Select Page

Η Οργή του Πατέρα τους

Η Οργή του Πατέρα τους

 

 

Κάθομαι στη μαλακή πολυθρόνα του σαλονιού, στον όγδοο όροφο του πύργου, και φοράω το Αμμολίθινο Προσωπείο που βρήκα, μετά από αρκετές δυσκολίες, στα σπήλαια κάτω από τα Όρη Κνωββ.

Αυτή τη φορά ελπίζω να πετύχω τον σκοπό μου.

Αισθάνομαι το προσωπείο να αγγίζει το πρόσωπό μου σαν να θέλει να ρουφήξει το δέρμα μου. Εισπνέω τον αρωματικό καπνό του σειρήνανθου ενώ μουρμουρίζω τα τελευταία λόγια της Σαγήνης του Ύπνου. Χρωματισμοί και φώτα στροβιλίζονται γύρω από τα μάτια μου, οικοδομώντας έναν κρυσταλλικό, λαμπυρίζοντα λαβύρινθο...

...που με στέλνει σε αμμώδεις ερήμους...

...σε μορφή πουλιού.

Φτερουγίζω πάνω από ατέρμονες θίνες που μοιάζουν να σχηματίζουν τις θελκτικές καμπύλες γυναίκας ξαπλωμένης κάτω από τις καυτές ακτίνες του ήλιου των Μεσοεκτάσεων. Περνάω πάνω από οάσεις και οικισμούς· περνάω πάνω από καραβάνια νομάδων που καβαλούν μακρύποδα κεσράλθ και σαύρες του γένους των πυρόδερμων σφυριχτών· περνάω πάνω από ένα ερείπιο γεμάτο δίκεφαλους σκελετόλυκους, ξεχασμένο από αιώνες... Κάτι με τραβά, κάτι με έλκει. Ναι, σίγουρα η πτήση μου προς τα εδώ δεν είναι τυχαία...

Πάνω από θίνες, ατέρμονες θίνες, και μια πεδιάδα όλο ξερό χώμα και κοφτερές πέτρες σαν μαχαίρια, και τώρα θίνες ξανά, αλλά που θυμίζουν κάστρα όπως αυτά που κάποιο παιδί θα έφτιαχνε στην άμμο. Και βλέπω στοιχειακά να με απειλούν από μέσα τους για να απομακρυνθώ. Όμως η πτήση μου είναι σταθερή και επίμονη.

Είμαι κοντά, τώρα. Το ξέρω.

Αντικρίζω ένα παράθυρο μέσα από τις θίνες, και μια γυναίκα πίσω από το κρύσταλλό του, παγιδευμένη εκεί. Μενεξεδένιο φόρεμα με πολλές πτυχώσεις, εφαρμοστά μανίκια, και ψηλό κλειστό γιακά. Καστανά, μακριά μαλλιά που πέφτουν ώς την πλάτη. Ένα περιδέραιο από σφαιρικούς λίθους. Η Δριλιάνα. Δεν μπορεί να είναι άλλη. Και μοιάζει χαμένη. Βηματίζει μέσα στη φυλακή της, παραμερίζοντας πελώριους αραχνοϊστούς που αναδημιουργούνται πολύ γρήγορα, αρπάζοντας τα πόδια της, τα χέρια της. Παρατηρώ ότι έχει χάσει το ένα της παπούτσι.

Παρατηρώ, επίσης, ότι εκείνη μάλλον δεν βλέπει το παράθυρο μέσα από το οποίο την κοιτάζω.

Πέφτω πάνω του και το χτυπάω με το ράμφος και με τα νύχια μου. Ο κρύσταλλος τραντάζεται, μα δεν σπάει. Η Δριλιάνα στρέφεται προς το μέρος μου σαν να έχει καταλάβει κάτι. Είναι συνοφρυωμένη.

Έλα, αδελφή μου, έλα. Εδώ είμαι. Δε με βλέπεις; Ξύπνα! Συνεχίζω να χτυπάω το παράθυρο. Προσπαθώ να θρυμματίσω τον κρύσταλλο, αλλά έχω την εντύπωση πως, παρότι φανερός από τη μεριά μου, είναι δυνατόν να σπάσει από την άλλη μεριά μόνο. Εδώ είμαι, Δριλιάνα! Από εδώ είναι η έξοδος! Επιχειρώ να στείλω ένα νοητικό μήνυμα στο μυαλό της, μα δεν ξέρω αν τα καταφέρνω. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο μπορεί να περάσει μέσα από τον κρύσταλλο.

Βλέπω τη Δριλιάνα, όμως, να έρχεται προς τα εδώ σαν κάποια που ψηλαφεί μες στο σκοτάδι. Οι ιστοί πυκνώνουν ξαφνικά γύρω της με σκοπό να τη σταματήσουν. Τους τραβά βίαια με τα χέρια και τα πόδια της. Της κλέβουν και το τελευταίο της παπούτσι. Της κλέβουν το περιδέραιο. Ορισμένοι έχουν γαντζωθεί, αυτή τη φορά, τόσο επίμονα επάνω της που σκίζουν κομμάτια από το μενεξεδένιο φόρεμά της.

Κοπανάω επίμονα τον κρύσταλλο με το ράμφος μου, αντλώντας δύναμη από την ψυχή μου για να κάνω όσο περισσότερη φασαρία μπορώ. Από εδώ! Από εδώ είναι ο δρόμος!

Η Δριλιάνα κλείνει τα μάτια της με τα χέρια και αρθρώνει δυνατά μια Λέξη Μυστικής Όρασης. Μετά, απλώνει το ένα χέρι προς τη μεριά μου και κάνει, με τα δάχτυλα, ένα Σημάδι Ανοίγματος.

Το κρύσταλλο του παραθύρου ανοίγει διάπλατα, πετώντας με πίσω. Φτερουγίζω αλλά πέφτω πάνω στις άμμους της ερήμου.

Οι ιστοί παλεύουν να σταματήσουν τη Δριλιάνα καθώς τρέχει προς το ανοιχτό παράθυρο για να φύγει. Τυλίγονται γύρω της, κολλώδεις και δυνατοί. Φωνάζει βοήθεια.

Δεν ξέρω αν σ’αυτή τη μορφή πουλιού είμαι αρκετά ισχυρός για να τη βοηθήσει, αλλά τι άλλο να κάνω; Κρώζω Λέξεις Τρόμου και Λέξεις Φλόγας, και οι ιστοί χάνουν τη δύναμή τους· τους βλέπω να τρεμουλιάζουν. Η Δριλιάνα ξεφεύγει από το άγγιγμά τους, και πηδά έξω από το παράθυρο. Βγαίνει στην έρημο.

Το παράθυρο κλείνει πίσω της, τρίζοντας. Και εξαφανίζεται σαν ποτέ να μην υπήρξε.

«Γιάρβολ!» λέει η Δριλιάνα στρέφοντας το βλέμμα της προς εμένα. Ακόμα και με τη μορφή που έχω δεν δυσκολεύτηκε να με αναγνωρίσει.

Μιλάω μέσα στο μυαλό της: Είσαι καλά;

«Ναι. Τώρα, ναι. Σ’ευχαριστώ, αδελφέ μου. Νόμιζα ότι ποτέ κανένας δεν θα με έβρισκε εκεί μέσα, κι αμφέβαλλα ότι μπορούσα να δραπετεύσω μόνη μου.»

Δυσκολεύτηκα να σε εντοπίσω, της λέω. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω το Αμμολίθινο Προσωπείο για να έρθω εδώ.

«Το Αμμολίθινο Προσωπείο; Το ψάχναμε για χρόνια! Πού το βρήκες;»

Αυτή είναι μια ιστορία για άλλη φορά, αδελφή, της λέω. Τι έγινε εδώ; Πώς κατέληξες φυλακισμένη;

«Ο πατέρας μας,» μου απαντά. «Εκείνος μ’έκλεισε σ’αυτή τη φυλακή.»

Εξαιτίας της αιώνιας βεντέτας του με τον θείο;

«Ναι, αλλά τα πράγματα έχουν αγριέψει τελευταία. Είναι κι οι δυο τους σαν θηρία που σύντομα θα διαλύσουν ολάκερη την Τρίτη Ήπειρο αν δεν γίνει κάτι.»

Στην Τρίτη Ήπειρο βρισκόμαστε, λοιπόν; Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς με είχε οδηγήσει το Αμμολίθινο Προσωπείο.

«Όχι, στη Βορνίρη.»

Στη Βορνίρη δεν υπάρχουν έρημη... Τώρα καταλαβαίνω. Όλα όσα δείχνει το προσωπείο είναι εξωτερικά παραισθησιακά αν και εσωτερικά αληθινά. Όπως είχα διαβάσει στο Χειρόγραφο του Σκοτεινού Ανέμου.

Πού θέλεις να συναντηθούμε; ρωτάω την αδελφή μου.

«Στη Ρένελκικ. Έχω καιρό να πιω το υπέροχο τσάι τους,» μου χαμογελά.

Στη Ρένελκικ, τότε! συμφωνώ, και πετάω μακριά.

Προς μια πελώρια μάσκα που διακρίνεται πίσω από τον ουρανό–

Η έρημος διαλύεται.

Είμαι ξανά στο σαλόνι του όγδοου ορόφου του πύργου. Στη Ρένελκικ. Ναι, εκεί που φτιάχνουν το τσάι που αρέσει στην αδελφή μου. Παρότι αδέλφια είχαμε καιρό πολύ να συναντηθούμε. Οι Κοσμογνώστες είναι σκορπισμένοι στον κόσμο.

Βγάζω το Αμμολίθινο Προσωπείο και το αφήνω στο τραπεζάκι παραδίπλα, καθώς σηκώνομαι από τη μαλακή πολυθρόνα.

Περιμένω το νοητικό μήνυμα που θα έρθει μαζί με την άφιξη της αδελφής μου. Η Δριλιάνα βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ αλλά πρέπει όπου νάναι να φτάσει καβαλώντας κάποιον από τους δύο νότιους ανέμους που έχει κάνει φίλους της μέσα στους αιώνες.

Βάζω τα καλά μου. Πάντα πρέπει να ντύνεσαι με τα καλά σου όταν είναι να αντιμετωπίσεις την οργή του πατέρα μας.

 

_

γράφει ο Κώστας Βουλαζέρης

Ο Κώστας Βουλαζέρης γράφει φανταστικές, παράξενες, και μαγικές ιστορίες. Η τελευταία σειρά φαντασίας που έχει γράψει είναι “Το Θρυμματισμένο Σύμπαν”. Μπορείτε να κατεβάσετε πολλά βιβλία του δωρεάν από τον ιστότοπό του: kostasvoulazeris.eu

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!