Πρώτα χάθηκε το κόκκινο. Το αγαπημένο της. Το συνειδητοποίησε ξαφνικά. Σ’ ένα φανάρι. Δεν το είδε, δεν υπήρχε. Οριακά γλίτωσε τη σύγκρουση. Ο άλλος οδηγός, τρελαμένος, τη στόλισε κανονικά. Δεν τον άκουσε καν. Πάρκαρε τρέμοντας στην άκρη. Γύρισε πίσω να δει. Το φανάρι στη θέση του. Δεν ήταν σπασμένο. Τα φώτα δούλευαν κανονικά. Πράσινο-πορτοκαλί-γκρίζο. Γκρίζο-πράσινο... Το κόκκινο πουθενά...

            Γύρισε σπίτι τρέμοντας ακόμη. Άρχισε να ψάχνει ό,τι κόκκινο υπήρχε μέσα. Τίποτε. Δεν υπήρχε τίποτε κόκκινο πια. Σκούρο γκρι τα μήλα. Γκρίζα τα τριαντάφυλλα στη γλάστρα. Άνοιξε την ντουλάπα. Το φόρεμά της. Το κόκκινο με τις άσπρες μαργαρίτες. Γκρι με άσπρες μαργαρίτες το βρήκε. Έτρεξε στο μπάνιο. Πήρε το κραγιόν της, το κατακόκκινο. Σκούρο γκρι κι αυτό. Σωριάστηκε στα πλακάκια...

            Συνήλθε μετά από ώρα. Έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της. Κάπως καλύτερα. Προσπάθησε να δει τα πράγματα ψύχραιμα. «Αχρωματοψία», σκέφτηκε. «Πρέπει να πάω σε γιατρό, να το ψάξω». Ήπιε λίγο γάλα, κόμπος το στομάχι της. Έπεσε για ύπνο νωρίς. Ένιωθε τόσο εξαντλημένη...

            Τον είδε πάλι στο όνειρό της. Όπως κάθε βράδυ από τότε που έφυγε. Για πάντα. Ξαφνικά, δυο μήνες πριν. «Καρδιά», είπαν οι γιατροί. Τι καρδιά; Πώς καρδιά; Εκείνος ήταν τόσο γερός... τόσο δυνατός... Κι όμως έφυγε. Και την άφησε μόνη. Ρημαγμένη, άψυχη. Να ζει χωρίς να ζει. Να κοιτάζει χωρίς να βλέπει. Να ακούει χωρίς να καταλαβαίνει. Ζωντανή νεκρή...

            Τον είδε να της προσφέρει ένα μπουκέτο παπαρούνες. Όπως τότε, στην εκδρομή. Στο πράσινο λιβάδι, πάνω στο βουνό. Κι ήταν κόκκινες. Κατακόκκινες! Και το φουστάνι της, κόκκινο κι αυτό. Με άσπρες μαργαρίτες. Είχε ξαναβρεί το κόκκινο –έστω και στο όνειρο...

            Σηκώθηκε με κεφάλι βαρύ. Διστακτικά, σέρνοντας τα βήματα, πήγε προς τη γλάστρα. Τα τριαντάφυλλα ήταν πάντα γκρίζα. Έκανε να τα αγγίξει. Τράβηξε πίσω το χέρι σαν να την διαπέρασε ρεύμα. Τώρα ήταν γκρίζα και τα φύλλα τους. Είχε χάσει και το πράσινο...

            Δεν τόλμησε να πάρει το αυτοκίνητο. Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της. Τα φανάρια είχαν μόνο πορτοκαλί πια. Πήρε το λεωφορείο. Αυτό τουλάχιστον εξακολουθούσε να είναι μπλε. Παρατηρούσε με ένταση τα ρούχα που φορούσαν οι άλλοι γύρω της. Όλα τα χρώματα ήταν εκεί εκτός από το κόκκινο και το πράσινο. Αυτά λες και είχαν μετακομίσει σε άλλο πλανήτη...

            Τις επόμενες μέρες άρχισε να συνηθίζει τον καινούργιο κόσμο που έβλεπε. Έκλεισε και ραντεβού με το γιατρό. Μπορεί να ήταν κάτι παροδικό. Μπορεί να τα ξανάβρισκε τα χρώματα. Τόσες μέρες και δεν είχε δει κάποια αλλαγή. Δεν είχε χάσει άλλο χρώμα. Μόνη της παρηγοριά τα όνειρά της. Εκεί που όλα ήταν όμορφα. Χαρούμενα. Πολύχρωμα. Εκεί που ήταν κι εκείνος. Σε πράσινα λιβάδια. Με κόκκινες παπαρούνες...

            Μέχρι που, ξαφνικά, έχασε το μπλε. Απρόσμενα. Μέσα σε μια στιγμή. Το λεωφορείο άρχισε να αλλάζει χρώμα μπροστά στα μάτια της. Σε δευτερόλεπτα είχε γίνει γκρίζο κι αυτό. Τρελάθηκε. Κατέβηκε σαν κυνηγημένη. Σαν και να ήταν κάτι κολλητικό, κάτι φριχτά μεταδοτικό μέσα στο βαρύ όχημα. Κάτι που θα κολλούσε πάνω της και θα την ξεθώριαζε κι εκείνη. Θα την έκανε γκρι, μέσα κι έξω...

            Έκανε όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι της τρέχοντας. Προσπαθούσε να μη βλέπει γύρω της. Έτρεμε στη σκέψη ότι θα τα έχανε όλα. Λες, κι αν δεν κοίταζε, θα το ξόρκιζε. Το κακό. Το μίασμα. Ό,τι τέλος πάντων ήταν αυτό που της συνέβαινε. Μάταια. Έτρεχε κι έχανε συνέχεια χρώματα. Σε κάθε βήμα λες. Το κίτρινο στα τραμ. Το πορτοκαλί στα φανάρια. Το γαλάζιο στον ουρανό. Μέχρι να φτάσει σπίτι τα είχε χάσει όλα. Ακόμα και τις αποχρώσεις τους. Το λιλά, το ροζ, το λαδί... όλα...

            Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κοίταξε γύρω της. Όλα γκρίζα. Σε όλες τις αποχρώσεις του γκρι. Από το πιο ανοιχτό, το άσπρο-ασημί, μέχρι το πιο σκούρο, το ανθρακί-μαύρο. Ένας κόσμος γκρίζος. Σκοτεινός, καταθλιπτικός. Απ’ όπου τα χρώματα είχαν δραπετεύσει, είχαν χαθεί. Άρχισε να ουρλιάζει. Δεν το άντεχε αυτό. Ήθελε να κοιμηθεί... να κοιμηθεί... και να μείνει στα όνειρά της. Εκεί που είχαν μετακομίσει όλα τα χρώματα. Εκεί που ζούσε κι εκείνος...

            Πήγε στο ντουλάπι του φαρμακείου κι άπλωσε το χέρι στα υπνωτικά της χάπια. Τα κίτρινα. Που είχαν γίνει γκρίζα. Κατέβασε όλο το μπουκαλάκι μονομιάς. Πήγε παραπατώντας στον καναπέ. Ένιωσε να χαλαρώνει... να χαλαρώνει... να βυθίζεται...

            Πρώτο γύρισε το κόκκινο. Στα τριαντάφυλλα. Τους χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. Ύστερα το πράσινο... το κίτρινο... το μπλε, το πορτοκαλί, το λιλά. Κι έγινε ο κόσμος της πολύχρωμος και πάλι. Κι όσο βυθίζονταν, τόσο όλα γύρω χρωματίζονταν. Ένιωσε τα πόδια της να βουλιάζουν σε δροσερό, βελούδινο, καταπράσινο γρασίδι... Τα χέρια της να χαϊδεύουν χρυσοκίτρινες μαργαρίτες...

            Και τη στιγμή που όλα θάμπωναν γύρω της, τον είδε να έρχεται. Σαν μέσα σε ομίχλη. Χαμογελώντας. Κρατώντας κατακόκκινες παπαρούνες στα χέρια. Τις ακούμπησε στα μαλλιά της τρυφερά. Έσκυψε, τη φίλησε. Τον φίλησε κι εκείνη. Και του χάρισε την τελευταία της ανάσα. Πάντα χαμογελώντας...

 

_

γράφει η Βάσω Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!