Select Page

Η λάσπη, του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Ένα εξαιρετικό και διαφορετικό κοινωνικό μυθιστόρημα που συνδυάζει άριστα την ταχύτητα και την ωμότητα του «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» με το μίσος και την ειλικρίνεια των στίχων της Κατερίνας Γώγου. Ο λόγος τρέχει, κυλάει, όπως οι απελπισμένοι βορειοηπειρώτες που κατηφόρισαν στην Ελλάδα όταν άνοιξαν τα σύνορα τη δεκαετία του 1990 για να βρουν μια μπουκιά ψωμί και μια ελπίδα κρυμμένη πίσω από το μέλλον τους. Οι προτάσεις τεράστιες, οι τελείες σπάνιες, τα συναισθήματα σκορπισμένα από δω κι από κει. Δυνατό, ανατρεπτικό, διαφορετικό, απαιτητικό, πρέπει να το διαβάσετε!

Ο Αλέξανδρος ή Σάντο επιστρέφει στην Αθήνα μετά από έναν χρόνο, αποφασισμένος να αυτοκτονήσει. Καταστρώνοντας το σχέδιό του περπατά στην πόλη που γνώρισε και αγάπησε(;), μίσησε(;), έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του, με τη δύσκολη ζωή της οικογένειάς του στο Δρεπένι, με τα σχέδια που έκαναν για τον ερχομό τους στην Ελλάδα. Ο στόχος του είναι να κάτσει την ημέρα των γενεθλίων του στο τραπέζι με τη μητέρα και την αδερφή του και να αυτοκτονήσει μπροστά τους. Θα τα καταφέρει; Θα το κάνει; Υπάρχει περίπτωση κάτι να τον κάνει ν’ αλλάξει γνώμη; Πώς ήταν τα χρόνια εκτός Ελλάδας; Τι ψυχολογικό βάρος κουβαλά ένας νέος άνθρωπος με διπλή πατρίδα και κανένα σπιτικό;

Το κείμενο είναι υπέροχο, το λεξιλόγιο ανεπανάληπτο, το ψυχογράφημα του πρωταγωνιστή αξεπέραστο! Δεν κρύβω ότι συγκινήθηκα με τις συνθήκες διαβίωσης των γονιών και της αδερφής του Αλέξανδρου στο Δρεπένι (σε αυτό βοηθάει και το χιμαριώτικο ιδίωμα που χρησιμοποιείται) και κατάλαβα ότι η βάση της ζωής είναι ηίδια: να είμαι καλά με τον σύζυγό μου, να κάνουμε παιδιά και μέσα από αυτά να είμαστε ευτυχισμένοι, αγωνιζόμενοι ταυτόχρονα σκληρά να μην τους στερήσουμε τίποτα, αρκεί κι αυτά με τη σειρά τους να γίνουν ευτυχισμένα με τη βοήθεια του Θεού και τα παιχνίδια της τύχης. Μέσα από την ιστορία και τα ψυχοσυναισθηματικά σκαμπανεβάσματα του κεντρικού ήρωα δίνεται μια διεισδυτική και διαπεραστική ματιά στην ελληνική κοινωνία (ειδικά ως προς τη στάση της απέναντι στους μετανάστες αλλά όχι μόνο) και η οικογενειακή διαστρωμάτωση των προσφύγων.

Επίσης μου άρεσε που η αφήγηση δεν είναι γραμμική. Η ιστορία δηλαδή δεν εξελίσσεται ομαλά, ο Αλέξανδρος πήγε εκεί, έκανε αυτό, η οικογένειά του έζησε αυτά κλπ. Όχι, το πριν ξεδιπλώνεται αργά και μεθοδευμένα κατά την πορεία του τώρα, τα συναισθήματα αυξομειώνονται βασανιστικά και ο συγγραφέας αργεί να μας εξηγήσει τα αίτια της σημερινής εξέλιξης! Άριστος χειρισμός πλοκής και εξαιρετική ψυχογραφική πένα!

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να δυσκολευτεί ο αναγνώστης γιατί το κείμενο ξεφεύγει αρκετά από τα συνηθισμένα και τυποποιημένα ελληνικά μυθιστορήματα, πρέπει όμως να διαβαστεί και να του δοθεί η θέση που του αξίζει στο ράφι αλλά κυρίως στην καρδιά του βιβλιόφιλου!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Κουραφέξαλα, παιδάκια που δεν ήξεραν τι έκαναν, φρέσκα σώματα με διάφανα μυαλά που στη χειρότερη πιθήκιζαν τα καμώματα των μεγάλων μιας κοινωνίας οξύμωρης και σοκαρισμένης (φυσικά, άνοιξαν για πρώτη φορά μετά από χρόνια τα σύνορα και μπούκαραν κατά χιλιάδες άνθρωποι κουρελιασμένοι και ξεδοντιάρηδες, με κοιλιές πρησμένες από την πείνα, πολλοί από αυτούς πρώην κατάδικοι για βαριά εγκλήματα, κανένα καραβάνι να δώσει σχήμα σε αυτή τη σιωπηρή κεκαλυμμένη προσφυγιά, μόνο λεωφορεία με ξεφουσκωμένα λάστιχα που τρέκλιζαν πέρα δώθε και απέραντες άχρονες πεζοπορίες σε χαράδρες και πλαγιές, καμία ερυθρά θάλασσα να σχιστεί στη μέση, μόνο μια γη διαμελισμένη και παρατημένη και μπάσταρδη) μεγάλων που, ναι, μπορώ να πω για αυτούς πως μια γριά με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και μούτρο πληγιασμένο από τα χρόνια και πλάτη γυρτή από το κουβάλημα της ελιάς ή ένας μπάρμπας με κίτρινο μουστάκι και μαγκούρα που ταλαντεύει σαν εκκρεμές στη βόλτα του στο καφενείο, πραγματοποιούν μια ανώφελη και ηλίθια κατασπατάληση ενέργειας όταν σκούζουν σ’ ένα παιδάκι άντε φύγε να πας πίσω στο χωριό σου να παίξεις τι δουλειά έχεις εδώ πέρα βρωμιάρικο;» (σελ. 41)

«Ο καθένας είναι έτσι όπως είναι για κάποιον λόγο κι αυτό δεν του αφαιρεί καθόλου από αυτό που είναι. Πόσο διαφορετικά μπορείς να ζωγραφίσεις όταν με το που γεννιέσαι σου βάζουν στις μικροσκοπικές παλάμες χρώματα που άλλοι διάλεξαν χωρίς να σε ρωτήσουν;» (σελ. 188).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!