η σύνδεση της γραφής και των συναισθημάτων στη μυθιστορία «Λίβιστρος και Ροδάμνη»

Δημοσίευση: 14.07.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

[δοκίμιο]

 η σύνδεση της γραφής και των συναισθημάτων

στη μυθιστορία «Λίβιστρος και Ροδάμνη»

 

Στη μυθιστορία γενικώς μέσα από τo κεντρικό θέμα του έρωτα διασφαλίζεται η δομική διάταξη και η εξέλιξη του μύθου. Συνδέοντας τη γραφή με την επιθυμία, αντιλαμβανόμαστε ότι o έρωτας ερμηνεύεται ανάμεσα στα σημαίνοντα ως επιθυμία καταγεγραμμένη. Στον Ιπποτικό έρωτα (Country love) στερεοτυπικά μοτίβα είναι η εξιδανίκευση της γυναίκας με την προϋπόθεση της απουσίας της, ο λαθραίος εμποδισμένος έρωτας, ένας κώδικας συνήθων κανόνων συμπεριφοράς, η αφοσίωση του εραστή που επιδιώκει να κερδίσει με ανδρεία, αυτοθυσία τη lady. Δεν είναι πραγματική η αγαπημένη, εξιδανικεύεται, εν τη απουσία της, ως σύμβολο. Απλησίαστη, μη ανθρώπινη (inhuman), αδιαφορεί ακόμα και για τον επαπειλούμενο θάνατο του εραστή, ώστε διαπιστώνεται η απουσία εξατομίκευσης. Ούτε η επιθυμία ούτε η γλώσσα μπορεί να αναπαραστήσει τη γυναίκα, το χαμένο αντικείμενο, παρά την αέναη διεκδίκησή του[1]. Ο ήρωας δεν ερωτεύεται το σώμα της δέσποινας, αλλά το όνομά της και επίσης εκφράζεται η γυναικεία επιθυμία (Roman de la Rose, 13ος αιώνας).

Η αντιφατικότητα του έρωτα εξάλλου συνίσταται στην προβολή του ως κοινωνικό συναίσθημα (πρότυπο της κοσμικής αγάπης) αλλά και ως αντικοινωνικό (απομόνωση των εραστών, μανία)[2]. Ο έρωτας είναι σωματικός, αισθησιακός και πνευματικός. Η αγαπημένη σχεδόν απούσα εμφανίζεται πάντα με τον ίδιο κωδικοποιημένο τρόπο ως σύμβολο, ωστόσο καταγράφεται σχεδόν ξεκάθαρη η φυσική επιθυμία της σεξουαλικής κατάκτησης[3].

Σε γλωσσικό επίπεδο η γραφή κινητοποιεί την ερωτική επιθυμία. «Το υποσυνείδητο είναι δομημένο ως γλώσσα»[4]. Η γλώσσα σημαίνει, δε νοηματοδοτείται από την αναφορά στον εξωτερικό κόσμο, βασίζεται στις διαφορές ανάμεσα στα σημαίνοντα[5]. Η επιθυμία καθορίζεται από ένα σημαίνον και ανιχνεύεται στον τρόπο της συγγραφής, τη λογοτεχνική αναπαράσταση, την κειμενική δομή, τα εκφραστικά σχήματα[6]. Ο ιπποτικός έρωτας σε δυαδικό επίπεδο αποτελεί ένα σημασιολογικό αντικείμενο και φαινόμενο. Η ναρκισσιστική σχέση συνίσταται στην προβολή του εαυτού πάνω στον άλλο[7]. Η δυαδική σχέση εγγράφεται στο φαντασιακό επίπεδο, μολονότι εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα με το ερωτικό ζευγάρι.

Υπάρχει κάτι σχεδόν αδύνατο στο να συναντηθούν τα δύο φύλα, όχι ότι δεν υφίσταται σωματική ένωση, αλλά κάτι ακατόρθωτο στη δημιουργία διάφυλης σχέσης (είναι δύσκολο να υπάρχει ευτυχία στον έρωτα, όπως λέγεται)[8]. Έντονος στην αρχή του ο έρωτας, εξανεμίζεται μετά, ώστε είναι δύσκολο να συμπίπτουν τα δύο φύλα, εξαιτίας και της διαφορετικής ψυχικής κατασκευής τους[9]. Η αγάπη, που δε σχετίζεται με το ναρκισσιστικό παιχνίδι των δύο, γεφυρώνει το κενό από την αδυνατότητα της διάφυλης σχέσης και της διάρκειάς της, την απουσία ικανοποίησης σε ψυχικό επίπεδο. Ο τρίτος όρος, που αναπληρώνει τις αδυναμίες της διάφυλης σχέσης, υφίσταται με ανάγκη αναφοράς πέραν της δυάδας και αποπνέει κάτι το συμβολικό[10]. Η έξοδος από τη δυάδα εντοπίζεται και στο πεδίο της γλώσσας (διυποκειμενικά σύμβολα) και στο πεδίο του συμβολισμού (η  διυποκειμενική  γλώσσα δεν ανήκει στο ένα υποκείμενο).

Ο Lacan αναφέρει ότι στη μεσαιωνική μυθιστορία φαίνεται το πώς ο δυτικός κόσμος εκλαμβάνει τον έρωτα, πώς διαμορφώνεται η αντίληψη της σεξουαλικότητας, πώς καθορίζονται τα κίνητρα και οι συμπεριφορές[11]. Στην υστεροβυζαντινή ιπποτική ερωτική μυθιστορία με τίτλο, «Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης» (μέσα του 13ου αιώνα), ανωνύμου συγγραφέα,  η αποτύπωση της ερωτικής επιθυμίας συνυφαίνεται με τα δυτικά έθη που παρεισέφρησαν στην ελληνική Ανατολή[12]. Ο Λίβιστρος ερωτεύεται και παντρεύεται τη Ροδάμνη, αλλά η ευτυχία τους δεν ολοκληρώνεται. Απαγάγει τη βασιλοπούλα ο βασιλιάς της Αιγύπτου, Βερδερίχος, με τη σύμπραξη μιας μάγισσας. Ο Λίβιστρος δημιουργεί φιλία με τον Κλιτοβό που τον βοηθά στην αναζήτηση της Ροδάμνης και όταν την ανακαλύπτουν, επιστρέφουν στο βασίλειό της. Ο Κλιτοβός κατόπιν γυρίζει πίσω στην πατρίδα του και στην αγαπημένη του Μυρτάνη στην οποία εξιστορεί τις περιπέτειες αυτές[13].

Το κείμενο είναι αποκομμένο από τη γραμμικότητα του χρόνου (ετερότητα της μυθιστορίας). Η ιστορία απαλείφεται ως ενιαίο αφήγημα με την ανταλλαγή ερωτικών γραμμάτων στον αντίποδα της σωματικότητας. Τα γεγονότα της ζωής μοιραία αναζωπυρώνουν τα προδιαγραμμένα ήθη. Προετοιμάζεται ό,τι θα συμβεί αργότερα μέσα από σημαίνοντα, τη γραφή, τα σημάδια, τα σημειώματα ακόμα και τις επιστολές. Το γραπτό της Ροδάμνης πήρε την καρδιά του Λιβίστρου (στ.1562-1563).

Η «τεχνική της εγκυτιωμένης αφήγησης» ξετυλίγει κλιμακωτά μια ακολουθία συμβεβηκότων υπό την οπτική του πρωταγωνιστή[14].  Το αντικείμενο της επιθυμίας εμφανίζεται ως σημαίνον, παρά ως σώμα. Μέσω των επιστολών η προσφορά της πλεξούδας των μαλλιών της υποκαθιστά τη Ροδάμνη και η δωρεά του μαξιλαριού του αντιπροσωπεύει το Λίβιστρο[15].

Δίοδος επικοινωνίας των ερωτευμένων αποτελούν οι λόγοι, δηλαδή η εναλλαγή των γραμμάτων, που ολοκληρώνονται νοηματικά με ένα άσμα. Το σχήμα αυτό, κατανεμημένο σε τέσσερις κύκλους, αναδεικνύει παραδοσιακά το πλατωνικό ερωτικό κάλεσμα[16]. Οι εισαγωγικοί και καταληκτικοί «λογότυποι» συνιστούν το «λεκτικό πλαίσιο», που αντλείται από την προφορική επική ποίηση ως πρότυπο. Με τους αρχικούς στίχους είναι παρατακτικά συνδεδεμένα τα ρηματικά σύνολα, αντίστοιχα της δράσης και της ομιλίας των προσώπων («νά κατακόπτῃ σώματα καί νά σκοτίζῃ αἰστήσεις») και με τους καταληκτικούς στίχους το αντίστροφο («καί ἰδού, πληροφορήθησε, ἂν τό παραπετάσῃς»). Επίσης η ακολουθία ονομάτων στα δύο ημιστίχια επισφραγίζει τη μεστότητα και τη γλωσσική πυκνότητα («ἐδώ διά τήν ἀγάπην μου παράβλεψε τόν ὃρκον», «αὐγή ποτέ οὐ κοιμίζει τον, νύκτα οὐ καταπονεῖ τον»)[17]. Οι ποικίλες εκδοχές του λεκτικού σχήματος προσαρμόζονται κυρίως στο ύφος της αυτοαναφορικής αφήγησης του Λιβίστρου, αλλά ελάχιστα της Ροδάμνης προς τον Κλιτοβό (που διηγείται ξεχασμένες επιστολές)[18].

Το πάθος στρέφεται γύρω από ένα σημαίνον, όπως φαίνεται από το λεξιλόγιο της εκφερόμενης μανίας των περικειμένων των επιστολών (στ.1628-1629)[19]. Ο έλεγχος της επιθυμίας του άλλου αποδεικνύει την επιθετική διάσταση της ερωτικής επιθυμίας («γράφει μέ ὀνειδισμούς»). Ο Λίβιστρος καταλογίζει στο «μανιωμένον πιττάκιν» της Ροδάμνης τον επικείμενο θάνατό του[20]. Η μοιραία ηρωίδα, η γόησσα, μολονότι ενδίδει στην επιθυμία του ανδρός, όμως μοιάζει απροσέγγιστη («καί εἰς μανίαν μέ ἒβαλες…οὐδέν ἐντράπης!»). Στο λόγο της λειτουργεί η αντίθεση έλξη και απώθηση[21]. Το πάθος απελευθερώνεται, μολονότι το αντικείμενο της επιθυμίας είναι απόν, διότι η επιθυμία κρίνεται μη ανθρώπινη (inhuman) ή μη εξατομικευμένη.

Το ασυνείδητο εξάλλου φέρει ίχνη σαν γραμμένα στο mystic pad, που έρχονται στην επιφάνεια, αν και φαίνονται σβησμένα[22]. Η γλώσσα, σε μορφή ίχνους στην εξέλιξη της ζωής, ενεργοποιείται αναδρομικά[23]. Κατά τις περιπέτειές του, ο Λίβιστρος γυρίζει πίσω στο παρελθόν, ανακαλεί τη μνήμη των γραμμένων αλληγορικά[24]. Στο κυνήγι τοξεύει ένα τρυγόνι και το ταίρι του πέφτει νεκρό δίπλα του. Στο χώρο των σημαινόντων λοιπόν προδιαγράφεται η ισχύς του έρωτα που θα σημαδέψει τη ζωή του (στ.134-146)[25]. Η ανθρώπινη ερωτοτροπία γενικά αναλογεί στο φυσικό κλίμα, ανιχνεύεται μέσα από αναφορές στο ζωικό περιβάλλον (σύμβολα είναι η πέρδικα και οι πετεινοί). Η αναλογία μετριάζεται από το γεγονός ότι η ανθρώπινη επιθυμία, και όχι η ζωική, έχει να κάνει με τα σημαίνοντα [26].

Βάσει της λακανικής θεωρίας, τα γλωσσικά ίχνη ενός προγενέστερου σταδίου ζωής (που λ.χ. τοποθετείται στην παιδική ηλικία) αναβιώνουν από ένα πραγματικό υφιστάμενο γεγονός[27]. Τα σημειώματα προετοιμάζουν για ό,τι θα συμβεί στη συνέχεια μέσα από τα σημαίνοντα («Λίβιστρε, ζῆσε ἀπό τοῦ νῦν, ηὗρες τό ἐπεθύμας»)[28]. Η μοίρα σε γραπτή μορφή παίρνει κυριολεκτική υπόσταση από τον έρωτα («καί τά μέν γράμματα ἒβλεπα, τάχα ἐνέγνωθάτα»)[29].

Στις επιστολές ο Λίβιστρος προσπίπτει ικετεύοντας την δέσποινα να ενδώσει στην ειλικρινή αγάπη του, ευχαριστεί για την πρόσκαιρη συμπόνια της, αλλά και απειλεί να αυτοκτονήσει, όταν εκείνη σωπαίνει ή απαξιώνει τον έρωτά του[30]. Μετά τη ρητή υποκατάσταση του πραγματικού προσώπου του Λιβίστρου από ένα σημάδι-σύμβολο της σωματικότητας («ἀνάμνησις τοῦ πόθου της»), το δαχτυλίδι, σταλμένο με το «ἐρωτοπιττάκιν» του (στ. 1729-1735, 1740-1743), κάμπτονται οι αντιστάσεις της κόρης[31]. Το δαχτυλίδι-σημαίνον αγγίζει την καρδιά της Ροδάμνης («ἐλεῶ σε…τό ποιοργιστικό  μου») και ανταμείβει τον έρωτά του επίσης με ένα δαχτυλίδι-σύμβολο στην δική της επιστολή (στ.1740-1744)[32].

Από ρητορική άποψη, με την αξιοποίηση των γλωσσικών σημαινόντων, έκφραση χαρακτηρίζεται η λεπτομερειακή περιγραφή ενός έργου της τέχνης ή της φύσης, ενός κτιρίου κ.λπ.[33]. Ο κήπος αντικατοπτρίζει την αγαπημένη, που δε λειτουργεί ως εξατομικευμένο σώμα, αλλά κάτι έξω από αυτή, κάτι συμβολικό[34]. Θα διαβάζαμε την ερωτικοποίηση του εξωτερικού κόσμου: ο κήπος απορροφά έναν άκρατο ερωτισμό (στ.2254-2267). Εξάλλου το «παιδόπουλο» στον κήπο φέρει καλάμι και χαρτί και η γραφή του συνδυάζει τα φυσικά στοιχεία με τον ακατάλυτο πόθο για τη δέσποινα (στ.2268-2277). Επιπλέον είναι εμφανής ο ερωτικός συμβολισμός στην επιστολή του Λιβίστρου που αποδίδει στη Ροδάμνη τα χαρακτηριστικά του κάστρου που θα εκπορθήσει[35].

Στο έργο, «Λίβιστρος και Ροδάμνη», εκτίθεται μια ευρύτερη προβληματική όσον αφορά τη σχέση της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας (το 18ο-19ο αιώνα το συναίσθημα, μολονότι βίωμα εσωτερικό, επεκτείνεται στην οργανική και ανόργανη φύση)[36]. Ο συγγενής του Λιβίστρου αναφέρει (στ. 168-180) ότι όλοι είναι θύματα του έρωτα, παραπέμποντας σε παραστάσεις από το φυσικό βασίλειο (του ψαριού, του ποταμού, του φοίνικα). Η προβληματική διάκριση ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό περιβάλλον καταδεικνύεται στη διήγηση του Λιβίστρου για το πώς υφίσταται το συναίσθημα[37]. Ο έρωτας εκτοπίζεται στο φυσικό κόσμο, με τον οποίο συμπλέκεται το συναίσθημα των ανθρώπων (στ.233-239). Η εικονοπλασία εστιάζει στις πέτρες, στα δέντρα, στο σίδηρο, στο λίθο και σε εμβόλιμα λυρικά ποιητικά δείγματα λόγου[38].

Η γλώσσα εντυπώνεται, μέσω της λειτουργίας της μνήμης, ως γραφή στο νου, όπως η γραφή στο χαρτί[39]. Ο έρωτας σμιλεύει τα ακραία συναισθήματα (στ. 246, 266-268). Επίσης δίνει εντολή ανάγνωσης και ερμηνείας των γραφομένων (στ.260), όχι σαν κάτι αφηρημένο, αλλά σαν πραγματικότητα των υλικών σημείων (εξυφαίνεται μέσα από όνειρα πινακίδες, πιτάκια, καταλόγους). Η προδιαγραμμένη μοίρα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την πραγματικότητα. Η γλώσσα δεν έχει κάτι το ευέλικτο και επικοινωνιακό, αλλά μια υλικότητα των σημαινόντων (γραπτότητα). Στο επίγραμμα της αυλής του ανακτόρου («αὐλῆς πορτάρης εὔμορφος καί πόρτα τῆς Ἀγάπης») ενσαρκώνεται η αγάπη, δεδομένο που θα κινήσει το νήμα των εξελίξεων (στ.277)[40].

Ο συγγραφέας παράγει τη «θεατρική προσωποποίηση» του έρωτα σε μια αφηγηματική φόρμα, χαρακτηριστική των νοηματικών μεταβολών και της συναισθηματικής έντασης («τήν μίαν φωνήν ἐμέραζαν τά στόματα τά τρία»)[41]. Ο έρωτας βασιλιάς, μια αδιανόητη μεταμφιεσμένη φιγούρα, απέχει εντελώς από τον εμπειρικό κόσμο. Ο τριτομορφοπρόσωπος έρωτας εισάγει επιτακτικά τη Ροδάμνη ως αντικείμενο στο σύμπαν του Λιβίστρου, που ούτε καν την έχει δει (στ.449-450). Του υπόσχεται ότι η δέσποινα θα «δουλωθεῖ εἰς ἐκεῖνον» (στ.1096-1097)[42]. Η εντολή έχει διαμεσολαβηθεί πολλαπλώς μέσα από το γραπτό λόγο της επικοινωνίας με τον Λίβιστρο. Η πνευματική όραση και η διαφορετική αντίληψη της όσφρησης, αποκομμένη από το φυσικό σώμα, προέρχεται από την τριπλή αυτή αδιανόητη μορφή (στ.453-457)[43].

Ακόμα κι όταν έχουν ειδωθεί, ο Λίβιστρος και η Ροδάμνη, αναφέρονται στις αισθήσεις σε έναν χώρο σημαινόντων. Οι αισθήσεις δεν εντάσσονται σε χρονικό πλαίσιο, μεταβάλλονται, έχουν την ιστορία τους, είναι διαμεσολαβημένες. Επιστρατεύεται το λεξιλόγιο των αισθήσεων, μετατοπίζοντας σε έναν κόσμο πέραν της εμπειρικής πραγματικότητας[44]. Τα σωματικά όργανα αποσυνδέονται από τη φυσική τους λειτουργία (στ.578-581).

Ο Λίβιστρος δεν έχει ιδέα ποιος μιλάει και πώς μπορεί να ερμηνεύσει τα λεγόμενά του. Η φωνή του έρωτα προβληματική, δεν ανήκει στο φυσικό κόσμο, μεταφέρεται από το οργανικό πεδίο των αισθήσεων σε κάτι που δεν έχει να κάνει καθόλου με την εμπειρία. Έχει κάτι το ανοίκειο, ανησυχητικό, απόκοσμο. Υπονοεί μια απουσία και συνάμα θεωρείται κάτι απολύτως ενδόμυχο. Ξεπερνά το σημαίνον, μολονότι είναι στο χώρο των σημαινόντων (συνδυάζει το μέσα και το έξω). Ως μη υλικό όργανο, θα μπορούσε να αποτελέσει δίοδο για την προσαρμογή των αισθήσεων ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό (στ.453-457).

Η αφή, ως σωματική αίσθηση, αναφέρεται στη γραφή (στ.1639-1640). Ο Λίβιστρος δηλώνει ότι ζει, για να ανοίξει ένα γράμμα της Ροδάμνης (στ.1631-1640)[45]. Η όραση δεν είναι φυσική λειτουργία, πρόκειται πιθανόν για πνευματική όραση∙ το αντικείμενό της δεν αναφέρεται στο φυσικό μάτι (στ.483-484,487)[46]. Το λεξιλόγιο της όρασης δεν αφορά τις αισθήσεις πραγματικά (στ.572-574, 1700-1701). Ο Λίβιστρος κοιτάζει την επιστολή της Ροδάμνης, ώστε η γραφή γίνεται σημάδι και φαίνεται σαν να έχει αντικρίσει την δέσποινα, λόγω της υπερβολικής χρήσης στο λεξιλόγιο (στ. 601).

Η γραφή είναι το σημαίνον που προκαθορίζει τη ζωή του ήρωα μέσα από τα όνειρα[47] που προκαθορίζουν την επαφή του με τη Ροδάμνη[48]. Η γραφή μιμείται το λεξιλόγιο της όρασης για ένα αντικείμενο που δεν έχει εμπειρική υπόσταση. Ο Λίβιστρος πρώτη φορά βλέπει την αγαπημένη του σε όνειρο (στ.572-574)[49] σε μια ιδιάζουσα μορφή ένωσης εντός του κειμένου που την περιγράφει[50]. Στον αφηγηματικό μονόλογο ο συγγραφέας, με την τεχνική των ρητορικών ερωτημάτων, παρουσιάζει το Λίβιστρο αμήχανο σχετικά με την εκπλήρωση της ένωσής του με τη Ροδάμνη («πότε κρατήσω…κερδίσω το τό θέλω;»)[51]. Η σημειολογική προσπέλαση του κόσμου επιτυγχάνεται με το γλωσσικό μηχανισμό της μεταφοράς, της μετωνυμίας στο όνειρο, στην περίπτωση που παρουσιάζεται κάποιος αντί για κάποιον άλλο[52]. Έτσι απεικονίζεται το παραπλήσιο, παρεμφερές με κάτι άλλο, σε μια διαδικασία συγχώνευσης με παράδοξο τρόπο (στ.527-529)[53]. Οικείοι μηχανισμοί λειτουργούν στο όνειρο σε έναν αφηρημένο χωρόχρονο, όπως διαπιστώνεται από τη γλώσσα (στ.533-536, 560)[54]. Αρετές, όπως η φρόνηση, η ανδρεία, η αλήθεια κλπ. δεν είναι κενή γλώσσα,  λαμβάνουν πραγματική υπόσταση[55]. Εμπνευσμένες από τα πιτάκια, λειτουργούν μέσα από ένα είδος συμπυκνωμένης γραφής σημαινόντων με πραγματική επίδραση στην ηθική μορφοποίηση του εραστή (στ.799-801)[56].

Στο κείμενο αναφύεται η ηθική να μην υποχωρεί κάνεις σε σχέση με την επιθυμία («staying true to one’s desire»)[57]. Το εύρημα του βέλους, οπλισμένου με γράμμα, είναι η αρχετυπική αναφορά που επιβεβαιώνει τη δυναμική της ερωτικής γραφής (στ.497, 1066-1067)[58]. Ο Βετάνος εξάλλου με επιστολή συμβουλεύει το φίλο του εξακολουθητικά να εκφράζει τα αισθήματά του στη Ροδάμνη γραπτώς και ο Λίβιστρος ανταποκρίνεται στο κέλευσμά του ευπροσήγορος[59].

Εξάλλου η ρητορική τεχνική του συγγραφέα στα άσματα με την εκφορά της λυρικής προφορικότητας αποθεώνει την «εμπειρία της ερωτικής μέθεξης»[60]. Ενίοτε τα τραγούδια λειτουργούν ως συνοπτικός άξονας των γραπτών λόγων ή ως παραδοχή της πραγμάτωσης των αισθημάτων του Λιβίστρου. Το τραγούδι που εκπορεύεται από την Ροδάμνη, μολονότι άδεται από τις «καυχίτσες», εκθειάζει την αγάπη του Λιβίστρου[61]. Ο Λίβιστρος άδει περί αυτής της αγάπης (στ.1770-1776), οι κουρτέσες για τις δοκιμασίες του ζευγαριού (στ.1949-1951), ο Κλιτοβός για την εναλλαγή συναισθημάτων χαράς και λύπης, αποτυπωμένων στα πιτάκια (στ.3730-3737, 3751-3758)[62].

Μέσα από την επαναφορά των λεκτικών δεδομένων, στα πλαίσια της «τελετουργικής» γραπτής επικοινωνίας και η πλέον διεξοδική πραγμάτευση των αισθημάτων, δεν καταλήγει άμεσα στην οριστική ένωση του Λιβίστρου και της Ροδάμνης (στ.2202-2205)[63]. Η πρώτη συνάντησή τους είναι η αναγνώριση ενός σχήματος που έχει γλωσσικά σχηματοποιηθεί (στ.1135-1137)[64]. Έχει προηγηθεί εκτενές κείμενο, ενώ το συναπάντημα θεωρείται είναι καθυστερημένο γεγονός.

Στο έργο, «Λίβιστρος και Ροδάμνη», η γυναικεία ομορφιά συνυποδηλωτικά αντικαθρεπτίζεται στον ορυκτό κόσμο, στα στοιχεία της φύσης οργανικής και ανόργανης (στ.2215-2239) με τη λεκτική παράθεση της σύγκρισης[65]. Παρομοιάζονται τα αντικείμενα του φυσικού χώρου με την ίδια τη γυναίκα (ο «κύκλος της σελήνης» με το πρόσωπό της, το χιόνι με το μέτωπο, το «χριμίζιον» με τα χείλη, τα μαργαριτάρια με τα δόντια, το κυπαρίσσι με το παράστημα)[66].

Ο Κλιτοβός είναι επιστήθιος φίλος και συμπαραστάτης στις αντιξοότητες του Λιβίστρου (στ.3896-3897)[67]. Εντούτοις με προτροπή του Λιβίστρου, παντρεύεται την αδερφή της Ροδάμνης και γίνονται ευτυχισμένοι[68]. Στο σημείο αυτό παρατηρείται η επιβεβαίωση του κωμικού· η απουσία εξατομίκευσης της αγαπημένης στο μυθιστόρημα διατυπώνεται με όρους μη ανθρώπινους (στ.3914-3917)[69]. Το ανταλλάξιμο συνίσταται στο ότι οι δύο γυναίκες είναι δύο σημαίνοντα. Ο Κλιτοβός θέλει να κερδίσει τη Μυρτάνη μέσω της γλώσσας (στ.3900-3902). Εν τέλει δε συμβαίνει, φαίνεται κυρίως η προσπάθεια που κινητοποιεί μια αφήγηση (χωρίς όμως να στερείται πραγματικότητας).

Στην ποίηση των τροβαδούρων μάλιστα, η ενεργητική θηλυκότητα παριστάνει τη lady άτεγκτη, ασυγκίνητη, καθόλου λεπτεπίλεπτη[70]. Ο Λίβιστρος στα γράμματά του αφενός ικετεύει την έγνοια της, αφετέρου της καταλογίζει την εριστική διάθεση που τον απομακρύνει[71]. Εκείνη αποκρύπτει τα συναισθήματά της (στ.1207) πίσω από μια πλασματική συστολή («ἡ κόρη οὐκ ὁμολόγησεν τό ὂνειρον ὡς ἦτον»)[72]. Απειλεί τις γυναίκες της συνοδείας της, προκειμένου να μάθει τον πραγματικό αποστολέα των επιστολών (στ.1295-1298) και μετέπειτα λέει ότι θα τις θανατώσει ασκώντας εξουσία ζωής και θανάτου (στ.1288-1298)[73]. Είναι η απάνθρωπη κόρη που χειραγωγεί τον Λίβιστρο, ώστε συμβολικά αντικατοπτρίζει το μη ανθρώπινο στοιχείο[74]. Δεν είναι ποτέ παρούσα, παρά μόνο σαν «φανταστικός αποδέκτης» της γραφής (μια άλλη όψη της μη ανθρωπινότητάς της)[75].

Η αρχοντοπούλα, έγκλειστη στο Αργυρόκαστρο εν μέσω μυστηριακών συνθηκών, διαχειρίζεται τα οικιακά της καθήκοντα[76]. Απρόσιτη, στατική, νηφάλια συντηρεί το ενδιαφέρον του Λιβίστρου[77]. Στο γραπτό αυτοχαρακτηρισμό της επιβεβαιώνονται οι ψυχικές μεταπτώσεις της (στ.1554-1560)[78]. Άλλοτε τον εμψυχώνει, απαντώντας θερμά στις επιστολές του, άλλοτε τον αποθαρρύνει ψυχρή, ώστε υποβιβάζει τη μονοδιάστατη εξουσία του[79]. Χειρίζεται τα αισθήματα του Λιβίστρου αριστοτεχνικά, όταν του γράφει ενθαρρυντικά (στ.1560-1561) μετά από εκτεταμένη επικοινωνία, («καί πῶς ἡ ἀστεναχώρητος, τώρα στεναχωροῦμαι/καί γράφω σέ πιττάκι μου τοῦτο πολύ τό ἡγήσου»). Θεωρείται και φόνισσα, όταν λαμβάνει πρωτοβουλία εξολόθρευσης της μάγισσας (στ.1645, 1695-1696)[80]. Χαρακτηρίζεται επαναληπτικά «παράξενος κόρη» που διαθέτει κάτι το απόμακρο, το ανεξήγητο (στ. 1591, 1617), ώστε αναδεικνύεται το στοιχείο της σκληρότητας, του απρόσιτου της lady (στ.1445-1447)[81]. Σύμφωνα με την ηθογραφία  παριστάνεται ωραία, αλλά συνάμα ακατανόητη, χωρίς οίκτο.[82]

Η μάγισσα, στο κείμενο, προλέγει τα μελλούμενα, όπως εντυπώνεται στο καταλόγιν (στ.498- 505)[83]. Ο μαντικός λόγος της αποκαλύπτει τη χειραγώγηση της Ροδάμνης από τον Βερδερίχο (στ.2746-2750). Μέσα από το σημασιολογικό σχηματισμό, τη διεύρυνση των συμβατικών εννοιών αναδύεται η μαγική της ικανότητα να επηρεάζει το φυσικό κόσμο (στ. 2823-2830, 2767-2768)[84].

Στη μυθιστορία, «Λίβιστρος και Ροδάμνη», τα γραφόμενα στην επιστολή, ως ένθετο λογοτεχνικό είδος και «μέσο της ερωτικής ομιλίας», καθορίζουν τη ζωή και το θάνατο[85]. Πριν αρχίσει λοιπόν η πραγματικότητα, τα γλωσσικά ήθη σχηματίζουν την πορεία της ζωής του ατόμου (ψυχαναλυτική προοπτική)[86]. Ο Λίβιστρος απευθύνει παράκληση προς τη σκληρόκαρδη δέσποινα να τον ελεήσει, απειλώντας να πεθάνει στην αντίθετη περίπτωση (στ.1849-1857). Ικετεύοντας να δει ένα γραπτό της μήνυμα, πεθαίνει για ένα όνομα, όχι για την ίδια τη Ροδάμνη (στ.1480-1483,1490-1496)[87]. Εκείνη αναγνωρίζει την παρουσία του, την ύπαρξή του μόνον μέσα από τη γραφή του.

Σε ένα εναλλακτικό ηθικό πεδίο αναζήτησης της σωτηρίας και της εξιλέωσης, απορροφάται το θρησκευτικό λεξιλόγιο της θυσίας γενικά στη μυθιστορία[88]. Απελπισμένος ο Λίβιστρος παραπονιέται ότι μάταια εκλιπαρεί την αγάπη της κόρης στην επιστολογραφία[89]. Η θυσία της ζωής του τοποθετείται στα συμφραζόμενα της γραφής (στ.1694-1696, 1699)[90]. Διατυπωμένη γραπτώς η αγάπη, φανερώνεται ως κάτι ιερό που γεννά τη ζωή[91] 

βιβλιογραφία

▪ Αγαπητός, Π. 2004. «Από την Περσία στην Προβηγγία: Ερωτικές διηγήσεις στο Ύστερο Βυζάντιο», στο: Γραμματικοπούλου, Ε.(επιμ.), Το Βυζάντιο και οι απαρχές της Ευρώπης. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών-Επιστήμης Κοινωνία

▪ Αγαπητός, Π. 1996. Η αφηγηματική σημασία της ανταλλαγής επιστολών και τραγουδιών στο μυθιστόρημα Λίβιστρος και Ροδάμνη (ανάτυπο από τα «Θησαυρίσματα»,τ.26.,σσ.25-42) Βενετία

Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης (Livistros and Rodamne). Editio Princeps Lendari, T. The Vatican  version. Critical edition. Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη 10, Αθήνα: Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2007

▪ Πολίτης, Λ. 1985. Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

▪ Τσολάκης, Θ. Ε.1986. Εισαγωγή στη Μεσαιωνική Ελληνική Φιλολογία. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπουλή

 

▪ Agapitos, P. 1999. «Dreams and the Spatial Aesthetics of Narrative Presentation in “Livistros and Rhodamne”». Dumbarton Oaks Papers, Vol. 53, 111-147

▪ Badiou, A. 2013. «Μορφές της θηλυκότητας στον συγκαιρινό κόσμο». αληthεια. Αρ. τεύχους 7: 44-61

▪ Μπαχτίν, Μ. 2003. «O Μιχαήλ Μπαχτίν ως φιλόσοφος και θεωρητικός του μυθιστορήματος». Στο: Μπαχτίν, Μ. Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής (μετάφρ. Σπανός Γ.) Αθήνα: Πλέθρον.9-24

▪ Μπαχτίν, Μ. 2010. «Όψεις του λαϊκού». Ουτοπία. Αριθμός τεύχους 90. σσ.25-50

▪ Beaton, R. 1996. Η ερωτική Μυθιστορία του ελληνικού μεσαίωνα. (μετάφρ. Τσιρώνη, Ν.) Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα

▪ Beridze, K.,  2009. «Ο Βασιλιάς Έρωτας και η υπόστασή του στις βυζαντινές και υστεροβυζαντινές ερωτικές και ιπποτικές μυθιστορίες». Journal Phasis. vol.12, No 6.1-32.

▪ Borghart, P., DeTemmerman K. 2010. “From Novelistic Romance to Romantic Novel”. Journal of Mediterranean Studies. Vol. 19. No. 1: 43–68

▪ Derrida, J. and Prenowitz, E. 1995. “Archive Fever: A Freudian Impression”. Diacritics. Vol. 25, No. 2. 9-63

▪ Φουκώ, Μ. 1978. «1 Η δίψα της γνώσης», στο:  Φουκώ, Μ. Ιστορία της σεξουαλικότητας. (μετάφρ.Ροζάκη, Γ.) 27-49, 163-195. Αθήνα: Κέδρος-Ράππα

▪ Gaunt, S. 2006. Love and Death in Medieval French and Occitan Courtly Literature. Martyrs to Love. Oxford: Oxford University Press

▪ Hawkes, T. 1978. Μεταφορά. Η γλώσσα της κριτικής. (μετάφρ. Πεντζίκης, Ν.Γ.) Αθήνα: Ερμής

▪ Kay, S. 2004. “Courts, clerks, and courtly love”, στο: Krueger, R.L. (edit.), The Cambridge companion to medieval romance. 1-9, 81-96. Cambridge: Cambridge University Press

▪ Kristeva, J. 2011. «Οι Τροβαδούροι: από το “μεγάλο αυλικό άσμα” στο αλληγορικό αφήγημα», στο: Kristeva, J., Ιστορίες αγάπης. (μετάφρ. Μπέτζελος, Τ.) 370-390. Αθήνα: Κέδρος

▪ Lacan, J.1988. “XXIII Psychoanalysis and cybernetics, or on the nature of laguage”, στο: Miller, J.A., The Seminar of Jacques Lacan Book II. The Ego in Freud’s Theory and in the Technique of Psychoanalysis 1954-1955 (μετάφρ.Tomaselli, J.A.) 294-308. London: W.W. Norton & Company

▪ MacAlister, S. 2001. «Τα όνειρα στα μυθιστορήματα του Δωδέκατου αιώνα». Αρχαιολογία και Τέχνες. Αρ. τεύχους 79. 41-51

 

▪ Andrade, C. B. Derrida’s writing: Notes on the Freudian model of language. Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 9-3-2017.

<http://www.scielo.br/scielo.php?pid=S0103-65642016000100096&script=sci_arttext&tlng=en>

▪ Freud, S. From Freud, General Psychological Theory, Chapter XIII. A Note upon the “Mystic Writing Pad” (1925). Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 7-3-2017 <http://home.uchicago.edu/~awinter/mystic.pdf>

▪ Lacan, J. Anxiety: The Seminar of Jacques Lacan, Book X. (transl.Gallagher, C.) Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 27-2-2017

<http://www.lacaninireland.com/web/wp-content/uploads/2010/06/Seminar-X-Revised-by-Mary-Cherou-Lagreze.pdf>

 

_____

[1] το “petit object a” του Lacan

[2] Beaton (1996), σ.82 και Borghart, DeTemmerman (2010), σ.50 και Kay (2004), σσ.83-84 και Μπαχτίν (2010), σσ.25-26 και Φουκώ (1978), σσ. 165-166

[3] Agapitos (1999), σ.124

[4] Lacan (1988) ό.π., σσ.301-302

[5] http://home.uchicago.edu/~awinter/mystic.pdf , σ. 174 και Lacan ό.π., σσ.299-300

[6] Beaton ό.π., σσ.172,176

[7] Kristeva (2011), σσ.383-387 και Gaunt (2006),σ.110

[8]http://www.lacaninireland.com/web/wp-content/uploads/2010/06/Seminar-X-Revised-by-Mary-Cherou-Lagreze.pdf, σ.214

[9] http://home.uchicago.edu/~awinter/mystic.pdf ό.π., σ. 174

[10] Kay ό.π., σ.86

[11]http://www.lacaninireland.com/web/wp-content/uploads/2010/06/Seminar-X-Revised-by-Mary-Cherou-Lagreze.pdf ό.π., σσ.212-213

[12] Αγαπητός (2004),σ.131και Τσολάκης (1986), σ.98

[13] Αγαπητός (2004) ό.π., σσ.132-133 και Πολίτης (1985), σσ.36-37

[14] Αγαπητός (2004) ό.π.,σ.133 και Αγαπητός (1996)ό.π.,σ.27

[15] Αγαπητός (1996), σ.42

[16] Gaunt ό.π., σ.114 και Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.32,38

[17] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης (2007), σ.188

[18] Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.36-37,40

[19] Kristeva ό.π., σ.371 και Borghart, DeTemmerman ό.π., σ. 48

[20] Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.30-31

[21] Badiou ό.π., σ.56

[22] http://home.uchicago.edu/~awinter/mystic.pdf ό.π.,σσ.209-210 και Derrida and Prenowitz (1995), σ.26

[23] Derrida and Prenowitz ό.π., σσ.14-15 και http://home.uchicago.edu/~awinter/mystic.pdf ό.π., σσ. 207-208 και http://www.scielo.br/scielo.php?pid=S0103-65642016000100096&script=sci_arttext&tlng=en

[24] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σσ. 146-147

[25] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.147 και Αγαπητός (1996) ό.π., σ.27

[26] Beaton ό.π., σσ.168-169

[27] http://www.lacaninireland.com/web/wp-content/uploads/2010/06/Seminar-X-Revised-by-Mary-Cherou-Lagreze.pdf, σσ.162, 201

[28] Derrida and Prenowitz ό.π., σσ. 19,22 και Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.161

[29] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.154

[30] Αγαπητός (1996) ό.π.,σσ.29-31

[31] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.192

[32] Kristeva ό.π., σ.371 και Αγαπητός (1996) ό.π., σ.30 και Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σσ.194-196

[33] Agapitos ό.π., σ.118

[34] Agapitos ό.π., σσ.126-127

[35] Derrida and Prenowitz ό.π., σ.54 και Αγαπητός (1996) ό.π., σ.29

[36] Agapitos ό.π., σσ.116-117

[37] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.149

[38] Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.42

[39] http://home.uchicago.edu/~awinter/mystic.pdf  ό.π.,σ.207 και Derrida and Prenowitz ό.π., σσ. 61-62

[40] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.150

[41] Beaton ό.π., σσ.204-206 και Kristeva ό.π., σσ.378-381 και Beridze (2009), σ.5

[42] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.155

[43] MacAlister (2001), σσ.48,50

[44] Borghart, DeTemmerman ό.π., σ.53

[45] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.189

[46] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.165

[47] Beaton ό.π., σσ.168-169 και Agapitos ό.π., σσ.119-122 και http://www.scielo.br/scielo.php?pid=S0103-65642016000100096&script=sci_arttext&tlng=en

[48] MacAlister ό.π., σ.50 και Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.27-28

[49] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.159

[50] MacAlister ό.π., σσ.78-79 και Agapitos ό.π., σ.125

[51] Αγαπητός (1996)ό.π.,σ.41

[52] Kristeva ό.π., σ.387

[53] Hawkes (1978), σσ.80-83

[54] Borghart, DeTemmerman ό.π., σσ.49,52 και Μπαχτίν (2003), σ.22

[55] κοινός τόπος στο μεσαιωνικό τρόπο σκέψης είναι η πίστη ότι τα σημαίνοντα, δηλαδή οι έννοιες, υπάρχουν (ρεαλισμός-realism)

[56] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σσ.165-166

[57] Gaunt ό.π., σσ.110,117-118

[58] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.173

[59] Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.29

[60] Kristeva ό.π., σ.372 και Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.32,34

[61] Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.28-31,34

[62] Kristeva ό.π., σσ.372-373 («αλχημεία του μυστικού έρωτα»)

[63] Αγαπητός (1996) ό.π., σσ.38-39

[64] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.175

[65] Hawkes ό.π., σσ.108-109

[66] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σσ.205-206⸱ αποκαλείται «ἡλιογεννημένη» (στ.2068), «ἐρωτική» (στ.1176), «πανήδονος εἰς πλάσιν» (στ.2215)

[67] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.252

[68] αποτελεί ξάφνιασμα το ότι ο ερωτευμένος μέχρι θανάτου Λίβιστρος λέει ότι κάποια είναι όμοια με τη Ροδάμνη

[69] Φουκώ ό.π., σσ. 35-36 και Μπαχτίν (2010) ό.π., σσ.29-30 και Lacan ό.π., σσ.295-296

[70] Kristeva ό.π., σ.378

[71] Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.30

[72] Badiou ό.π., σ.47

[73] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.180

[74] Borghart, DeTemmerman ό.π., σσ.51-52

[75] Kristeva ό.π., σσ.378-381

[76] Beaton ό.π., σσ.207-208 και Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.28

[77] Badiou ό.π., σσ.44,46

[78] Kristeva ό.π., σσ.381-383

[79] Badiou ό.π., σ.53

[80] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σσ.215-222 και Τσολάκης ό.π., σ. 98

[81] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.184

[82] Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.26

[83] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.157

[84] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σσ.221-222 και Hawkes ό.π., σσ.98,103-104 (στ. 2555-2556, 2775-2790,2796-2797: εκτός συμβολοποίησης δεσπόζει ο φόβος για το ανεξέλεγκτο της φύσης και η γραία αποβάλλεται ως υπόλειμμα που διασαλεύει την εξιδανίκευση, συμβολίζει τη βία της μυθιστορίας προς τη γυναίκα)

[85] Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.38

[86] http://www.scielo.br/scielo.php?pid=S0103-65642016000100096&script=sci_arttext&tlng=en

[87] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.185

[88] Gaunt ό.π., σ.114 και Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.31

[89] Αγαπητός (1996) ό.π.,σ.29

[90] Αφήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης ό.π., σ.191

[91] Kay ό.π., σ. 82

Ακολουθήστε μας

Διανυκτέρευση

Διανυκτέρευση

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - (σπουδή στην απαισιοδοξία) Διανυκτερεύεις με όνειρα βρώμικα, σαν το χαλάκι που περιμένει μάταια όλη του τη ζωή έξω από την πόρτα και μέσα δε θα μπει ποτέ. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί σού φταίει το πρωινό, η ρουτίνα, οι άλλοι, το σύστημα,...

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ. «Ο Δον Κιχώτης κυνηγάει μύλους Που δεν γυρίζουν πια. Για την ακρίβεια, έχουν γκρεμιστεί. Ο αέρας όμως λυσσομανάει» Κωνσταντίνος Μπούρας _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης -   Από τις εκδόσεις Νίκας, πριν από λίγο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ. «Ο Δον Κιχώτης κυνηγάει μύλους Που δεν γυρίζουν πια. Για την ακρίβεια, έχουν γκρεμιστεί. Ο αέρας όμως λυσσομανάει» Κωνσταντίνος Μπούρας _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης -   Από τις εκδόσεις Νίκας, πριν από λίγο...

Ο Θείος Πλάτων: Μεταφυσικές προσεγγίσεις στο έργο της Άλκης Ζέη

Ο Θείος Πλάτων: Μεταφυσικές προσεγγίσεις στο έργο της Άλκης Ζέη

- γράφει ο Ανδρέας Αντωνίου - Εκ προοιμίου μπορούμε να αποφανθούμε για το προφανές. Δεν υπάρχουν μεταφυσικές προεκτάσεις στο κείμενο της Άλκης Ζέη Ο Θείος Πλάτων, τουλάχιστον όχι προγραμματικά. Ως βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά του δημοτικού ή σε νεαρούς εφήβους, το...

Η Δημοκρατία συμβαίνει!

Η Δημοκρατία συμβαίνει!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Αν μια ιδέα είναι αυτή που χαρακτηρίζει την Ελλάδα και την ξεχωρίζει από άλλους λαούς, αυτή δεν είναι άλλη παρά η Δημοκρατία, η οποία διαφοροποίησε τον άνθρωπο κι από υπήκοο, μέσα από την υπέροχη μήτρα της, τον έπλασε πολίτη. Ως...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου