Select Page

Ιλιάδα και Εκδικητές: Η διαχρονικότητα της δομής και της επικότητας

Ιλιάδα και Εκδικητές: Η διαχρονικότητα της δομής και της επικότητας

Το παρόν άρθρο αφορμάται από δύο περιπτώσεις. Αφενός το φαινόμενο των ταινιών με υπερήρωες, που κατακλύζουν τις κινηματογραφικές αίθουσες την τελευταία δεκαετία, κι αφετέρου την πρόσφατη έκδοση του Ερωτόκριτου σε comics. Μπορεί τα δύο αυτά να μοιάζουν τόσο σχετικά όσο ο φάντης με το ρετσινόλαδο, αλλά πιστέψτε με, είναι δύο οπτικές του ιδίου ζητήματος.

Τα κόμικς και οι ταινίες με υπερήρωες σνομπάρονται πολύ άγρια από την σύγχρονη διανόηση – η οποία τηρεί την ίδια στάση που τηρούσε ο Χορκχάιμερ και ο Αντόρνο για την τζαζ, άσχετα αν σήμερα η διανόηση γλύφει εκεί που έφτυνε κάποτε. Κατηγορούνται ως ανώριμα, ρηχά, βιομηχανοποιημένα προϊόντα, τα οποία έχουν πολύ θέαμα, αλλά ελάχιστο νόημα. Ειδικά στη σύγχρονη εποχή, όπου το CGI κάνει θαύματα, η διανόηση βρίσκει το βούτυρο στο ψωμί της. Αυτού του είδους οι ταινίες και οι σειρές δεν είναι τίποτα περισσότερο από εφετζίδικα κόλπα και τίποτα περισσότερο. Είναι βέβαια τραγική ειρωνεία και αντίφαση, το γεγονός πως από την μία η διανόηση σχίζει τα ιμάτιά της επειδή ο κόσμος είναι βάρβαρος και δεν ενδιαφέρεται για την Τέχνη, κι από την άλλη σχίζει τα ιμάτιά της επειδή ο κόσμος πληρώνει δέκα κι είκοσι ευρώ, στηρίζοντας έτσι την βιομηχανία της τέχνης (κινηματογράφος, βιβλίο, μουσική). Καταλαβαίνω πως όταν η διανόηση μιλάει για τέχνη, εννοεί την δική της τέχνη, αλλά και πάλι είναι ανόητο να παραπονιέσαι και όταν ο κόσμος δεν αγοράζει βιβλία και όταν αγοράζει.

Σίγουρα οι ταινίες με τους υπερήρωες, δεν είναι ταινίες του Μπέργκμαν, του Κουροσάβα, του Κιούμπρικ, του Αγγελόπουλου και του Γουέλς. Όμως το να τις απορρίπτεις εκ των προτέρων, ως σκουπίδια, χωρίς να μπαίνεις καν στον κόπο να τις εξετάσεις, είναι αρκετά επίφοβο, με την πιθανότητα να τις εγκωμιάζεις έναν αιώνα μετά, αρκετά μεγάλη. Ας μην ξεχνάμε πως με αυτές τις ταινίες καταπιάνονται μεγάλοι σκηνοθέτες, όπως ο Σπιλμπεργκ και σε αυτές πρωταγωνιστούν καταξιωμένοι ηθοποιοί, όπως ο Άντονυ Χοπκινς, ο Ίαν Μακκελεν και ο Κρίστοφερ Λη. Έχουν όλοι αυτοί ξεπουληθεί για τα λεφτά ή μήπως υπάρχει κάτι περισσότερο, που η κοντόφθαλμη ερμηνεία της διανόησης εσκεμμένα αποφεύγει να διακρίνει;

Δεν θα μιλήσω για το βάθος αυτών ταινιών, παρόλο που υπάρχει σε πολλές ταινίες. Θέματα ρατσισμού και μισαλλοδοξίας θίγονται στις ταινίες των X-MEN. Ζητήματα πολιτικής φιλοσοφίας θίγονται σε ταινίες όπως οι «Αγώνες Πείνας». Στον Spider-man παρακολουθούμε την υπαρξιακή μάχη του ήρωα με την ευθύνη του για τον θάνατο του θείου του. Να μην μιλήσω για τις διαστάσεις του Dark Knight και το πόσα επίπεδα ανάγνωσης έχει η ταινία του Νόλαν για τον Batman. Δεν θα μιλήσω ούτε για το αισθητικό/οπτικό αποτέλεσμα που αφήνουν αυτές οι ταινίες, ούτε καν αυτές που αντικειμενικά βλέπονται με μεγάλη ευχαρίστηση, ακόμη κι από τον πιο σνομπ κουλτουριάρη.

Θα μιλήσω όμως για την δομή αυτών των ταινιών, δηλαδή τους κανόνες και τα στοιχεία εκείνα που βλέπουμε να ισχύουν σε όλες τις ταινίες αυτού του είδους και κατά κάποιον τρόπο ορίζουν το είδος. Πιστεύω πως αν κατανοήσουμε την δομή αυτών των ταινιών, θα βγάλουμε κάποια πολύτιμα συμπεράσματα τόσο για την τέχνη, όσο και για τους ανθρώπους που επιλέγουν να βλέπουν αυτές τις ταινίες.

Ποια είναι η δομή μιας Super-Hero Movie; Αρχικά υπάρχει πάντα ένας πρωταγωνιστής ή  μια ομάδα πρωταγωνιστών που πάντα έχουν κάποια ιδιαίτερη δυνατότητα. Ο υπερήρωας δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά έχει πάντα κάποια ειδική δύναμη (σκαρφαλώνει τοίχους, πετάει, βγάζει λέιζερ από τα μάτια). Αυτή του η ιδιότητα εξηγείται πάντα μέσα στην αφήγηση της ταινίας και ουσιαστικά δικαιολογεί την δικαιοδοσία του ήρωα (να σώζει τον κόσμο). Ο υπερήρωας ταυτίζεται πάντα με το καλό, που ταυτίζεται πάντα με τον αναγνώστη. Σε αυτές τις ταινίες υπάρχει πάντα ένα δίπολο, το κλασικό δίπολο «καλού – κακού». Απέναντι στον καλό πρωταγωνιστή υπάρχει ο κακός, που απειλεί την ισορροπία των δυνάμεων. Ο καλός αναλαμβάνει να νικήσει και να επιβληθεί πάνω στο κακό, εξασφαλίζοντας έτσι την ισορροπία των δυνάμεων. Σε αυτήν την αποστολή που αναλαμβάνει, πάντοτε αντιμετωπίζει δυσκολίες και εμπόδια, τα οποία είναι εσωτερικά και προέρχονται είτε από την εσωτερική του μάχη, είτε από κάποια διχόνοια μεταξύ της ομάδας του. Πάντοτε όμως ο Υπερήρωας βρίσκει τον δρόμο και τον τρόπο για να υπερβεί τις δυσκολίες και στο τέλος, κατατροπώνει τον κακό και επιφέρει την λύτρωση του έργου.

Σε αυτή την δομή έργου, θα μπορούσαμε να εντάξουμε σχεδόν κάθε ταινία με υπερήρωες και αν ανοίγαμε κι άλλο τα όρια, θα μπορούσαμε να εντάξουμε πολλά από τα καλά χολυγουντιανά μπλοκμπάστερς. Το πρόβλημα είναι πως σε αυτή την σχετικά απλοϊκή δομή θα μπορούσαν να ενταχθούν πολλά άλλα έργα, όπως για παράδειγμα τα ομηρικά έπη, τα σκανδιναβικά σάγκα, το δημοτικό τραγούδι και άλλα πολλά.

Αναλογιστείτε την βασική δομή της Ιλιάδας. Ο σούπερ ήρωας Αχιλλέας με την σούπερ ομάδα των Αχαιών (οι Εκδικητές ή οι X-Men της αρχαιότητας) πάνε για να αποκαταστήσουν την αδικία που τους έγινε με την ωραία Ελένη. Ο ανταγωνιστής, ο σούπερ Έκτορας προσπαθεί να υπερασπιστεί την πόλη του, αφήνοντας γκρίζο το τοπίο μεταξύ καλού και κακού – όπως άλλωστε πολλοί άλλοι «κακοί» των super hero movies, όπως ο Λόκι ή ο Μαγκνίτο. Ο Αχιλλέας, όπως κάθε βασιλιάς στην αρχαιότητα (π.χ Ο Οδυσσέας κατάγεται από τον Αυτόλυκο που ήταν γιος του Ερμή, ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος κατάγονται από τον Πέλοπα που καταγόταν από το Δία), κατάγεται από τους θεούς κι αυτό εξηγεί αφενός την θέση του ως βασιλιά και αφετέρου τις υπερφυσικές του ικανότητες. Τα εσωτερικά εμπόδια είναι πολλά, καθώς η μήνις του Αχιλλέα τον κρατάει εκτός μάχης και φέρνει τους Αχαιούς σε δύσκολη θέση. Όμως η πλοκή γυρίζει με τον θάνατο του Πάτροκλου, όπως ο θάνατος του Φιλ Κούλσον ενώνει την σκορπισμένη ομάδα των εκδικητών. Ο σούπερ Αχιλλέας κατατροπώνει τον σούπερ Έκτορα σε μια επική μάχη και τελικά έχουμε την νίκη του καλού. Και μεταξύ αστείου και σοβαρού, ακόμη και η ίδια η σύνθεση των ομάδων μοιάζει λίγο μεταξύ Εκδικητών και Αχαιών: Υπάρχει ο Αρχηγός (Κάπτεν Αμέρικα/Αγαμέμνων), ο Πολυμήχανος Εφευρέτης (Άιρον Μαν/Οδυσσέας), υπάρχει η Ωμή Δύναμη (Χουλκ/Αίαντας), ο Μαχητής (Θωρ/Αχιλλέας), ο Ήπιος (Χωκάι/Μενέλαος) και φυσικά ο Ιθύνων Σοφός (Νικ Φιούρι/Νέστωρας).

Θα μου πείτε «στ’ αλήθεια συγκρίνεις την Ιλιάδα με τους Εκδικητές;». Όχι βέβαια, ούτε κατά προσέγγιση. Όμως μέσα από την υπερβολή, μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, τα οποία μπορούν μας βοηθήσουν να αναθεωρήσουμε κάποιες απόψεις.

Η παρόμοια δομή των χολιγουντιανών ταινιών με έργα κλασικής λογοτεχνίας, όπως τα ομηρικά έπη, τα δημοτικά τραγούδια ή τα σκανδιναβικά saga, δείχνει μια διαχρονικότητα σε αυτό το είδος τέχνης. Σίγουρα η τέχνη έχει προχωρήσει πολύ από εκείνη την περίοδο και έχει διευρύνει πολύ τα όρια της, όμως αυτό δεν αναιρεί όλες τις προηγούμενες φόρμες και δομές. Αν μπορούμε να θαυμάζουμε την Ιλιάδα για την δομή της πλοκής, την περιπέτεια και τους διακριτούς της χαρακτήρες, για τους ίδιους λόγους πρέπει να επιβραβεύσουμε τους Εκδικητές.

Το πιο σημαντικό συμπέρασμα όμως, αφορά όχι στα ίδια τα έργα, αλλά τους θεατές/αναγνώστες τους. Οι σημερινοί θεατές αυτών των ταινιών, χαρακτηρίζονται από την διανόηση ως ρηχοί, άτεχνοι, άνθρωποι που ενδιαφέρονται μόνο για το θέαμα και όχι για το βάθος. Αλλά αν υπάρχουν όντως τόσες ομοιότητες μεταξύ των επών και των σημερινών ταινίων, τότε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τόσο αρνητικά ακόμη κι αυτούς που απολαμβάνουν το έπος του Διγενή Ακρίτα και τις μάχες του; Νομίζω πως όχι. Ό,τι ένιωθε ένας άνθρωπος τον 8ο αιώνα π.Χ ακούγοντας τις ιστορίες των ραψωδών, ό,τι ένιωθε τον 12ο μ.Χ όταν άκουγε τις ιστορίες των δημοτικών τραγουδιών, το ίδιο ακριβώς νιώθει και σήμερα ένας άνθρωπος που ψυχαγωγείται με αυτές τις ταινίες. Η διαχρονικότητα δεν ισχύει μόνο στα έργα, αλλά και στην ψυχοσύνθεση του θεατή. Ο κόσμος δεν έχει γίνει εν μία νυκτί ανόητος και ρηχός, αλλά ήταν πάντοτε αυτός που είναι και σήμερα: ο άνθρωπος που διψάει για δράση, περιπέτεια, εξαιρετικές πράξεις εξαιρετικών ανδρών, εξακολουθεί να ψάχνει το ηρωικό και το γενναίο στοιχείο.    

Ας πάρουμε ακόμη ένα παράδειγμα: τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη. Αυτά τα δύο έργα της κρητικής αναγέννησης, βασισμένα όλα σε έργα της αναγέννησης, εξυμνούν τον έρωτα, την αγάπη και τη φιλία, καθώς και τη γενναιότητα και το θάρρος. Μέσα σε αυτά υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ανατροπών και μυστηρίου, περιπέτειας και δράσης. Όλοι οι μελετητές αυτών των έργων παραδέχονται την ποιητική πένα των συγγραφέων, τόσο ως προς το κομμάτι της τεχνικής, όσο και προς το κομμάτι της μυθοπλασίας. Αν λοιπόν, έχουμε δίκιο και ο αναγνώστης δεν έχει αλλάξει από τότε, αλλά παραμένει διαχρονικός, πού θα μπορούσε να ικανοποιήσει αυτό το κριτήριό του σήμερα; Η απάντηση είναι στο Game of Thrones.

Αυτή η σειρά βιβλίων και επεισοδίων, που έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, έχει πολλές ομοιότητες με τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη και δεν εννοούμε μόνο το μεσαιωνικό υπόβαθρο που έχουν. Για παράδειγμα ο Κορνάρος αφιερώνει ολόκληρο το δεύτερο βιβλίο του στο τουρνουά που γίνεται. Εκεί παρουσιάζει όλους τους πολεμιστές περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια τους θυρεούς που βρίσκονται στις ασπίδες τους, μαζί με κάποια λόγια που είναι γραμμένα. Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και στο Game of Thrones, όπου κάθε οίκος έχει ένα δικό του οικόσημο και κάποια λόγια που χαρακτηρίζουν τον Οίκο (κλασικό: Winter is Coming). Τα τουρνουά παίζουν σημαντικό ρόλο, καθώς μέσα από αυτές τις περιστάσεις βλέπουμε σχέσεις χαρακτήρων, κρυφούς έρωτες και κρυφά μίση (τρανταχτό παράδειγμα το τουρνουά στο Harrenhall).  Κι αν το Game of Thrones παραείναι αιματηρό για τα γούστα μας, το ίδιο θα λέγαμε πως είναι και οι πίνακες του Μπαρόκ ή η Ερωφίλη. Και η μεσαιωνικότητα που έχει το Game of Thrones – ακόμη και στο χώρο του φανταστικού – θυμίζει έντονα άλλα ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν κατοχυρωθεί ως κλασικά, όπως ο Ιβανόης του Σερ Ουώλτερ Σκοτ.

Άλλωστε μήπως και ο Τόλκιν δεν εμπνεύστηκε το Σιλμαρίλλιόν του, από τα έπη των Νιμπελούγκεν και δεν υιοθέτησε πολλά στοιχεία από την αντίστοιχη κλασική λογοτεχνία των γερμανικών και των σκανδνιναβικών φυλών; Και μάλιστα σε σημείο να κρατήσει ακόμη και τα ονόματα τα ίδια ακριβώς με τα πρωτότυπα (αν διαβάσετε ποτέ την “Edda” θα καταλάβετε πώς πήρε το όνομά του ο Γκάνταλφ και οι νάνοι στο «Χόμπιτ»).

Επομένως, γιατί εκπλησσόμαστε, όταν ο Ερωτόκριτος γίνεται σε μορφή κόμικ και θυμίζει Game of Thrones; Μήπως και τα κόμικς δεν είναι μια μορφή τέχνης που έχει παρόμοιους νόμους με την υπόλοιπη λογοτεχνία; Μήπως αυτός που διαβάζει κόμικς (είτε είναι Ερωτόκριτος, είτε Εκδικητές, είτε Φιλμ-Νουάρ με ανθρωπόμορφα ζώα ή κάστες εξωγήινων) δεν ψάχνει το ίδιο πράγμα, που ψάχνει στις ταινίες και στα βιβλία; Και μάλιστα ψάχνει τα ίδια πράγματα που ο αναγνώστης έψαχνε πριν εκατό ή πριν χίλια ή πριν δύο χιλιάδες χρόνια;

Η υποτίμηση της «λαϊκής κουλτούρας» ή popular culture επί το αγγλικότερο έχει μόνο ένα αποτέλεσμα: Να προσπεράσει η εποχή και ο κόσμος την «ελίτ» της τέχνης και να ακολουθήσει την ίδια πορεία που ακολουθούσε από τον Όμηρο και εξής: Την όμορφη διήγηση, την επική δράση, το συναίσθημα, την έξυπνη πλοκή, τις τεχνικές και τις δομές που επιστρέφουν και μετενσαρκώνονται από εποχή σε εποχή, από είδος σε είδος. Το ίδιο πνεύμα που διακατέχει την Ιλιάδα, διακατέχει και το Game of Thrones και το ίδιο πνεύμα που διακατέχει την σκανδιναβική μυθολογία, πέρασε και στον Βάγκνερ και τον Τόλκιν.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να διευρύνουμε τα όρια της τέχνης όσο θέλουμε – ακόμη και σε σημείο να μην θεωρείται τέχνη. Όμως αυτό δεν αναιρεί και δεν μηδενίζει την αξία των προηγούμενων καλλιτεχνημάτων, ούτε μειώνει την αξία αυτών των δημιουργημάτων που συνεχίζουν στο ίδιο πνεύμα με τους προκατόχους τους. Popular culture δεν είναι απαραίτητα μια ρηχή κουλτούρα, όπως επίσης και η επιφάνεια, παρότι ρηχή, δεν σημαίνει πως οφείλει να απαξιώνεται. Χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ να κοιτάξουμε πραγματικά τι συμβαίνει μέσα στις δημοφιλείς προτιμήσεις του κόσμου, αν θέλουμε, φυσικά, να τον καταλάβουμε και να συνομιλήσουμε μαζί του. Αλλιώς, πολύ φοβάμαι, πως η ροή της ιστορίας και της τέχνης θα συνεχίσει το δρόμο της και αυτοί που επέλεξαν να μείνουν πίσω – φοβούμενοι πως χαρακτηριστούν «χαμηλού επιπέδου» – θα μείνουν στην ιστορία ως οι γραφικοί μηδενιστές.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ανδρέας Αντωνίου

Ο Ανδρέας Αντωνίου γεννήθηκε στις 12/01/1988 στη Θεσσαλονίκη και μένει μόνιμα στη Λευκωσία. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στη σχέση Λογοτεχνίας και Φιλοσοφίας. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι» (εκδόσεις I-Write, 2012) και έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!