«Κάπου περνούσε μια φωνή» – Ναπολέων Λαπαθιώτης

γράφει η Βάλια Καραμάνου

«Κάπου περνούσε μια φωνή»

(επέτειος αυτοχειρίας του Ν. Λαπαθιώτη)

Στις 7 Ιανουαρίου 1944 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης βάζει τέλος στην ζωή του με το περίστροφο του πατέρα του Λεωνίδα Λαπαθιώτη (υψηλόβαθμου αξιωματικού του ελληνικού στρατού) στο σπίτι του στα Εξάρχεια (στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, κάτω από το λόφο του Στρέφη). Η κηδεία του έγινε τέσσερις ημέρες αργότερα με έρανο των φίλων του. Ο Ν. Λαπαθιώτης (31 Οκτωβρίου 1888 – 7 Ιανουαρίου 1944) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Ως πολύγλωσσος και πτυχιούχος Νομικής συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, ενώ το 1907 διετέλεσε ιδρυτικό μέλος του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», στα δέκα συνολικά τεύχη του οποίου δημοσίευσε δεκαέξι ποιήματα ως το 1908, οπότε το περιοδικό έκλεισε και ο Λαπαθιώτης άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική συνεργασία του με την εφημερίδα «Εσπερινή» και το περιοδικό «Ελλάς» του Σ. Ποταμιάνου.

Η νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κάπου περνούσε μια φωνή» εκδόθηκε μόλις το 2011 από τις εκδόσεις Ερατώ. Όσο βρισκόταν εν ζωή ο ποιητής, το έργο δημοσιεύτηκε σε αποσπάσματα στην εφημερίδα η Νέα Εστία το 1940 (για την ακρίβεια, ο ποιητής κατάφερε να δει να εκδίδεται μόνο μια συλλογή του με 50 ποιήματα σε βιβλίο, καθώς ο κύριος όγκος του έργου του έγινε γνωστός μέσα από δημοσιεύσεις σ’ εφημερίδες και περιοδικά). Ωστόσο, το έργο του και η προσωπικότητά του κατάφεραν να ταράξουν τα νερά της τότε λογοτεχνικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ευαίσθητος, εσωστρεφής και αντισυμβατικός σε ολόκληρη την ζωή του, την οποία επισφράγισε με ένα τραγικό τέλος δεν θα μπορούσε να μην αφήσει το στίγμα του στον χώρο. Ένας «καταραμένος» ποιητής και «ιδανικός αυτόχειρας».

Το έργο του- με σαφείς επιρροές από τον Όσκαρ Ουάιλντ- χαρακτηρίζεται από λυρισμό και μουσικότητα, τόσο η ποίηση όπως και τα πεζά του, καθώς και από νοσταλγικά μοτίβα αναζήτησης του ιδανικού έρωτα και της θλιβερής ματαίωσής του: «Γυρεύω πάντα το φιλί αχ, καρδιά μου, που μου το ‘τάξανε πολλοί. Κι όμως δε μπόρεσε κανείς, ποτέ να μου το δώσει». Εκτός βέβαια της ποιητικών και πεζών κειμένων, υπάρχουν και αρκετά λογοτεχνικά δοκίμια, καθώς και θεατρικά έργα.

Στην νουβέλα «Κάπου περνούσε μια φωνή» περιγράφεται η ζωή μιας παρέας νεαρών παιδιών στην Αθήνα του 1915, κάπου στο Παγκράτι. Η φρεσκάδα της νιότης, οι λαχτάρες, οι νεανικοί περίπατοι στο κέντρο ζωντανεύουν με έντονο λυρισμό και τρυφερότητα. Κυρίαρχο ερωτικό τρίγωνο αποτελούν ο δεκαεννέα ετών τσαγκάρης Σωτήρης, η δεκαοχτάχρονη Ρηνούλα και ο αδερφός της Λάκης. Όλοι είναι σχεδόν συνομήλικοι, γεμάτοι όνειρα και χείμαρρους συναισθημάτων και ερωτισμού. Η Ρηνούλα είναι μια «φλογερή, μελαχρινή» καπελού με φωνή «γερή και κρυσταλλένια» που ερωτεύεται κατάφορα τον Σωτήρη, σε ένα αδυσώπητο ξύπνημα της φύσης της. Η φωνή του Σωτήρη είναι αυτή που θα την οδηγήσει στην ζωή και κατόπιν στον θάνατο.

Η αναστάτωσή της από την αρχική τους γνωριμία κλιμακώνεται, οδηγείται στην αναζήτηση της ηδονής, όπως αυτήν την ανακαλύπτει κρυφά μέσα από τον σώμα της σε απόλυτη εσωστρέφεια: «αυτό το βράδυ η Ρηνούλα δεν κοιμήθηκε. Σαν ένας πυρετός γλυκός, της μέλωνε τα μέλη. Όλη νύχτα, μέχρι το πρωί, το αίμα της, πρώτη φορά, της τραγουδούσε, φανερά, τόσο ζεστά τραγούδια… Κι όταν, προς τα χαράματα, την πήρε λίγος ύπνος, είδε πως ήταν μέσα σ΄ ένα δάσος, −ένα μεγάλο δάσος γαλανό, μ’ ένα πλήθος άγνωστα κι αλλόκοτα λουλούδια. Περπατούσε, λέει, μέσ’ στην πρασινάδα, σκυμμένη, και με κάποια δυσκολία, χωρίς, όμως αυτό, να συνοδεύεται κ ι απ’ τη συνηθισμένην αγωνία, που συνοδεύει κάποιους εφιάλτες. […]Και την ίδια τη στιγμή, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε, μια μελωδία σιγανή γεννήθηκε κ ι απλώθηκε, σαν ένα κόρο από γνώριμες φωνές, που, μέσα τους, ξεχώριζε γλυκιά και δυνατή, την ήμερα παθητική και πλέρια του Σωτήρη! Κι η φωνή δυνάμωνε, δυνάμωνε, και σε λίγο σκέπασε και σκόρπισε τις άλλες, −κι έμεινε μονάχη και κυρίαρχη, γιομίζοντας τη γη, τον ουρανό, γιομίζοντας το νου και την καρδιά της! Κι είχ’ ένα παράπονο βαθύ, η χιμαιρική αυτή φωνή, − κι έμοιαζε μ’ ένα χάδι τρυφερό, λησμονημένο, γνώριμο, κι απόκοσμο! Κι η ψυχή της έλιωνε βαθιά, σαν το κερί, σβήνοντας σε μια γλύκα πρωτογνώριστη, σε μια σπαραχτική, πρωτοδοκίμαστη, και σαν απεγνωσμένη, νοσταλγία! Και καθώς ήταν έτοιμη να σβήσει, και να λιώσει, πίστεψε πως ήταν πια φτασμένη στον παράδεισο… Κι η Ρηνούλα ξύπνησε με μιας, σα μεθυσμένη, −και κρύβοντας το πρόσωπο μέσ’ στο προσκέφαλό της, μην τύχει και τη νιώσουν από δίπλα, ξέσπασε σ’ ένα σιγανό παράπονο πνιγμένο…»

Σταδιακά ωστόσο η κοπέλα συνειδητοποιεί πως ο έρωτάς της δεν βρίσκει ανταπόκριση και μάλιστα γεννάται η υποψία πως ο νεαρός τσαγκάρης τρέφει αισθήματα για τον αδερφό της τον Λάκη. Η αλλαγή μάλιστα στην συμπεριφορά του τελευταίου (λείπει διαρκώς από το σπίτι μαζί με τον Σωτήρη, γίνεται επιθετικός και άλλοτε ενοχικός απέναντί της) μαρτυρά πως μάλλον ο πλατωνικός αυτός έρωτας υπήρξε αμοιβαίος. Η απελπισία την κυριεύει:

«..Πάνε δυο έτη, που σ’ αγαπούσα,

πάνε δυο έτη, που σ’ αγαπώ…»

Είναι το σημείο που τα σκοτάδια κυκλώνουν την Ρηνούλα, όπως τύλιγαν τον ίδιο τον Λαπαθιώτη στην διάρκεια της ζωής του ως την αυτοχειρία. Ένα βράδυ μάλιστα απρόσμενα την οδηγούν στο νεκροταφείο και στην συνάντησή της με έναν παράξενο άντρα, που προλέγει πως «μάλλον σύντομα θα ανήκει και αυτή στα μνήματα». Στον αντίποδα της νεανικής λοιπόν παρέας με τις κιθάρες, τα τραγούδια και την ερωτική ορμή, η Ρηνούλα μαραζώνει ραγδαία, παραδίδεται σε έναν άγνωστο πυρετό και τελικά καταλήγει μόνη, ακούγοντας για άλλη μια φορά την φωνή του Σωτήρη από μακριά:

«Η παρέα που το τραγουδούσε, ήταν οχτώ εννιά νομάτοι, όλοι όλοι. Κατέβαιναν αργά, με την κιθάρα -μια κιθάρα κι ένα μαντολίνο— κατέβαιναν αργά, χωρίς να βιάζουνται, από τα πίσω, ακριβώς, του λόφου του Σταδίου, και προχωρούσαν κατά το Παγκράτι. Και πότε σταματούσανε, καταμεσής του δρό­μου, κι έκαναν αστεία, και χαχάνιζαν, —κι άλλος νιαούριζε, και χάλαγε τον κόσμο, κι έκανε τις γάτες που τσακώνουνται, κι άλλος λαλούσε σαν τον πετεινό-, κι έκαναν ντόρο, μέσ’ στην ησυχία, και κυνηγιόντουσαν, με γέλια και με χάχανα-, πότε τους ξανάπαιρνε το σιγανό μεράκι, και τότε το τραγούδι ξανανέβαινε, βαθύ, μελωδικό και μαγικό, και όρμηξε με πάθος και μ’ απόγνωση, την παγερή και ριγηλή νυχτερινή γαλήνη:

…Θα με ζητήσεις, και δε θα μ’ εύρεις,

θα με ποθήσεις, -μα θα ’ναι αργά…

(…)

Κι η Ρηνούλα, μέσ’ στο λήθαργο της, ξαφνικά, μισάνοιξε τα μάτια. Η καρδιά της χτύπησε με πιο γοργό ρυθμό: Μια φωνή, της φάνηκε πως πέρασε, μια μακρινή και γνώριμη φωνή, -πολύ γλυκιά, και μακρινή, και γνώριμη, σα χάδι… Ήταν κάτι πλάνο κι απαλό, -κάτι σα μιλιά, και σαν τραγούδι-, πολύ θαμπό, βαθύ και φευγαλέο, σαν ένα φύσημα δρο­σιάς, την άνοιξη, στα φύλλα!

Κι ακούγοντάς το, κάτι θέλησε να πει, μα μοναχά που σάλεψε τα χείλη, -κι έγειρε λίγο το κεφάλι της, και πέθανε…»

Η φωνή του Σωτήρη ήταν αυτή που την οδήγησε στην κορύφωση της ηδονής την πρώτη φορά μέσα σε όνειρο και η ίδια φωνή την συντρόφευσε ως τον ηθελημένο θάνατο. Η ματαίωση, η τρυφερή παράδοση σε ανεκπλήρωτα αισθήματα ως λυρικό παράπονο και το κυκλωτικό σκοτάδι κυριαρχούν στην νουβέλα αυτή, όπως ακριβώς και στην ζωή και στο έργο του Ν. Λαπαθιώτη τόσο έντονα και τραγικά, σαν λυγμός. Και όλος αυτός ο χείμαρρος ξεχύνεται ήρεμα μέσα από απλή γλώσσα και έντονη ευαισθησία, που όμως παραμένει αξόδευτη.

Αναμφίβολα, πρόκειται για έναν λογοτέχνη που έζησε μέσα στις σκιές, στο παράπονο και στην θλίψη για το ανεκπλήρωτο, σαν ένα κομμάτι του παζλ που δεν βρήκε ποτέ την θέση του για να ταιριάξει στην ζωή. Ως αποτέλεσμα όμως αυτού, μας κληροδότησε ένα από τα πιο όμορφα πεζά έργα για το άπιαστο όνειρο, αλλά ταυτόχρονα και για το μεγαλείο του έρωτα και της νιότης.

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Φεβρουαρίου 2024

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 24 – 25 Φεβρουαρίου 2024

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και δεν θα...

Τεχνητή Λογοτεχνία

Τεχνητή Λογοτεχνία

γράφει η Γεωργία Βασιλειάδου Κι αν μπορούσαμε όλοι να γίνουμε συγγραφείς; Κι αν μπορούσε ο καθένας μας να γράψει ένα τέλειο σονέτο, ένα υπέροχο τραγούδι; Αυτό μοιάζει να υπόσχεται η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, μεταξύ πολλών άλλων, προκαλώντας ποικίλες  αντιδράσεις...

Ομ(π)αδικό πνεύμα

Ομ(π)αδικό πνεύμα

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Διαδίκτυο και βιβλία, μια σχέση δημιουργική και ενίοτε ολέθρια, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς αναγκαία. Και συγκεκριμένα Facebook, μπλογκ, βιβλιοομάδες. Να ξεκαθαρίσω στο σημείο αυτό πως υπάρχουν πολύ αξιόλογες ομάδες, από τις οποίες έχουμε...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ομ(π)αδικό πνεύμα

Ομ(π)αδικό πνεύμα

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Διαδίκτυο και βιβλία, μια σχέση δημιουργική και ενίοτε ολέθρια, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς αναγκαία. Και συγκεκριμένα Facebook, μπλογκ, βιβλιοομάδες. Να ξεκαθαρίσω στο σημείο αυτό πως υπάρχουν πολύ αξιόλογες ομάδες, από τις οποίες έχουμε...

Ο αστερισμός του μικρού δράκου

Ο αστερισμός του μικρού δράκου

_ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - ‘Ο αστερισμός του μικρού δράκου’ Ο συγγραφέας Κώστας Θερμογιάννης έγραψε ένα διήγημα που φέρει τον τίτλο ‘Ο αστερισμός του μικρού δράκου’.[1] Κινούμενοι σε ένα θεωρητικό επίπεδο, επιθυμούμε να κάνουμε κάποιες επισημάνσεις για το...

Μεγάλες προσδοκίες

Μεγάλες προσδοκίες

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Η αλήθεια είναι πως στην συγγραφική μου πορεία τα πιο όμορφα μηνύματα τα έχω λάβει σε ιδιωτική συνομιλία, την οποία ποτέ δεν θα ανέβαζα δημόσια, μια και αυτό επέλεξε ο συνομιλητής μου. Πρόσφατα διάβασα στο περιβόητο και πολύπαθο Goodreads...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου