Select Page

Η ποίηση-στιγμή: Τάσος Λειβαδίτης

Η ποίηση-στιγμή: Τάσος Λειβαδίτης

«Συλλογιέμαι τα τραίνα που τρέχουν προς το τίποτα τη θάλασσα που αιώνια επιστρέφει…»

(Τάσος Λειβαδίτης, ‘Συλλογισμοί’)

 

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988), βιώνοντας τις ωδίνες της εμπλόκισης στην ίδια ελληνική ιστορία, απέδωσε μία ποίηση σκιαγράφησης του λεπτού και ‘λιτού’ ονείρου, προσδιορίζοντας παράλληλα μνήμες[1] που ‘εδαφοποιούνται’ στο ‘μέσον’ του ποιήματος, εγγράφοντας τις ίδιες σημάνσεις μίας ‘αδήμονος’ ανάγκης: της ανάγκης δια-κράτησης της στιγμής που, πέραν του κυκεώνα των μείζονων αλλαγών και μετασχηματισμών που έλαβαν χώρα, δύναται να επαναπροσδιορίσει οικείες ‘γραφές’ και νόμους.

Η ποιητική γραφή του Τάσου Λειβαδίτη, ‘ενσαρκώνεται’ στην πυκνότητα των ανθρώπινων σχέσεων, στην απώλεια ενός εκάστου πεδίου αναφοράς, την στιγμή όπου εναλλάσσεται μεταξύ μέτρου και βιώματος, με το ίδιο το βίωμα να συνέχει και να δεικνύει προς την κατεύθυνση της ιστορίας και της δράσης εντός και για την ιστορία, με την λέξη να μετράται και να προσλαμβάνει ‘υπόσταση’ στην απώλεια του σώματος, στο ‘παίγνιο’ και στην ποιητική οριακότητα μεταξύ ζωής που απήλθε και ζωής που αξιώνει το δικό της ‘παρών’ διαμέσου του αναφερόμενου χώρου, του εμπρόθετου σπαραγμού που ‘μετασχηματίζεται’ σε ευκαιρία πολλαπλής κατεύθυνσης: «Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν, αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος των δρόμων- όποιον κι αν πάρεις, θα τους συναντήσεις».[2]

 Η παρουσία στο χώρο, στο δρόμο διευρύνει τις απολήξεις της μνήμης, ανα-καλεί την και τις συναρθρώσεις μεταξύ ενικότητας και πληθυντικότητας, μεταξύ φάσματος και σώματος, θέτοντας στο επίκεντρο το εκπεφρασμένο ‘δεν’: «Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος των δρόμων».[3]

 Ο θάνατος ανα-καλείται σε ιστορίες εγγύτητας, στο όραμα της ανόρθωσης, διαμεσολαβώντας το πέραν της ‘φραγής’, εκεί όπου αφήνονται να νοηματοδοτήσουν ο ίμερος, η δράση και η συμμετοχή, η φασματικότητα ενός παρόντος που δεικνύει το παρελθόν. «Στο βάθος των δρόμων», η σιωπηλή απώλεια, το αίμα του συμβάντος, οι ‘φωνές’ ενός πλήθους που ακούγονται παράταιρα, η ποίηση που διαμορφώνει όρους και προϋποθέσεις μίας ιδιαίτερης ‘μορφικής λειτουργίας και κατανόησης’, σκιαγραφώντας μία μαρτυρία για κάθε σύντροφο που βίωσε την ιστορία ‘από την αρχή για την αρχή’, για την ‘νέα αρχή’.

Το ποιητικό πράττειν του Τάσου Λειβαδίτη εκ-ζητεί το ‘αβίαστο’, αποκρίνεται στην ευρύτητα της αντινομίας, στην ιστορία που ήταν ιστορία οικείων υποκειμένων, ενσωματώνοντας εκφάνσεις μίας καθημερινότητας που ομνύει στο ‘απέριττο’: ένας δρόμος και ένα συμβάν, ένα συναίσθημα που κινεί και ένα πέρασμα καθίστανται πεδία αναφοράς μίας ποιητικότητας που ‘δοκιμάζεται’ στις επάλληλες όψεις της συγ-κίνησης, που προσφέρει το ‘χέρι’ της στον αναγνώστη που δύναται να ‘συμπληρώσει’ το ποίημα ‘μαρτυρώντας’ τις επάλληλες πτυχές του.

Διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα του και δρώντας την ‘φορτισμένη’ δεκαετία του 1940, ο ποιητής προσιδιάζει προς την συγκρότηση ενός ποιητικού λόγου που συγκρατεί διά-κενα, τους συμβολισμούς της εξορίας, εκεί όπου η κάθε στιγμή μετράει διαφορετικά, σημαίνοντας το πλαίσιο μίας εντατικής απορίας: πως αναφέρεται η πληγή;. Σε ποιο σημείο του χρόνου και της ημέρας ανα-καλείται;. Πως εγγράφεται στο ‘όνομα’;. Στο ‘όνομα’ που ‘δια-σπάται’ σε διάφορα κομμάτια για να παραμείνει ενεργό, στο ‘όνομα’ που φέρει την σημαντικότητα του και που είναι η από πολλού διαρρηγμένη συντροφικότητα που εκτίθεται στις δυναμικές της γλώσσας και δη της ποιητικής γλώσσας: μία συντροφικότητα του μη-μέσου όρου, της ανισοβαρούς κατανομής, εκεί όπου τίθεται το ίδιο διακύβευμα: ‘οικείοι’ αλλά ‘ανόμοιοι’ μεταξύ μας, δράσαμε κάτω από την ίδια σκέπη’.

 Υπό αυτό το πρίσμα, με την ευρύτητα της διαμεσολαβούμενης φασματικότητας, η ποίηση καθίσταται ‘αξιωματικό φάσμα’ συγκέντρωσης προθέσεων, διαψεύσεων και μαρτυριών που, την κρίσιμη στιγμή, μαρτυρούν μία καθημερινότητα καθώς και ελάσσονα καθημερινά πράγματα που δεν έχουν απωλέσει την αξία τους. Το πεδίο της ποίησης σημαίνει την δυνατότητα της επιστροφής, επενεργεί σε ένα παρόν διάστικτων σωμάτων, απεικονίζει τους εραστές την στιγμή της ‘θυσίας’, συνιστά, για τον ποιητή, τροπικότητα αναζήτησης της κατάλληλης λέξης, της μητέρας που αίρει αποστάσεις, του ευρύτερου βιό-κοσμου που μετατοπίζει μίκρο βιό-κοσμους.

Συναρθρώνοντας το τοπικό με το παγκόσμιο, ο ποιητής ομνύει στην ανθρώπινη ειρήνη, προσδιορίζοντας την μείζονα προϋπόθεση της ανθρωπινότητας: την εμπρόθετη δοτικότητα, το ‘αν’ που σημαίνει. «Δεν έχεις καιρό δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος».[4]

Η ιστορία καθίσταται φάσμα, εμπρόθετο πεδίο που καλύπτεται με σώματα, με λόγους περί σωμάτων. Στρέφοντας πίσω, ο ποιητής ‘ανακαλύπτει’ τις αναπαραστάσεις, το επαναστατικό[5] όραμα που παρήλθε διαψευσμένο, αναφέροντας μία λεπταίσθητη ανθρωπινότητα που ανοίγεται και ανοίγει την θύρα της στο μέλλον: «Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα μάτια ξένα- αλλά κι εγώ ποιος ήμουν; ένας πρίγκιπας του τίποτα ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον».[6]

Ο ποιητής λειτουργεί εξομολογητικά, δεν υπαινίσσεται αλλά φανερώνει αυτό που έλαβε χώρα, που επιτελέστηκε δραστικά[7], αρθρώνοντας τον ποιητικό λόγο που δεν ‘καταδικάζει’ παρά ‘μυεί’: ‘μυεί’ στο ιστορικά περιφερόμενο αίμα, στις ‘αμαρτίες’ του σώματος, στην παιδικότητα που ενσκήπτει στη μεταιχμιακότητα θέασης και εντροπίας, χρόνου και λυγμού. Τι άλλο δύναται να είναι το μέλλον παρά η αξίωση και η μαρτυρία αυτού του παιδιού[8];, μοιάζει να αναρωτιέται ο ποιητής, με την ποίηση να δια-κρατεί τον πρώτο λόγο, προβάλλοντας αντιθέσεις, τα όνειρα της απουσίας.

Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η ποιητική πράξη του Τάσου Λειβαδίτη, εγγράφει όψεις του ποιητικού λόγου του Paul Celan, και, κύρια το σημαίνον με εμπρόθετες εντάσεις, το παράταιρο ‘σπαρακτικό με δίχως φωνή’, για ένα γίγνεσθαι που ‘χάνει’ το ανθρώπινο υποκείμενο, που αίρεται στις οδούς του μαρτυρίου και της μαρτυρίας: «Die Welt ist fort, ich muss dich tragen», ήτοι, «Απέρχεται ο κόσμος και πρέπει πάνω μου να σε φέρω».[9]

Φέροντας όρους εμπλόκισης, υποκείμενα και φάσματα υποκειμένων, ‘ρηγματώσεις’ του μέλλοντος στον ‘νυν χρόνο’, ο Τάσος Λειβαδίτης, εκεί όπου ‘απέρχεται’ το συμβάν το φέρει διαλεκτικά, το μοιράζεται εμπιστευτικά, το ανα-συνθέτει πρόθυμα, παρομοιάζοντας τον άνθρωπο με άνθρωπο.

«Δυστυχώς και η γη με δικά μας έξοδα γυρίζει»[10], γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη ‘Μαρία Νεφέλη’, ‘συλλαμβάνοντας’ τους όρους της μητρικής ‘θυσίας’, της ένρινης κατανομής διαπεραστικών φόβων. Η ποίηση για τον Τάσο Λειβαδίτη καθίσταται ‘στρατηγική’ επεξεργασίας νοημάτων, ‘σύλληψης’ των φανερών μυστηρίων και θαυμάτων, η λέξη που ως ‘γλώσσα’ μετατοπίζει και μετατοπίζεται διαρκώς, ή αλλιώς, «κι η ποίηση είναι η λέξη που αποσιωπήθηκε για μας οδηγεί σε ουράνιες παρανοήσεις».[11]

Το υποκείμενο εντός μίας ιστορίας προθέσεων, ενός γίγνεσθαι που επιστρέφει στην αρχή, μία ‘σπείρας’ εγκλήσεων. Το υποκείμενο ‘συλλαμβάνεται’ στον ίμερο του, στην ανοιχτή θυμηδία, στη νυχτωδία ενός εκάστου, μία νυχτωδία που συν-διαλέγεται με ‘σπείρες’ ανθρώπινης και για αυτό καθημερινής, ‘μετρικής λάμψης’.

Και όπως τονίζει ο Γερμανός ποιητής Jan Wagner: «ενώ η κότα φτερακίζοντας άνοιγε δρόμο αιμόφυρτη στο μεταξύ δυο κόσμων τις παιδικές μας τις τσιρίδες προσπερνώντας».[12] Η Λειβαδική ποίηση προχωρά στην επανάγνωση των ‘λεπτών γραμμών’, της φθοράς που αφήνει στο σώμα η ιστορία και η αγωνία της, του χρόνου που κινείται ελλειπτικά.

Η λέξη δύναται να ‘παραβεί’ κανόνες, επι-φέροντας μία υπόκωφη μελαγχολία, επενεργώντας στο σημείο τομής της απουσίας: στη διάρκεια της. Στο πεδίο της ιστορίας, το ερωτικό πράττειν το οποίο ‘γεννά’ διαρκώς απορίες, αξιώνοντας και παραμένοντας ‘έξω’ από τον συμβατικό, στο δικό του χρόνο των γήινων εξυψώσεων: «Δρόμοι προς τις μεγάλες ηδονές που βγαίνουν έξω απ’ το χρόνο, περιπέτειες των αδέξιων ερωτικών χεριών, μες στο σκοτάδι, η αιωνιότητα ενός αγγίγματος- τελικά οι ιστορίες μας έμειναν μισοτελειωμένες σαν μια παιδικότητα. Κάποτε θα κλάψω τόσο πολύ που θα εξευμενίσω όλα τα ρόδα».[13]

Η ποιητική γλώσσα επιτελείται στις διαστάσεις του ‘ανέστιου’: ο ‘ανέστιος’ ποιητής αναζητεί το δρόμο του, συναρθρώνοντας την λέξη με τον ‘πολλαπλό’ ήχο της επιδοκιμασίας για πρόσωπα και πράγματα που αντλούν υλικό από την εν-συναίσθηση και από την διαφορά, εκεί όπου «καθίσαμε μακριά από τα πεπρωμένα μας, Σαν τα πουλιά Που φτιάχνουν τις φωλιές τους μες στα κοιλώματα των αγαλμάτων, Μέσα στις καμινάδες ή στις σκηνές που στήθηκαν Στο δρόμο του πρίγκιπα Για το ταξίδι του κυνηγιού»[14], όπως γράφει ο Παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταρουίς.

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη αρθρώνεται και στα συμφραζόμενα της φανερής και κεκαλυμμένης δι-επαφής με μία ιστορία που φέρει, μεικτές και μη, προβολές.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

 

_____

[1] Ο ποιητής και οι σύντροφοι του, οι ίδιοι οι ποιητές ενός εκάστου χώρου καθίστανται «γείτονες στη μνήμη», για να παραπέμψουμε στη Λευκορωσίδα συγγραφέα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Βλέπε σχετικά, Αλεξίεβιτς Σβετλάνα, ‘Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου’, Μετάφραση: Ιωαννίδου Δ. Αλεξάνδρα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2015, σελ. 13.

[2] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, ‘Τα Χειρόγραφα του φθινοπώρου’, Γ’ Μέρος, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2005, σελ. 111.

[3] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, στο ίδιο, σελ. 111. Οι παλιοί σύντροφοι ‘μετασχηματίζονται’ σε προθετικές «λέξεις» που αναφέρουν εντός ποιητικής κειμενικότητας.

[4] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, ‘Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 26. Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, εκ-φέρεται η αριστερή ιδεολογία ως πρόσληψη του κόσμου, ως αλληλεγγύη προς το ανθρώπινο και ως ιδιαίτερη ‘τρυφερότητα’, προτάσσοντας παράλληλα τον συμβολισμό και το σημαίνον της ειρήνης σε μία χώρα και σε μία ήπειρο που πέρασαν δια ‘πυρός και σιδήρου’.

[5] Παρατηρώντας από απόσταση το παρελθόν, με ποιητική ευθύτητα, ο ύστερος Τάσος Λειβαδίτης σημασιοδοτεί τις δια-ρρήξεις και τις ‘ερειπιώσεις’ μίας αριστερής επανάστασης και μίας μάχης (την δεκαετία του 1940) που απέμεινε στα σώματα, στους πολλούς νεκρούς, δίχως να μεμψιμοιρεί, αλλά αναφέροντας αυτό που προσδιορίζει ως αποτύπωση και ως άρση, ως όρθια ‘πλάνη’ και απώλεια που υπενθυμίζει τον σύντροφο και την συντροφικότητα, τα εμπρόθετα σώματα, τις συσχετίσεις και τις προσλήψεις του ‘καινούργιου’. Και αυτός; «ένας πρίγκιπας του τίποτα» που ομολογεί το δικό του ‘ανείπωτο’, την ιδέα που κατέπεσε στη γη με κρότο. Η ποίηση υποκρύπτεται στην ίδια μαρτυρία της, στην παραδοχή της απόκλισης, στην ‘κόπωση’ από το ‘μεγαλείο’. Η ποιητική μαρτυρία στέκεται ενώπιον της ιστορίας, προφέροντας το Καβαφικό υπόδειγμα του ‘Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον’: «Τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις». Βλέπε σχετικά, Καβάφης Κωνσταντίνος, ‘Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον’, http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=78.

[6] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, ‘Δειλινό’, Ποιητική συλλογή ‘Τα Χειρόγραφα του φθινοπώρου…ό.π., σελ. 43.

[7] Οι σιωπές της καθημερινότητας και της καθημερινής έκφρασης ανασημασιοδοτούν την γλώσσα και τις θέσεις του ποιητή.

[8] Ο ποιητής, στις εκφάνσεις και στα χαρακτηριστικά της θέασης, δεν διεκδικεί ‘δάφνες προφήτη’ παρά προσλαμβάνει φυγόκεντρα την ίδια την παροντικότητα, προσδιορίζοντας το μέλλον διαμέσου της παρουσίας του παιδιού: κοιτώντας και ‘στιγματίζοντας’ το μακρινό, το παιδί «αποθηκεύει» την μνήμη σε ένα μέλλον που δύναται να έρθει, που νοηματοδοτεί με την αμεσότητα του. Το δειλινό αποτελεί εικόνα του παρόντος για το μέλλον, ‘σημείο’ των εγκάρσιων μεταπτώσεων, παιδική χρονικότητα για τον χρόνο των λέξεων, των πρακτικών και των μακροσκελών αφηγήσεων. Το παιδί τοποθετεί σε σειρά τις εικόνες και τις μνήμες τους, για να επιστρέψει ζώντας την στιγμή.

[9] Αναφέρεται στο: Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: Μεταξύ δύο απείρων το ποίημα’, Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 12-13, http://www.frenchphilosophy.gr/wp-content/uploads/2013/11/Derrida-Krioi-2008.pdf. Το διαρρηγμένο υποκείμενο σε ένα γίγνεσθαι εκρήξεων και αντιθέσεων, τον φέρει πάνω του ο μάρτυρας-ποιητής που μαρτυρεί την ίδια την εμπρόθετη τραγικότητα, φέροντας επίσης και το πέραν του ορίου: την προσίδια λέξη-κατάθεση που δεν ‘χρωματίζει΄, που λειτουργεί ως ‘σπάραγμα’ νεκρών πεφιλημένων και δόκιμων ζωντανών.

[10] Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας, ‘Μαρία Νεφέλη’, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1980, σελ. 55.

[11] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, ‘Ο αλησμόνητος Ιάκωβος…ό.π., σελ. 42.

[12] Βλέπε σχετικά, Wagner Jan, ‘σταιρτεμπέκερ’, Ποιητική συλλογή, ‘Το σπουργίτι του Γκέρικε και άλλα ποιήματα’, Μετάφραση-Σημειώσεις-Επίμετρο: Κουτσουρέλης Κώστας, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 2018, σελ. 23.

[13] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, ‘Δάκρυα…ό.π., σελ. 149.

[14] Βλέπε σχετικά, Νταρουίς Μαχμούντ, ‘Κατάσταση Πολιορκίας’, Μετάφραση από τα Αραβικά: Σιγούρου Αγγελική, Εκδόσεις Μαϊστρος, Αθήνα, 2010, σελ. 143.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος