδιαίτερα στα επόμενα χρόνια και αποτέλεσε θέμα εκτεταμένων μελετών. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης της Ελ. Πολίτου-Μαρμαρινού ο αναγνώστης που φιλοδοξεί να πετύχει μια ολοκληρωμένη ανάγνωση του παπαδιαμαντικού έργου οφείλει να αναζητήσει δίπλα στο ρεαλισμό την ποιητικότητα.[7] Από την πλευρά της η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου υποστήριξε ότι ο τεκμηριωμένος ηθογραφικός ρεαλισμός του Παπαδιαμάντη δεν αποτελεί εμπόδιο για την ταυτόχρονη αποδοχή της ρομαντικής πλευράς του. Για τον εναργέστερο προσδιορισμό του έργου ο επιλέγεται ο όρος «poèticher Realismus».[8]

Δύο θέματα που έχουν τεθεί στο επίκεντρο της κριτικής από τις πρώτες κιόλας ερμηνευτικές απόπειρες του Παπαδιαμάντη είναι η γλώσσα του συγγραφέα αλλά και η αποτύπωση στο έργο του της «εθνικής, λαϊκής, νεοελληνικής ζωής, ψυχής και χαρακτήρα».[9] Όσον αφορά στη γλώσσα, η οποία συνιστά ένα ιδιόμορφο κράμα καθαρευόυσας και δημοτικής συνιστά θεμελιώδη οργανωτικό παράγοντα στη δομή του παπαδιαμαντικού αφηγήματος. Αφενός, ωστόσο, η αδιαμφισβήτητη πολυχρωμία έχει επαινεθεί ως πλούτος που χαρίζει στο κείμενο απαράμιλλη σαγήνη. Αφετέρου το παπαδιαμαντικό γλωσσικό ιδίωμα κατακεραυνώθηκε ως χυδαίο, σχολαστικό και προβληματικό.

Γνήσιος εκπρόσωπος της γενιάς του ’30 και με διάχυτο λυρισμό ο Ελύτης, έθεσε κατά τη δεκαετία του ’70 τη δική του ψηφίδα στην κριτική πρόσληψη του Παπαδιαμάντη. Έπλασε με το αμόνι της ποιητικής του και της λατρείας για την Ελλάδα τον Παπαδιαμάντη και τον κόσμο του κατ’ εικόνα κι ομοίωση του κοσμοειδώλου του. Ο μικρός και μέγας αυτός κόσμος και η ιστόρησή του συνιστούν το θέμα της επόμενης παραγράφου.

Πάντως, ήδη από το 1961 ο Ζήσιμος Λορεντζάτος είχε χαράξει τη δική του ερμηνευτική γραμμή για τον Παπαδιαμάντη. Ο Λορεντζάτος θέλει τον Παπαδιαμάντη στοχοπροσηλωμένο συνεχιστή της παράδοσης του χριστιανισμού όπως ακριβώς ο Σωκράτης αποτέλεσε συνεχιστή της παράδοσης των Δελφών.[10] Η προσέγγιση αυτή συνάντησε έντονο αντίλογο, ο οποίος εκφράστηκε στην πληρέστερη του μορφή κατά τα τελευταία χρόνια από τον Λάκη Προγκίδη. Ο τελευταίος απορρίπτει το βυζαντινό μύθο συνδέοντας τον Παπαδιαμάντη με την ευρωπαϊκή παράδοση.

Ένα άλλο βασικό ερώτημα, που δεν παύει να απασχολεί τους κριτικούς, είναι το αν, και αν ναι, πόσο και με ποιο τρόπο, ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται στα έργα του. Η προσωπικότητά του έχει υποστεί επανειλημμένα την ψηλάφηση των μελετητών, που προσπάθησαν να συνδέσουν με πολλαπλά νήματα τα βιώματα του συγγραφέα με τη δημιουργία του. Ο Παπαδιαμάντης μετέφερε στο έργο του εικόνες από τη ζωή της Σκιάθου και της Αθήνας, τα βιώματα και τις πεποιθήσεις του, ή ακολουθώντας μια αντίστροφη διαδρομή ενσωμάτωσε στα διηγήματά του κάποια τμήματα, έστω, του «βιογραφικού του μύθου», όπως τον είχαν συνθέσει οι σύγχρονοί του;[11]

Στα χρόνια της Κατοχής ο Παπαδιαμάντης προβλήθηκε ως ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» και ο «κοσμοκαλόγερος», γεγονός που αμφισβητήθηκε στα 1960 από τον Μανώλη Χαλβατζάκη.[12] Το 1974 ο Παναγιώτης Μουλλάς εξέδωσε τη μελέτη Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος, όπου υποστηρίζει πως το όποιο συστατικό του κειμένου έχει περάσει από το στάδιο του βιώματος ή και του τραύματος.[13] Από την άλλη ο Κωστής Παπαγιώργης θεωρεί ότι στο συγγραφικό του έργο ο Παπαδιαμάντης δεν μεταφέρει πραγματικά βιώματα αλλά δυνητικά, συνθέτοντας έτσι το είδωλο της ζωής που δεν έζησε.[14]

Τα τελευταία χρόνια ο G. Saunier, χρησιμοποιώντας την ψυχοκριτική μέθοδο, επιδίωξε να δημιουργήσει ένα νέο Παπαδιαμάντη ο οποίος αυτοβιογραφείται στο έργο του με την έννοια ότι μεταφέρει σε αυτό τον προσωπικό μύθο του. Ο ρόλος ακριβώς του προσωπικού μύθου στη διαμόρφωση της παπαδιαμαντικής δημιουργίας θέτει τη μελέτη του έργου στο μικροσκόπιο των ανθρωπιστικών επιστημών και κυρίως της επιστήμης της ψυχανάλυσης[15]. Τελικά μέσα από την ανάλυση του Saunier αναδύεται ένας πύρινος, εωσφορικός δημιουργός.

Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη δοσμένη από τον «ποιητή του Αιγαίου».

Στο εκτενές δοκίμιό του Οδυσσέα Ελύτη Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη, το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε το 1977, ο Σκιαθίτης σκιαγραφείται σύμφωνα με το πρότυπο του Έλληνα. «Οι Έλληνες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο» και ο Παπαδιαμάντης αποτελεί ένα από τα πιο φωτεινά σημεία «σ’ αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα», στο σύμπαν των «λευκοφόρων την διάνοιαν». Στη μελέτη του ποιητή τα λάθη, οι παραλείψεις, τα κενά, οι αντιφάσεις, οι αδυναμίες και οι ελλείψεις του δημιουργού και του έργου δεν αποσιωπώνται. Ωστόσο ο Ελύτης σπεύδει άλλοτε να τα δικαιολογήσει και άλλοτε να τους προσδώσει ένα ειδικό νόημα, μια συγκεκριμένη λειτουργία στο παπαδιαμαντικό σύμπαν. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη ορίζεται η αθωότητα, της οποίας το «λευκό σημάδι» και τη λάμψη διασώζει ακέραια στο έργο του όπως ακριβώς και οι Πλωτίνος, Ρωμανός Μελωδός, Fra Angelico, Bleke, Vermeer, Shelley και Θεόφιλος. Η αγνότητα του παπαδιαμαντικού κόσμου με τους αγρότες, τους ναυτικούς, την ένδεια, το μόχθο αλλά και το πλεόνασμα του θαύματος, την εντυπωσιακή φυσικότητα και την αισθησιακή αγνότητα αντιπαραβάλλεται με το φτιασίδωμα και την υποκρισία της περιρρέουσας κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό οι ζωντανές παραδοσιακές εικόνες που σώζει από τη φθορά του χρόνου ο Παπαδιαμάντης κρίνονται ως μείζονος σπουδαιότητας από τις δωρεές του Συγγρού! Η πλούσια ηθική και σημασιολογική του διάσταση του παπαδιαμαντικού έργου προβάλλονται ως εχέγγυα αφθαρσίας στο χρόνο. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν το θάνατο του Παπαδιαμάντη «τ’ αντιστύλια του οικοδομήματός του» έπεσαν. Ωστόσο το πνεύμα του Σκιαθίτη επιβίωσε και η μορφή του παράμεινε υποβλητική. Η ευρεία σημασιολογία διασφάλισε στο κείμενό του αξιοζήλευτη ευελιξία, ώστε να παραμένει ενεργό κι εναργές, απαντώντας στα ερωτήματα των νέων καιρών.

Απόπειρες διατύπωσης μονοδιάστατων και δογματικών απόψεων φυραίνουν την αξία του έργου. Ο Παπαδιαμάντης διατρέχει το στάδιο της παρατηρητικότητας και περνά στο στάδιο της μαγείας δημιουργώντας ένα κόσμο θαυμάτων. Όταν ο ρεαλιστής πεζογράφος συναντά τον ρομαντικό ποιητή συντελείται μια κοσμογονία. Ως προς το ατημέλητο ύφος, αυτό χαρακτηρίζεται ως μειονέκτημα, το οποίο ωστόσο με τρόπο μαγικό «κερδίζει φως και σε πάει αλλού, με τόση πειθώ μαγική, που […] αναγκάζεσαι στο τέλος να λησμονήσεις τον κρυφό γραμματοδιδάσκαλο μέσα σου». Παρόμοια με τη φύση η αυθόρμητη γραφή του Παπαδιαμάντη –καρπός ψυχικής και διανοητικής διαύγειας– απορρέει από τον «καθάριο έρωτα» που τον διαπνέει. Λουσμένα με το αρχέγονο φως τα περιστατικά, οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα, οι μυστικοί έρωτες των παιδικών χρόνων, φυλαγμένα στην ψυχή του Παπαδιαμάντη για χρόνια, στερεά και διαρκή, μετουσιώνονται όταν φτάνει το πλήρωμα του χρόνου σε λογοτεχνία. Οι μορφές που διατηρεί στη μνήμη, λαξευμένες από ανέμους αισθημάτων και ακατάλυτες όπως οι βράχοι αποτελούν την πρώτη ύλη για την πεζογραφία του. «Μάστορης παρακατιανός αλλά μακρόθυμος» πλάθει τους ιδανικούς ήρωες διηγημάτων.

Ο Παπαδιαμάντης είναι πρωτίστως Έλληνας και στη βάση αυτής της ιδιότητας συλλαμβάνει τον κόσμο, μαζί και το χριστιανισμό. Ακολούθως οι δύο ιδιότητες συνδιαλέγονται αρμονικά· η πρώτη κατευθύνει τη σκέψη, η δεύτερη το θυμικό. Άλλωστε, η έννοια του ανέφικτου για τον άνθρωπο, ο οποίος μένει μετέωρος ανάμεσα στην πίκρα και τη γοητεία ορίζεται ως κυρίαρχη. Αυτή ακριβώς η κυριαρχία θεωρείται ως δείγμα ηθικής, ως δείγμα του μέτρου και της σύνεσης του Παπαδιαμάντη. Η μόνη βεβαιότητα για τον τελευταίο είναι ο θάνατος, ο οποίος και καθορίζει την εξέλιξη σε πολλά από τα διηγήματα. Σύμφωνα πάντα με τον Ελύτη η συγκεκριμένη προσέγγιση εκπέμπει ένα υψηλό ηθικό νόημα. Η επίγεια ευτυχία περιορίζεται σε μια ελάχιστη στιγμή· το έδαφος των ανθρωπίνων είναι ασταθές. Σε αυτό το σημείο θυμόμαστε, φυσικά, τον Ηρόδοτο, για τον οποίο η συμφορά και το ευμετάβλητο των ανθρωπίνων συνιστά κινητήριο μοχλό. Την ηροδότεια σκέψη θυμίζει και η τάση του Παπαδιαμάντη να χρησιμοποιεί τα φυσικά στοιχεία είτε ως πλαίσιο είτε ως όργανο για την εκπλήρωση επιθυμιών όπως ο έρωτας και κυρίως για την αποκατάσταση της τάξης.

Ο έρωτας είναι διάχυτος στο έργο του Σκιαθίτη, ως κράμα πάθους και θρησκευτικής λατρείας. Θηρευτής των αισθησιακών στιγμών ο Παπαδιαμάντης, κατορθώνει με τη διαχείρισή τους να προσδώσει μία αναπάντεχη αγνότητα. Ο Παπαδιαμάντης, άλλωστε, δεν υπήρξε ασκητής πολέμιος της ύλης. Ήταν ολιγαρκής εκ φύσεως, «άνθρωπος του ελαχίστου», που αρνήθηκε την εξάρτηση από πράγματα κι ανθρώπους, ώστε να μην εξανδραποδιστεί από «τον εκατόγχειρα της καθημερινής τριβής». Υπήρξε ειρηνικός επαναστάτης, αρνητής των κοινωνικών συμβάσεων, «ελεύθερος σκοπευτής» των οπισθοδρομικών αντιλήψεων και δημιουργός ιδιόκτητου κώδικα ζωής.

Ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να συλλάβει τη φύση στην πληρότητά της, να αντιληφθεί το μυστικό της κάλεσμα και να γευτεί τη συγκίνηση της υπέρτατης τάξης των θαυμάτων της. Ανήγαγε τη φυσιολατρία του σε θρησκεία, στάση ζωής και τρόπο έκφρασης. Μέσα από τις περιγραφές του μεταφέρει την ιδέα της μοναδικής ενότητας του σύμπαντος, στη βάση της οποίας είχε αναπτύξει το προσωπικό του ήθος. Τα φυσικά στοιχεία συμμετέχουν στο δράμα των ανθρώπων με τρόπο πάντα αληθοφανή. Η ιδιόμορφη σχέση του Παπαδιαμάντη με τη φύση εξελίσσεται σε σεβασμό απέναντι σε κάθε μορφή ζωής, σεβασμό που πολλοί έσπευσαν να αποδώσουν στο χριστιανικό του αίσθημα. Ο Ελύτης απορρίπτει αυτή την προσέγγιση καθώς θεωρεί πως ο Παπαδιαμάντης υπήρξε πρωτίστως Έλληνας κι αισθησιάρχης. Κι όμως, ο Παπαδιαμάντης είχε κατηγορηθεί ως οπισθοδρομικός λόγω της πολεμικής του κατά των ιεροψαλτών, που θέλησαν να απομακρυνθούν από το βυζαντινό τυπικό. Κατά τον Ελύτη η πολεμική αυτή αποτέλεσε αντίσταση στην ασχήμια και την αταξία του νεωτερισμού. Κύρια έγνοια του Παπαδιαμάντη ήταν η διαφύλαξη της αρμονίας και της τάξης και όχι η τήρηση του εθιμοτυπικού καθαυτού.

Η άρνηση του Παπαδιαμάντη να εξαργυρώσει την ποιότητα με ποσότητα και το πνεύμα με ύλη, η επιμονή στα πιστεύω, στα ιδανικά και στις ιδέες του, του διασφάλισαν την αθανασία του. Ο νόμος της αφθαρσίας του πνεύματος επιβεβαίωσε την αλήθεια της ύπαρξής του. Η αγνότητά του επέτρεψε στο πνεύμα του ποιητή να ακμάσει μέσα του, του προσέδωσε «ποιητική νοημοσύνη», την ικανότητα δηλαδή να συνεγείρει τις λέξεις με τέτοιον τρόπο ώστε να παρουσιάζει το καθημερινό ως ανοίκειο. Ως προς τη γλώσσα, η δυσκαμψία και η παγερότητα της λόγιας μορφής ακυρώνονται από την ελεύθερη σύνταξη, τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές, τις απλές αλλά ιδιαίτερες περιγραφές και τις απροσδόκητες εισβολές της δημοτικής δια της σπάνιας ικανότητα του συγγραφέα να υποτάσσει την ποσότητα στην ποιότητα με ένα λεξιλόγιο «θησαυρισμένο από απανωτά στρώματα παιδείας». Με το έργο του ο Παπαδιαμάντης εναποθέτει στα χέρια μας τον κόσμο του, κόσμημα για τον κόσμο μας. «Ένας λαός βαθυπράσινος πλάι στο βαθυκύανο του πελάγους» και «ο λαός ο πραγματικός, των ανθρώπων που σμίλεψαν οι αιώνες και οι άνεμοι» συνιστούν το θέατρο και το θίασο που διδάσκουν τα διαχρονικά πάθη του ανθρώπου, ώστε να αναδεικνύονται τα μυστικά και οι αξίες της ζωής. Τέτοια αξία αποτελεί και το σοφό ελληνικό μέτρο.    

Αναντίρρητα ο «ποιητής του Αιγαίου» διαβάζει τον Παπαδιαμάντη «αυτοβιογραφικά», συνδιαλέγεται με σεβασμό με το είδωλο του μαγικού κατόπτρου. Αποκαλύπτεται ωστόσο και με τον τρόπο αυτό μία φεγγοβόλα ψηφίδα της τέχνης και της μαγείας του Παπαδιαμάντη: η σημασιολογική δυναμική του, η πλαστικότητα και η ευελιξία του. Όπως τονίζει ο ίδιος ο Ελύτης «Η μεγάλη τέχνη κρύβεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο».  

Στα μετέπειτα της Μαγείας ο ρεαλισμός

Μέσα από την εξέταση των ποικίλων προσεγγίσεων και προσλήψεων του Παπαδιαμάντη –και παρά τη θελκτικότητα της Μαγείας– γίνεται κατανοητό πως η καταλληλότερη μέθοδος για την προσέγγιση των ερωτημάτων της γραφής του, ανήκει στην αφηγηματολογική σχολή, την οποία εκπροσωπεί και η πανεπιστημιακός Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη. Η εξέταση του αφηγήματος εσωτερικά, στο δικό του περιβάλλον αναφοράς και χωρίς την παρεμβολή εξωλογοτεχνικών στοιχείων οδηγεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων με υψηλό δείκτη αξιοπιστίας. Αντίθετα, όποιες προσλήψεις εδράζονται σε εξωλογοτεχνικά κριτήρια εμπεριέχουν μεγάλη πιθανότητα σφάλματος, καθώς τα τεκμήρια δεν αναφέρονται άμεσα το κείμενο, το οποίο στις περιπτώσεις αυτές χάνει την ιδιαιτερότητα και την αυτονομία του. Αναπόδραστα ο σύγχρονος αναγνώστης προσλαμβάνει τον Παπαδιαμάντη όπως τον έπλασε η κριτική. Όπως τονίζει η Φαρίνου-Μαλαματάρη, «ο Παπαδιαμάντης δεν φτάνει πλέον μόνος στον αναγνώστη αλλά ερμηνευμένος […] είναι, είτε το θέλουμε, είτε όχι, το συγκλονιστικό βάρος των ερμηνειών του, και κάθε προσπάθεια για μια σύγχρονη αξιολόγησή του δεν μπορεί παρά να υποστεί το φόρτο τους».[16]

dokimio1_bΑναντίρρητα, ο Παπαδιαμάντης διαβάστηκε και θα διαβάζεται· κρίθηκε, και θα κρίνεται· μελετήθηκε και θα μελετάται. Ανάμεσα στο ρεαλισμό και το ρομαντισμό, την ποίηση και την πεζογραφία, την προσήλωση και την εξέλιξη, την καθαρεύουσα και τη δημοτική, τον ατομισμό και τον οικουμενισμό, το έθνος και την κοινότητα, το έλλογο και το άλογο, την ελευθερία και τον εγκλεισμό, την υποταγή και την επανάσταση, την αδράνεια και τη δράση, το εφικτό και το ανέφικτο, το όραμα και τη διάψευση, το στέρεο και το αεικίνητο, το βράχο και στο κύμα, το φως και το σκοτάδι, την Εδέμ και την έξωση, τον ασκητισμό και τον ηδονισμό, το μοναστήρι και το καπηλειό, την άγνοια και τη γνώση, τη σωτηρία και την καταδίκη, την ορθοδοξία και τον παγανισμό, την οσιότητα και την εωσφορικότητα, το συνειδητό και το υποσυνείδητο, «...εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερμητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης»,[17] ο Παπαδιαμάντης και το έργο του φέρουν ανάγλυφη τη σφραγίδα της αντίθεσης και αποπνέουν μια αδιάπτωτη μαγεία. Πρόκειται για τη μοναδική εκείνη αίσθηση της εύθραυστης ισορροπίας στο μοναδικό σημείο όπου τα δύο αντίθετα ανταλλάσσουν το πρώτο και το τελευταίο τους φιλί πριν αποξενωθούν οριστικά. Αναμφίβολα ο οριακός αυτός χαρακτήρας αποτελεί ένα από τα κλειδιά που μας αποκαλύπτουν την τεράστια απήχηση που εξακολουθούν να έχουν το κείμενο και ο συγγραφέας του ενώ «ο απρόσωπος χρόνος παραμένει άτεγκτος, κι ο μυστηριακός μηχανισμός του εξακολουθεί να λειτουργεί, στο πείσμα όλων μας των συναισθηματισμών […]».[18]

Επίμετρο

Η προσωπική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει το επίμετρο του δοκιμίου αυτού. Διότι ο Παπαδιαμάντης κατορθώνει να προσφέρει ακόμα και σε μια υποψήφια διδάκτορα Νεοελληνικής Ιστορίας περιγραφή που απροσδόκητα συμβάλλει στην προαγωγή του θέματός, προσθέτοντας στην αφήγηση την απαραίτητη γλαφυρότητα. Διότι, ως προς θέμα των πολιτικών ανταμοιβής των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης ενώ ο «Ματρόζος» του Γεωργίου Στρατήγη και ο γέρος, τυφλός αγωνιστής του Διονυσίου Τσόκου συνιστούν τη μία όψη του νομίσματος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μας μεταφέρει εξίσου γλαφυρά την άλλη όψη, την αντιηρωική και συνάμα εξίσου αληθινή κι εθνική:

Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν […] κι επί του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του Σωτήρος. Είχε παρακαλέσει προ πολλού έναν […] αρχαίον ναυτικόν όστις […] ήτο κάπως γνησιώτερος αγωνιστής […] να τον απαλλάξει ενός σταυρού […] αφού κατά λάθος η κυβέρνησις τον ενεθυμήθη δις […] Αλλ’ ο παράξενος γέρων του απήντησεν ότι […] «δεν του αρέσουν τα λιλιά» Το βέβαιον είναι ότι κατά τινα χύσιν παρασήμων […] επ’ ευκαιρία […] εορτής, η Κυβέρνησις έστειλεν […] τον αργυρούν σταυρόν του Σωτήρος […] Αλλ’ η πρώτη απονομή είχε λησμονηθεί μη τηρουμένων καταλόγων, […] και εις πάσαν εορτήν […] τους εκρέμα επί του στήθους και τους δύο, σήμερον δε […] ήτο και πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής.

Η ομοιότητα με σημερινά τραγελαφικά φαινόμενα είναι αδιαμφισβήτητη, όπως αδιαμφισβήτητη είναι και η δυναμική της καταγγελίας τους, μέσα από λόγο που προβληματίζει και συνάμα τέρπει.

 

_

γράφει η Σωτηρία Βασιλείου

 

 

____________

[1] Οδ. Ελύτης, «Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη», Εν Λευκώ, Αθήνα 1992 (1999), 62-63.

[2] Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Μικρή εισαγωγή στην πρόσληψη του Παπαδιαμάντη» στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 15

[3] Φαρίνου-Μαλαματάρη, ό.π. σημ.2, 17

[4] Γρ. Ξενόπουλος, «Το έργον του Παπαδιαμάντη» στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 82.

[5] Π. Νιρβάνας, «Το έργον του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 69-74.

[6] Κ. Παλαμάς, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 59-60.

[7] Ελ. Μαρμαρινού-Πολίτου, «Η ποιητικότητα του παπαδιαμαντικού έργου» στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 285-286.

[8] Ελ. Κωνσταντινίδου, «Ο Παπαδιαμάντης και η παράδοση του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού», στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 406.

[9] Φαρίνου-Μαλαματάρη, ό.π. σημ.2, 22.

[10] Ζ. Λορεντζάτος, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», στο Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη–Επιλογή κριτικών κειμένων, Ηράκλειο 2005, 200

[11] Φαρίνου-Μαλαματάρη, ό.π. σημ.2, 39

[12] Αυτόθι, 39.

[13] Π. Μουλλάς, Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος, Αθήνα 1974, λθ΄.

[14] Κωστής Παπαγιώργης, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Αθήνα 1997.

[15] G.M.Saunier, Εωσφόρος και Άβυσσος–Ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, Αθήνα 2001, 25-26

[16] Φαρίνου-Μαλαματάρη, ό.π. σημ.2, σ.46

[17] Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Άπαντα (κριτική έκδοση), τ. 3, Δόμος, Αθήνα 1981-1988, 520.

[18] Ελύτης, ό.π. σημ.1, 62

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!