Select Page

ΙΣΚΑΡΙΩΤΙΣΣΑ, της Έλφης Κιλλαχίδου

ΙΣΚΑΡΙΩΤΙΣΣΑ, της Έλφης Κιλλαχίδου

 

 

ISKA-BOOK

Κυκλοφορεί το βιβλίο ΙΣΚΑΡΙΩΤΙΣΣΑ, της Έλφης Κιλλαχίδου από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

Διαβάστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο που ευγενικά παραχώρησε η συγγραφέας για τους αναγνώστες του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net

 

Είδε τον παππού της στους δρόμους της Λάρισας να οδεύει σε κατεύθυνση άγνωστη, δύο ή τρεις η ώρα, μεσημέρι. Είχε βγει από το σπίτι κατά τις δέκα, ίσως έντεκα, για να πάει στον κουρέα κι ύστερα σε κάποιο καφενείο, είπε. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, οι κόρες του αποφάνθηκαν ότι «ο μπαμπάς δεν μπορεί να κρατήσει σπίτι μόνος του» κι έτσι βρέθηκε απο τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα και τούμπαλιν με προθεσμία λήγουσα. Του τα είπε σταράτα η διαμένουσα στη Θεσσαλονίκη, η δε της Λάρισας με την γενναιοδωρία του πέρα βρέχει: «Εδώ είσαι σαν στο σπίτι σου μπαμπά!»

     Έτσι στα ενενήντα κάμποσα, ο παππούς βρέθηκε ξεκάρφωτος να πηγαινοέρχεται από τον ένα σταθμό στον άλλο, χωρίς φωνές, χωρίς θυμούς, ψελίζοντας μόνο μιά φράση : «Να το πάθω εγώ αυτό!» Έτσι ήταν ο παππούς ήπιος και περήφανος, τζέντλεμαν και τραγικός. Είχαν πάρει τους δρόμους να τον ψάχνουν εκείνο το μεσημέρι. Ο αδελφός της προς την Κούμα, Βικτώρια, Πλατεία Ταχυδρομείου κι αυτή προς την Τρίγωνη Πλατεία και την Νομαρχία. Ραντεβού στην Κεντρική Πλατεία είχαν πει για να αποφασίσουν για την συνέχεια, αν χρειαζόταν.

     Τον είδε να ταλαντεύεται μπροστά στα δικαστήρια, πέντε λεπτά απόσταση απο το σπίτι τους. Έτρεξε προς το μέρος του κι ενώ εκείνος της είχε γυρίσει την πλάτη και κατευθύνοταν προς την Αγίας Σοφίας, έκανε πάλι μεταβολή κι αυτή νόμισε πως την άκουσε που τον φώναξε. Σήκωσε το χέρι και του έκανε νόημα, χαιρετισμό. Ήταν μία από τις μεγαλομανιακές αδυναμίες του, επειδή ίσως πρώην στρατιωτικός αλλά και βενιζελικός ως το κόκκαλο. «Το κράτος της Θεσσαλονίκης», η πτώση, η εξορία στο Παρίσι, η επιστροφή, η αποστρατεία. Ακολούθησαν τα χρόνια στο πολεοδομικό του Δήμου και η σύνταξη. Η Άννα, τα εγγόνια του τέλος πάντων, τον γνωρίσαν στη σύνταξη, αλλά πάντα μεγαλειώδης ο παππούς. Κάθε φορά που έπαιρνε το λεωφορείο για να πάει στο κέντρο, στην αγορά, πήγαινε στο Υπουργείο, τους έλεγε. Ώσπου μιά μέρα κάτι του ξέφυγε και αποκαλύφθηκε πως πήγαινε στο καφενείο όπου σύχναζαν οι διάφοροι πρώην, του πάλαι ποτέ κράτους και νυν θαμώνες, του κατά τον παππού, Υπουργείου. Πάντως μέχρι τον θάνατο της γιαγιάς και την άλωση του σπιτιού του, το λαβομάνο μιάς άλλης εποχής, μεταλλαγμένο σε χρονοντούλαπο, τίνγκα από εφημερίδες κυβερνήσεως και αρχεία μιάς ζωής, κατείχε περίοπτη θέση στην κρεββατοκάμαρα, στην προέκταση της συζυγικής κλίνης και βιζαβί με τους καθρέφτες και τα κρυστάλλινα μπουκαλάκια της τουαλέτας της γιαγιάς.

     Κάθε που γινόταν πολιτική συζήτηση ήταν άσσος ο παππούς στο ποιός υπουργός είπε τί, την τάδε ημερομηνία. Φανατικός οπαδός της ακρίβειας και της λεπτομέρειας, βιρτουόζος στις αναδρομές στο παρελθόν και στις κάθε τόσο καταδύσεις στο παλιό λαβομάνο καταφθάνοντας πάντα με κάποιο φύλλο εφημερίδας κυβερνήσεως και προτρέποντας: «Να, διάβασε!»

Και μ’ αυτά και μ’ αυτά και τους αρμόζοντες χειρισμούς του συνονόματου εγγονού του, βρέθηκε αυτός βενιζελικός και κεντρώος να ψηφίζει, σοσιαλιστές, γιατί ο γιός Ανδρέας, υπουργός παιδείας το χίλια ενιακόσια τόσο, στην κυβέρνηση του πατέρα Παπανδρέου, είχε προτείνει την τάδε τροποποίηση, τάδε ημερομηνία κι ο παππούς συμφωνούσε κι υποστήριζε, αλλά δεν πέρασε, εξ ου εκείνο και τούτο και τι και πως και συνονόματος ο εγγονός και Παπανδρέου πατέρας και γιός, έπεσε η ψήφος στην οικογένεια. Έτσι ήταν ο παππούς. Αγαπούσε τη συζήτηση και τις ατέλειωτες λεπτομέρειες. Είχε δικό του τρόπο να επιχειρηματολογεί, να πείθεται και ν’ αποφασίζει. Ένα τρόπο μεγαλειώδη και ταυτόχρονα ανάλαφρο και διασκεδαστικό.  

     Τον έβλεπε τώρα απέναντί της, με το γλαυκωματικό βλέμμα του και τα συρμάτινα γυαλιά του, ν’ αναδεύεται πελαγωμένος κι αυτή να έχει εξαντλήσει όλες τις κινήσεις που θα μπορούσαν να θυμίζουν, εποχούμενους και μη, πρωθυπουργικούς χαιρετισμούς, ώσπου μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά, σχεδόν πια φάτσα με φάτσα με τον παππού, έφερε το χέρι της στον κρόταφο εν είδει στρατιωτικού χαιρετισμού κι όχι χωρίς να σκεφτεί ταυτόχρονα, ή εκ των υστέρων ίσως, την συγγένεια της κίνησης μ’ εκείνη του αυτόχειρα.

     Το βέμμα του θολό, ανέκφραστο την κοιτούσε χωρίς να την βλέπει. Στους σαράντα υπό σκιάν, από την αγωνία στο παγωμένο χαμόγελο κι από την τρεχάλα στο κοκκάλωμα της εικόνας, μέτρησε το σκοτάδι στα μάτια του και το κενό κάτω από τα πόδια τους. Παραμέρισε, τον άφησε να περάσει κι ύστερα γύρισε και τον ακολούθησε για λίγο σχεδόν κατά πόδας. Μετά πλησίασε, τον έπιασε από τον ώμο και του είπε στ’ αυτί : «Τι χαμπάρια:»

     «Α! Χαζομάρες... ήταν κλειστός ο κουρέας κι είπα δεν βαριέσαι, δεν χάθηκε ο κόσμος θα κάνω έναν περίπατο...»

     Το βράδυ κιόλας ο παππούς βρήκε μιά δικαιολογία πως δήθεν έπρεπε να γυρίσει επειγόντως στη Θεσσαλονίκη. Έφυγε την άλλη μέρα.

     Τα νέα του λακωνικά. «Φαίνεται κουρασμένος, δεν πολυτρώει, είναι κι οι ζέστες», σχολίαζαν τηλεφωνικά οι κόρες του. Κι ύστερα από τη μία μέρα στην άλλη, αρνούμενος τροφή και νερό, βρέθηκε σε μιά κλινική, μ’ έναν ορό στο μπράτσο. Η διαμονή του υπήρξε σύντομη.

     Είπαν ότι πέθανε από μαρασμό, αλλά εκείνος έδειξε πείσμα στο ξερίζωμα των ορών. Δέκα, είκοσι φορές την ημέρα! Κάθε απουσία ήταν ευκαιρία για μιά επαναλαμβανόμενη προσπάθεια αναχώρησης. Ήθελε να φύγει. Είχε πάρει την απόφαση του κι έπρεπε να καταφέρει ν’ αποδεσμευτεί από τον τεχνητό ομφάλιο λώρο που του είχαν φυτέψει στο αριστερό μπράτσο, για να τον συνδέει με την πλαστική σακούλα, έκτοπη εκτρωματική μήτρα που κρεμμόταν πάνω από το κεφάλι του.

     «Τέρμα» ήταν η μόνη λέξη που επαναλάμβανε όντας το σώμα κλινήρης και το πνεύμα σε θέση εκκίνησης, κι όταν κάποια στιγμή τόλμησε να τον ρωτήσει: «Είσαι σίγουρος παππού;», πήρε την οικεία προσφιλή απάντηση με την οποία σφράγιζε πάντα τις αιτήσεις τους και καθησύχαζε τους φόβους τους: «Ούτε λόγος να γίνεται!»

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

 

Καθένα από τα διηγήματα της συλλογής αποτελεί ένα επεισόδιο μιας περιόδου της ζωής της κοινής τους ηρωίδας, της Άννας. Μπορούν να διαβαστούν ως αυτοτελή, αλλά και ως κρίκοι μιάς ανοιχτής αλυσίδας, στην οποία θα μπορούσε να προστεθούν κι άλλοι.

Το χαρακτηριστικό της ηρωίδας είναι ο δικός της τρόπος να βιώνει τον χρόνο και τις σχέσεις της με τους άλλους. Για την Άννα ο χρόνος είναι σαν τα πτυσσόμενα τηλεσκόπια των ναυτικών και σαν καλειδοσκόπιο. Οι σχέσεις της με τους άλλους και ειδικά με το άλλο φύλο γίνονται καταλύτες για αναδύσεις αναμνήσεων, ερωτηματικών και αινιγμάτων στην καθημερινή της ζωή. Οι συναντήσεις της τυχαίες, απροσδόκητες, παρορμητικές ξεκινούν ξένοιαστες, ανέμελες και καταλήγουν σε οδυνηρές εσωτερικές βουτιές στον ίδιο της τον εαυτό.

Επίμονη, γεμάτη περιέργεια για τα όσα συμβαίνουν γύρω της, «τοξικομανής του νοήματος», αλλά ταυτόχρονα νωχελική, υπό την επήρεια και τη σαγήνη του σκοτεινού βυθού των πραγμάτων που μοιάζει να αποδέχεται αλλά όταν έρχεται το δικό της πλήρωμα του χρόνου δεν παραλείπει να «καταδύεται στα σκοτεινά και ν’ αναδύεται με λέξεις σφουγγάρια, λέξεις κοχύλια, λέξεις χταπόδια καμιά φορά...»

ELFI-portraitΗ Έλφη Κιλλαχίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και εν συνεχεία Ψυχιατρική και Παιδοψυχιατρική στο Παρίσι, όπου ζει και εργάζεται ως ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια.

Το 1990 άρχισε ψυχανάλυση με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και μετά τον θάνατό του συνέχισε με τον Ζακ-Αλεν Μίλλερ.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα ψυχαναλυτικού περιεχομένου στα Γαλλικά και Ελληνικά καθώς και μεταφράσεις.

Συνεργάζεται με τα περιοδικά αληthεια και FORT-Dα, στην Αθήνα.

Τα διήγημα, Πανωλεθρεία στους Αιγός ποταμούς, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 2008 και Το βάφτισμα του αέρα και το όνομα αυτού Άβατος, στο περιοδικό αληthεια, το 2010.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!