τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Η Ποίηση ως Σημαίνον

Η Ποίηση ως Σημαίνον

 

γράφει ο Ανδρέας Αντωνίου

 

Πάγια αισθητική μου θέση είναι πως η ποίηση (η τέχνη γενικότερα) υπερβαίνει το νόημα, υπό την έννοια πως καταλυτικό στοιχείο στην ποίηση δεν έχει το περιεχόμενο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτό μπαίνει σε μια φόρμα. Το τετριμμένο «σημασία έχει το πώς και όχι το τι», αναλαμβάνει το πραγματικό του νόημα, όταν βρισκόμαστε ενώπιοι με έργα τέχνης που μας εντυπωσιάζουν με την μαεστρία του καλλιτέχνη και τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το υλικό του, είτε είναι χρώμα, είτε είναι ήχος, είτε είναι μάρμαρο, είτε είναι λέξη.

Βέβαια, όπως μας θυμίζει ο Saussure, σημαίνον και σημαινόμενο είναι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Αυτό σημαίνει πως στην ποίηση και στην λογοτεχνία είναι εξαιρετικά δύσκολο (αν όχι ακατόρθωτο) να ξεχωρίσουμε την μορφή από το περιεχόμενο, την τεχνική από το νόημα, αφού σύμφωνα με τον Χέγκελ, η ποίηση είναι ανώτερη από τις καλές τέχνες, ακριβώς γιατί συνδυάζει τόσο στενά και τόσο αρμονικά τον ρυθμό με το νόημα. Αυτός ο τεχνητός διαχωρισμός γίνεται μόνο εκ των υστέρων, ως φιλολογική ανάλυση. Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω, αλλά και να ξεκινήσω είναι πως, ακριβώς επειδή είναι πολύ δύσκολο στην λογοτεχνία να ξεχωρίσουμε το σημαίνον από το σημαινόμενο, την μορφή και το περιεχόμενο της γλώσσας, πολλές φορές δεν αντιλαμβανόμαστε την σημασία της θέσης «η τέχνη υπερβαίνει το νόημα».

Όμως βέβαια υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις στην ποίηση, που μας βάζουν σε υποψία για το τι συμβαίνει πραγματικά μέσα σε ένα έργο τέχνης.

Προσφάτως παρευρέθηκα στην έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης, και ανάμεσα στα περίπτερα των εκδοτικών, έτυχε να παρακολουθήσω μια εκδήλωση αφιερωμένη στην ρωσική λογοτεχνία, στην οποία θα απαγγέλλονταν ποιήματα, τόσο στα ρώσικα, όσο και μεταφρασμένα στα ελληνικά. Χωρίς να γνωρίζω γρι ρωσικά, αναρωτήθηκα αν και κατά πόσο θα μπορούσα να εκτιμήσω ένα ποίημα, χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου την γλώσσα. Μετά από μια σειρά ποιημάτων (και της εξαιρετικής μετάφρασης και απαγγελίας από την Ξένια Καλαϊτζίδου) έβγαλα τα πρώτα μου συμπεράσματα.

  1. Προφανώς και δεν κατάλαβα τίποτα όσον αφορά το περιεχόμενο. Τα ποιήματα θα μπορούσαν να αναφέρονται στο οτιδήποτε. Ακόμη και μετά την μετάφραση, είχα ακόμη πολλές υποψίες, καθώς – μη γνωρίζοντας ρωσικά – δεν είχα με τι να τις συγκρίνω, ώστε να επαληθεύσω την κρίση μου σχετικά με το νόημα, αλλά και την ποιότητα της μετάφρασης, την οποία βρήκα εξαιρετικά δόκιμη στα νεοελληνικά, αλλά ακόμη αγνοώ πόσο πιστή ήταν στο πρωτότυπο.
  2. Αναγνώρισα σε πολλά από αυτά τη γνωστή εναλλαγή τροχαϊκών οκτασυλλάβων και επτασυλλάβων, όπως επίσης και την πλεχτή ομοιοκαταληξία που τόσο καλά έχουμε χωνέψει από τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ύμνο στην Ελευθερία.
  3. Η απαγγελία βοήθησε στο να αναγνωρίσω κάποιες λέξεις που επαναλαμβάνονταν στο ποίημα σε συγκεκριμένα σημεία, και που ενέτεινε την δυναμική του ποιήματος. Αυτή η επιστροφή και η επανάληψη δημιουργούσε την αίσθηση μιας δομής, αλλά και μιας αισθητικής δύναμης στην οποία μέσα στον περιορισμό και τον ρυθμό του μέτρου, η ίδια λέξη βρίσκει δύο φορές την θέση της.

Για να γίνω πιο σαφής, ας πάρουμε τρεις στίχους από τον Σολωμό που ήδη αναφέραμε:

«Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια».

«Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε».   

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

Πλέον γίνεται σαφές τι εννοούμε. Ο τρόπος που επαναλαμβάνεται η λέξη «νύχτα», η λέξη «πάντα» και η λέξη «πεθάνει» εντείνει την αίσθηση πως ο στίχος δεν είναι απλά ένα μήνυμα ή ένα νόημα, αλλά κάτι περισσότερο, μια δομημένη δυναμική. Ειδικά στους δύο πρώτους στίχους, η δομή αγγίζει τα μαθηματικά: Αφενός έχουμε δύο ημιστίχια που ξεκινούν με την ίδια λέξη (νύχτα) και αποτελούνται από τρεις λέξεις το κάθε ημιστίχιο, επιτυγχάνοντας εκτός από μια επανάληψη και μια συμμετρία. Αφετέρου έχουμε πάλι την επανάληψη της πρώτης λέξης (πάντα) αλλά αυτή τη φορά η συμμετρία επιτυγχάνεται με την σύζευξη του «και». Η συμμετρία και η ισορροπία των στίχων που συντελούν στην δομή και την δυναμική των στίχων, δεν έχει να κάνει με το νόημα, αλλά σχεδόν με τα μαθηματικά πίσω από αυτό, με τον αριθμό των λέξεων, των συλλαβών και την σχέση που αναπτύσσουν εντός του ποιήματος – και κυρίως μπορούν να αναγνωριστούν ακόμη και σε μια γλώσσα που δεν κατανοούμε.

Παρόμοια περίπτωση είναι και το σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Βαο, γάο, δάο».

 

Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι

κι απονιβώντας ερομιδαλιό,

κουμάνισα το βίρο τού λαβίνι

με σάβαλο γιδένι τού θαλιό.

 

Αν και προηγείται του κινήματος του λετρισμού – μάλιστα έχει γραφτεί ως μια ειρωνική απάντηση στον υπερρεαλισμό του Ελύτη – το ποίημα του Λαπαθιώτη έχει όλα τα γνωρίσματα ενός τέτοιου ποιήματος. Χρησιμοποιώντας λέξεις οι οποίες δεν σημαίνουν κάτι, ο Λαπαθιώτης μας δίνει ένα ολοκληρωμένο σονέτο, στο οποίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε μόνο την σύνταξή του. Η σύνταξη βέβαια αυτή, με τον ρυθμό της και την δομή της προσφέρει ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα η στροφή την οποία παραθέτουμε ξεκινάει στον πρώτο στίχο με μια μετοχή (Ζινώντας) την οποία συνδέει στον δεύτερο στίχο με μια άλλη (απονίβωντας). Στο τρίτο στίχο εμφανίζεται το κύριο ρήμα (κουμάνισα) για να κλείσει στον τελευταίο στίχο με ένα εμπρόθετο προσδιορισμό (με σάβαλο). Η δυναμική χτίζεται στον πρώτο και δεύτερο στίχο, κορυφώνεται στον τρίτο και κλείνει στον τέταρτο. Και πάλι έχουμε μαθηματικά, δομή, δυναμική, αισθητική.

Το ίδιο πρόβλημα διαπιστώνω και στην ποίηση του Καββαδία, η οποία δεν ανήκει στο κίνημα του λετρισμού, αλλά παρόλα αυτά αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα με το νόημα, κυρίως λόγω των ναυτικών ορολογιών. Για αρκετούς αναγνώστες του Καββαδικού έργου, η έντονη ναυτική ορολογία και η πληθώρα ονομάτων από τους τόπους στους οποίους έχει ταξιδέψει προκαλεί δυσκολία στην κατανόηση των ποιημάτων. Όμως χρειάζεται να ξέρουμε τι σημαίνει το «γραδάρεις» για να εκτιμήσουμε τον στίχο από την «Θεσσαλονίκη;». Χρειάζεται να ξέρουμε πώς να πλέκουμε «σαλαμάστρα» τα μαλλιά, για να εκτιμήσουμε τον στίχο από το «Πούσι»; Πιστεύω πως όχι, ακριβώς γιατί η αξία της ποίησης του Καββαδία δεν βρίσκεται στο νόημα ή στις αναφορές που κάνει, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το ποίημα δομείται και αναπτύσσει μέσα του την δυναμική και την αισθητική του.

Μερικές φορές πιστεύω πως αυτή η αισθητική και η δυναμική, που χαρακτηρίζουν την καλή ποίηση, κρύβεται ακόμη και στην πιο απλή σύνταξη ή καλύτερα αναδεικνύεται μέσα από την απλότητα της σύνταξης. Λόγου χάρη η γνωστή στροφή από το Φάτα Μοργκάνα:

 

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.

Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατώνι.

Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,

Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει

 

Οι πρώτοι δύο στίχοι βασίζονται στις τρεις ονομαστικές (σκουριά, κάβες, Στρατώνι) αλλά και σε τρία μέρη (Σινά, Γερακινή, Στρατώνι). Η απουσία ρήματος δηλώνει μια στατικότητα, σαν εικόνα. Στον τρίτο στίχο έχουμε την έξαρση της δυναμικής με ένα μόνο ουσιαστικό (το επίχρισμα) το οποίο συνοδεύεται από τελεία. Γίνεται παύση, η λέξη ξεχωρίζει αποκτά ξεχωριστή θέση από τις υπόλοιπες λέξεις και συνεχίζει με ένα «σπασμένο τετραμερές σχήμα» στο οποίο το κύριο ουσιαστικό (η σκουριά που αποτελεί επανάληψη με τον πρώτο στίχο) ακολουθείται από τέσσερα ρήματα. Όμως το πρώτο ρήμα βρίσκεται στον τρίτο στίχο ακόμη (γεννά), ώστε το παραδοσιακό σχήμα των τριών να κλείσει στον τέταρτο στίχο, κάνοντας και μια ανάστροφη επανάληψη (το ρήμα επαναλαμβάνεται στην ενεργητική «τρέφει» και στην παθητική «τρέφεται από»). Η τεχνική κορυφώνεται στο τελευταίο ρήμα (σκοτώνει) το οποίο δημιουργεί την υπέρτατη αντίθεση με το πρώτο ρήμα (γεννά). Επομένως παρατηρούμε πως ξεκινούμε με μια θέση (γεννά) συνεχίζουμε προοδευτικά σε μια άλλη (τρέφει), αντιστρέφεται η φωνή και το νόημα (τρέφεται) και κλείνουμε με την αντίθεση (σκοτώνει). Ο στίχος είναι ένας μαθηματικός καθρέφτης στον οποίο τα δύο «θετικά» ρήματα ισορροπούν με δύο «αρνητικά».  

Δεν χρειάζεται να μπει κανείς στο νόημα του ποιήματος. Δεν χρειάζεται να δει κανείς τι συμβολίζει η σκουριά ή να δει πως υπερδομεί το νόημα, τελειώνοντας την στροφή με ένα ρήμα που δηλώνει το τέλος (σκοτώνει). Χρειάζεται να δει μόνο τις θέσεις των ουσιαστικών και των ρημάτων, τις ανάσες και τις παύσεις, την απλή σύνταξη που δομείται αριστοτεχνικά.

Για να γράψει κανείς μια τέτοια στροφή, χρειάζεται να έχει «αυτί» και «μάτι», να έχει την αίσθηση της γλώσσας και ακόμη να μπορεί να την σμιλέψει έτσι ώστε να δώσει ένα τόσο φυσικό, αβίαστο και αισθητικό αποτέλεσμα, ενώ παράλληλα δεσμεύεται από το μέτρο και την ομοιοκαταληξία.

Γιατί όπως γράφει ο Γκαίτε «In der Beschränkung zeigt sich erst der Meister – Στον περιορισμό φαίνεται πρώτα ο δεξιοτέχνης», και μιας και πιάσαμε τον Γκαίτε, ας δώσουμε ένα τελευταίο παράδειγμα.

 

So hinan denn! hell und heller,

Reiner Bahn, in voller Pracht!

Schlägt mein Herz auch schmerzlich schneller,

Überselig ist die Nacht.

 

Υποτεθείσθω πως κάποιος δεν ξέρει γερμανικά και καταλαβαίνει ελάχιστα. Αντιλαμβάνεται στον πρώτο στίχο το θαυμαστικό. Ο στίχος σπάει με έμφαση, γίνεται η παύση η πρόταση χωρίζεται από το υπόλοιπο σώμα (όπως στον Καββαδία). Στον ίδιο στίχο υπάρχει η επανάληψη της ίδιας λέξης, μία στον θετικό και μία στον συγκριτικό βαθμό (hell και heller). Διαβάζει στον δεύτερο στίχο την επανάληψη «επίθετο-ουσιαστικό» (reiner Bahn – voller Pracht) συνδεδεμένα από την πρόθεση in. Στον τρίτο στίχο το αυτί του θα αντιληφθεί την έντονη παρήχηση του sch και του ch, αλλά και την εσωτερική ομοιοκαταληξία του Herz με το Schmerz(lich) για να κλείσει με την πιο απλή σύνταξη αντεστραμμένη: Κατηγορούμενο-Ρήμα-Υποκείμενο.

 Σε αυτή την στροφή παρατηρούμε πως ο Γκαίτε χρησιμοποιεί εξαιρετικά απλή σύνταξη, βασιζόμενος σε ουσιαστικά και επίθετα και χρησιμοποιώντας μόνο δύο ρήματα, εκ των οποίων το ένα είναι το ist. Αυτό δίνει στο ποίημα μια δυναμική, όχι μόνο ακουστική αλλά και δομική. Η απλή σύνταξη και το ασύνδετο σχήμα κάνει το ποίημα εξαιρετικά φιλικό ως προς την ανάγνωσή του, αλλά αυτό αποτελεί παράλληλα έναν περιορισμό που αναδεικνύει την κατάρτιση του λογοτέχνη.

Βεβαίως δεν υποστηρίζω πως μόνο έτσι γράφεται η ποίηση ή πως πρέπει όλοι να μετράμε σαν κουκιά τις λέξεις για να γράψουμε μια στροφή. Τίποτα από όλα αυτά δεν εγγυάται την καλή ποίηση – κατ’ ακρίβεια τίποτα δεν εγγυάται την καλή ποίηση. Η ποίηση δεν είναι συνταγή μαγειρικής, όπου βάζεις πέντε υλικά, τα μαγειρεύεις και έχεις το τέλειο αποτέλεσμα. Θέλω μόνο θίξω ένα ζήτημα, το οποίο στον κυκεώνα των συναισθημάτων και των βαθυστόχαστων, λεπτεπίλεπτων νοημάτων ξεχνάμε: Πως η ποίηση γράφεται με το αυτί, με την αίσθηση και με την μαεστρία πάνω στην γλώσσα. Πως με ταλέντο και προσπάθεια, μια απλή σύνταξη και μερικές τεχνικές μπορούν να μεταμορφωθούν σε αριστουργήματα.  

 

 

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εκπαιδευτικά βιβλία

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος