Η φαρμακερή πένα, της Agatha Christie

5.02.2020

σχόλια

Μια σειρά από ανώνυμες επιστολές με χυδαίες, «τυφλές» κατηγορίες αρχίζουν να στέλνονται στους κατοίκους ενός φιλήσυχου χωριού. Κάποιοι τις αγνοούν, κάποιοι σοκάρονται, κάποιοι τις παραδίδουν στην αστυνομία αλλά μια γυναίκα δεν αντέχει τις υπόνοιες και αυτοκτονεί, κάτι που προκαλεί σοκ και φυσικά σκάνδαλο στο ήρεμο ως τότε χωριό. Ποιος είναι λοιπόν ο συντάκτης των επιστολών, τι γνωρίζει και πού αποσκοπεί με όλη αυτήν την αναστάτωση; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί και ποιο είναι το κίνητρό του;

Πρόκειται για άλλη μία συναρπαστική ιστορία της Μις Μαρπλ, με αρκετές όμως δομικές διαφορές: πρώτον δεν εξιχνιάζουμε μια δολοφονία (τουλάχιστον στην αρχή) αλλά τον ηθικό αυτουργό μιας αυτοκτονίας, ο οποίος, με δηλητήριο που στάζει στις ψυχές των παραληπτών σε μικρές δόσεις, προκαλεί κάτι αναπάντεχο και τετελεσμένο. Η συγγραφέας στηλιτεύει την ίδια την κλειστή κοινωνία ενός μικρού τόπου, κάτι που αποτελεί δικαιολογία για να μπει ανερυθρίαστα στα σπίτια και στις ζωές των κατοίκων (όχι ότι χρειαζόταν την άδεια!) και να παραθέσει μια σειρά από πραγματικά ενδιαφέροντες και ποικίλους χαρακτήρες: η αδιάφορη, αδέξια και εκτός της οικογενειακής ομοιομορφίας προγονή, η πολυάσχολη κι ευτυχισμένη αδελφή, ο ευπρεπής και ήρεμος σύζυγος και ευυπόληπτος δικηγόρος, η πανέμορφη αλλά με επίπεδη φωνή νταντά, ο κοντούλης και στρουμπουλός θηλυπρεπής λάτρης των κλασικών επίπλων και της καλόγουστης διακόσμησης, ο φαντασμένος συνταγματάρχης που είναι και φανατισμένος παίκτης του μπριτζ, η αναιμική και ξεθωριασμένη σύζυγος, μια απομακρυσμένη κάτοικος συνδυασμένη με κατάρες και μαντζούνια και άρα ο αποδιοπομπαίος τράγος καθώς και άλλοι αποτελούν ένα σύνολο γεμάτο μυστικά και ερωτηματικά ενώ η φράση «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά» θα γίνει το εφιαλτικό μοτίβο του χωριού για αρκετές μέρες.

Άλλη διαφορά είναι το γεγονός πως η ιστορία δεν εκτυλίσσεται στο Σεντ Μέρι Μιντ αλλά στο Λίμστοκ, όπου καταφεύγει ο τραυματίας πολέμου Τζέρι Μπάρτον για να αναρρώσει μετά από ατύχημα μαζί με την αδελφή του, Τζοάνα, που τον περιποιείται. Πρόκειται για αεροπόρο που επιβιώνει από ατύχημα και του συνιστούν ξεκούραση και ηρεμία, μακριά από φίλους και γνωστούς που θα αρχίσουν να τους επισκέπτονται από συμπόνια και θα αναμασούν τα αίτια του ατυχήματος. Τα δυο αδέλφια νοικιάζουν ένα όμορφο σπίτι σε μια περιοχή που τηρεί όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές, να όμως που το έγκλημα καραδοκεί ακόμη και σ’ αυτόν τον φιλήσυχο τόπο. Την ιστορία αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ο Τζέρι κι ο Επιθεωρητής Νας τον θεωρεί πολύτιμο βοηθό: «Επειδή είστε ξένος στα μέρη μας. Δεν έχετε ήδη σχηματισμένες ιδέες για τον κόσμο εδώ κάτω.  Την ίδια στιγμή, όμως, έχετε την ευκαιρία να μάθετε ορισμένα πράγματα με τρόπο που θα μπορούσα να αποκαλέσω κοινωνικό» (σελ. 143).

Τέλος, το πιο ρηξικέλευθο απ’ όλα είναι το γεγονός πως η μις Μαρπλ εμφανίζεται μόνο στα έξι τελευταία κεφάλαια, όταν η αστυνομία έχει αποτύχει, κατόπιν προτροπής της Μοντ Ντέιν Κάλθορπ, αδελφής του εφημέριου: «-Δεν εννοώ τέτοιον ειδικό. Δεν εννοώ κάποιον που να ξέρει από ανώνυμα γράμματα, ούτε καν από δολοφονίες. Εννοώ κάποιον που να ξέρει τους ανθρώπους. Καταλάβατε; Χρειαζόμαστε κάποιον που να ξέρει πάρα πολλά για την κακία» (σελ. 171). Η αφήγηση όμως δε στερείται από ένταση και ροή ενώ η μις Μαρπλ κινείται παρασκηνιακά, αφήνοντας στον αναγνώστη πολλά κενά για τις κινήσεις και τον τρόπο σκέψης της, κάτι που θα εξηγηθεί μόνο στο τέλος της ιστορίας. Περίπλοκη υπόθεση, πολλοί ύποπτοι που διαστρεβλώνουν ή αποσυντονίζουν ή κρύβουν τα γεγονότα, λεπτοδουλεμένοι χαρακτήρες δοσμένοι με απλότητα και διεισδυτικότητα, εξαιρετικές ανατροπές και εκπλήξεις, πάμπολλες αναφορές και παρατηρήσεις στα υπέρ και τα κατά μιας ήρεμης ζωής στο χωριό και φυσικά χιούμορ: «Όποτε έχει να ανακοινώσει οτιδήποτε κακό, η μύτη της συσπάται γεμάτη έκσταση. Η μύτη της έκανε υπερωρίες όταν μπήκε στο δωμάτιο…» (σελ. 72).

Εκτός από τις πάντα διορατικές παρατηρήσεις γύρω από την ανθρώπινη φύση, η Agatha Christie, χάρη σ’ ένα εικοσάχρονο κορίτσι που διαβάζει φανατικά Σαίξπηρ και τη μόρφωση των αδελφών Μπάρτον που πρωταγωνιστούν, στήνει ενδιαφέρουσες συζητήσεις υπέρ και κατά του σημαντικού αυτού συγγραφέα και ποιητή. Μάλιστα, τα θετικά γνωρίσματα παρατίθενται τεκμηριωμένα αλλά τα αρνητικά ισοπεδώνουν την ποιότητα της κουβέντας: «-Σ’ εμένα, δυστυχώς, ο Σαίξπηρ φαίνεται τρομερά ανιαρός. Γράφει ατέλειωτες σκηνές κι όλοι είναι μεθυσμένοι και υποτίθεται πως είναι και αστείο» (σελ. 83). Τέλος, ο πρωτότυπος τίτλος («The moving finger») προέρχεται από τα «Ρουμπαγιάτ» του Ομάρ Καγιάμ: «Το Κινούμενο Δάχτυλο γράφει, κι έχοντας γράψει προχωρεί, όλες οι προσευχές και τα τερτίπια σου δε θα το κάνουν να γυρίσει και ν’ αλλάξει ούτε μισή αράδα…».

Η «Φαρμακερή πένα» κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1942 και στην Αγγλία το 1943 και είναι η τέταρτη περιπέτεια με τη γλυκιά ηλικιωμένη πρωταγωνίστρια, μιας και τα διηγήματα στα οποία εμφανίστηκε το 1927 στα μηνιαία βρετανικά περιοδικά «The Royal Magazine» και «The Story-Teller Magazine» δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο μόλις το 1932 με τον τίτλο «The thirteen problems». Στα ελληνικά υπήρξαν πολλές εκδόσεις του μυθιστορήματος ώσπου κυκλοφόρησε από το Λυχνάρι με τον τίτλο «Δηλητήριο σε μικρές δόσεις» και σήμερα (2019) επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μεγαλύτερο σχήμα, με προλογικό σημείωμα και με νέα μετάφραση (της Χρύσας Μπανιά). Ως προς το εξώφυλλο ακολουθούν την έκδοση Harper Collins ενώ έχουν ανακοινώσει πως στόχος τους είναι να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά όλα τα αστυνομικά έργα της Agatha Christie.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου