«Κάπου περνούσε μια φωνή» – Ναπολέων Λαπαθιώτης

7.01.2020

γράφει η Βάλια Καραμάνου

«Κάπου περνούσε μια φωνή»

(επέτειος αυτοχειρίας του Ν. Λαπαθιώτη)

Στις 7 Ιανουαρίου 1944 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης βάζει τέλος στην ζωή του με το περίστροφο του πατέρα του Λεωνίδα Λαπαθιώτη (υψηλόβαθμου αξιωματικού του ελληνικού στρατού) στο σπίτι του στα Εξάρχεια (στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, κάτω από το λόφο του Στρέφη). Η κηδεία του έγινε τέσσερις ημέρες αργότερα με έρανο των φίλων του. Ο Ν. Λαπαθιώτης (31 Οκτωβρίου 1888 – 7 Ιανουαρίου 1944) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Ως πολύγλωσσος και πτυχιούχος Νομικής συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, ενώ το 1907 διετέλεσε ιδρυτικό μέλος του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», στα δέκα συνολικά τεύχη του οποίου δημοσίευσε δεκαέξι ποιήματα ως το 1908, οπότε το περιοδικό έκλεισε και ο Λαπαθιώτης άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική συνεργασία του με την εφημερίδα «Εσπερινή» και το περιοδικό «Ελλάς» του Σ. Ποταμιάνου.

Η νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κάπου περνούσε μια φωνή» εκδόθηκε μόλις το 2011 από τις εκδόσεις Ερατώ. Όσο βρισκόταν εν ζωή ο ποιητής, το έργο δημοσιεύτηκε σε αποσπάσματα στην εφημερίδα η Νέα Εστία το 1940 (για την ακρίβεια, ο ποιητής κατάφερε να δει να εκδίδεται μόνο μια συλλογή του με 50 ποιήματα σε βιβλίο, καθώς ο κύριος όγκος του έργου του έγινε γνωστός μέσα από δημοσιεύσεις σ’ εφημερίδες και περιοδικά). Ωστόσο, το έργο του και η προσωπικότητά του κατάφεραν να ταράξουν τα νερά της τότε λογοτεχνικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ευαίσθητος, εσωστρεφής και αντισυμβατικός σε ολόκληρη την ζωή του, την οποία επισφράγισε με ένα τραγικό τέλος δεν θα μπορούσε να μην αφήσει το στίγμα του στον χώρο. Ένας «καταραμένος» ποιητής και «ιδανικός αυτόχειρας».

Το έργο του- με σαφείς επιρροές από τον Όσκαρ Ουάιλντ- χαρακτηρίζεται από λυρισμό και μουσικότητα, τόσο η ποίηση όπως και τα πεζά του, καθώς και από νοσταλγικά μοτίβα αναζήτησης του ιδανικού έρωτα και της θλιβερής ματαίωσής του: «Γυρεύω πάντα το φιλί αχ, καρδιά μου, που μου το ‘τάξανε πολλοί. Κι όμως δε μπόρεσε κανείς, ποτέ να μου το δώσει». Εκτός βέβαια της ποιητικών και πεζών κειμένων, υπάρχουν και αρκετά λογοτεχνικά δοκίμια, καθώς και θεατρικά έργα.

Στην νουβέλα «Κάπου περνούσε μια φωνή» περιγράφεται η ζωή μιας παρέας νεαρών παιδιών στην Αθήνα του 1915, κάπου στο Παγκράτι. Η φρεσκάδα της νιότης, οι λαχτάρες, οι νεανικοί περίπατοι στο κέντρο ζωντανεύουν με έντονο λυρισμό και τρυφερότητα. Κυρίαρχο ερωτικό τρίγωνο αποτελούν ο δεκαεννέα ετών τσαγκάρης Σωτήρης, η δεκαοχτάχρονη Ρηνούλα και ο αδερφός της Λάκης. Όλοι είναι σχεδόν συνομήλικοι, γεμάτοι όνειρα και χείμαρρους συναισθημάτων και ερωτισμού. Η Ρηνούλα είναι μια «φλογερή, μελαχρινή» καπελού με φωνή «γερή και κρυσταλλένια» που ερωτεύεται κατάφορα τον Σωτήρη, σε ένα αδυσώπητο ξύπνημα της φύσης της. Η φωνή του Σωτήρη είναι αυτή που θα την οδηγήσει στην ζωή και κατόπιν στον θάνατο.

Η αναστάτωσή της από την αρχική τους γνωριμία κλιμακώνεται, οδηγείται στην αναζήτηση της ηδονής, όπως αυτήν την ανακαλύπτει κρυφά μέσα από τον σώμα της σε απόλυτη εσωστρέφεια: «αυτό το βράδυ η Ρηνούλα δεν κοιμήθηκε. Σαν ένας πυρετός γλυκός, της μέλωνε τα μέλη. Όλη νύχτα, μέχρι το πρωί, το αίμα της, πρώτη φορά, της τραγουδούσε, φανερά, τόσο ζεστά τραγούδια… Κι όταν, προς τα χαράματα, την πήρε λίγος ύπνος, είδε πως ήταν μέσα σ΄ ένα δάσος, −ένα μεγάλο δάσος γαλανό, μ’ ένα πλήθος άγνωστα κι αλλόκοτα λουλούδια. Περπατούσε, λέει, μέσ’ στην πρασινάδα, σκυμμένη, και με κάποια δυσκολία, χωρίς, όμως αυτό, να συνοδεύεται κ ι απ’ τη συνηθισμένην αγωνία, που συνοδεύει κάποιους εφιάλτες. […]Και την ίδια τη στιγμή, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε, μια μελωδία σιγανή γεννήθηκε κ ι απλώθηκε, σαν ένα κόρο από γνώριμες φωνές, που, μέσα τους, ξεχώριζε γλυκιά και δυνατή, την ήμερα παθητική και πλέρια του Σωτήρη! Κι η φωνή δυνάμωνε, δυνάμωνε, και σε λίγο σκέπασε και σκόρπισε τις άλλες, −κι έμεινε μονάχη και κυρίαρχη, γιομίζοντας τη γη, τον ουρανό, γιομίζοντας το νου και την καρδιά της! Κι είχ’ ένα παράπονο βαθύ, η χιμαιρική αυτή φωνή, − κι έμοιαζε μ’ ένα χάδι τρυφερό, λησμονημένο, γνώριμο, κι απόκοσμο! Κι η ψυχή της έλιωνε βαθιά, σαν το κερί, σβήνοντας σε μια γλύκα πρωτογνώριστη, σε μια σπαραχτική, πρωτοδοκίμαστη, και σαν απεγνωσμένη, νοσταλγία! Και καθώς ήταν έτοιμη να σβήσει, και να λιώσει, πίστεψε πως ήταν πια φτασμένη στον παράδεισο… Κι η Ρηνούλα ξύπνησε με μιας, σα μεθυσμένη, −και κρύβοντας το πρόσωπο μέσ’ στο προσκέφαλό της, μην τύχει και τη νιώσουν από δίπλα, ξέσπασε σ’ ένα σιγανό παράπονο πνιγμένο…»

Σταδιακά ωστόσο η κοπέλα συνειδητοποιεί πως ο έρωτάς της δεν βρίσκει ανταπόκριση και μάλιστα γεννάται η υποψία πως ο νεαρός τσαγκάρης τρέφει αισθήματα για τον αδερφό της τον Λάκη. Η αλλαγή μάλιστα στην συμπεριφορά του τελευταίου (λείπει διαρκώς από το σπίτι μαζί με τον Σωτήρη, γίνεται επιθετικός και άλλοτε ενοχικός απέναντί της) μαρτυρά πως μάλλον ο πλατωνικός αυτός έρωτας υπήρξε αμοιβαίος. Η απελπισία την κυριεύει:

«..Πάνε δυο έτη, που σ’ αγαπούσα,

πάνε δυο έτη, που σ’ αγαπώ…»

Είναι το σημείο που τα σκοτάδια κυκλώνουν την Ρηνούλα, όπως τύλιγαν τον ίδιο τον Λαπαθιώτη στην διάρκεια της ζωής του ως την αυτοχειρία. Ένα βράδυ μάλιστα απρόσμενα την οδηγούν στο νεκροταφείο και στην συνάντησή της με έναν παράξενο άντρα, που προλέγει πως «μάλλον σύντομα θα ανήκει και αυτή στα μνήματα». Στον αντίποδα της νεανικής λοιπόν παρέας με τις κιθάρες, τα τραγούδια και την ερωτική ορμή, η Ρηνούλα μαραζώνει ραγδαία, παραδίδεται σε έναν άγνωστο πυρετό και τελικά καταλήγει μόνη, ακούγοντας για άλλη μια φορά την φωνή του Σωτήρη από μακριά:

«Η παρέα που το τραγουδούσε, ήταν οχτώ εννιά νομάτοι, όλοι όλοι. Κατέβαιναν αργά, με την κιθάρα -μια κιθάρα κι ένα μαντολίνο— κατέβαιναν αργά, χωρίς να βιάζουνται, από τα πίσω, ακριβώς, του λόφου του Σταδίου, και προχωρούσαν κατά το Παγκράτι. Και πότε σταματούσανε, καταμεσής του δρό­μου, κι έκαναν αστεία, και χαχάνιζαν, —κι άλλος νιαούριζε, και χάλαγε τον κόσμο, κι έκανε τις γάτες που τσακώνουνται, κι άλλος λαλούσε σαν τον πετεινό-, κι έκαναν ντόρο, μέσ’ στην ησυχία, και κυνηγιόντουσαν, με γέλια και με χάχανα-, πότε τους ξανάπαιρνε το σιγανό μεράκι, και τότε το τραγούδι ξανανέβαινε, βαθύ, μελωδικό και μαγικό, και όρμηξε με πάθος και μ’ απόγνωση, την παγερή και ριγηλή νυχτερινή γαλήνη:

…Θα με ζητήσεις, και δε θα μ’ εύρεις,

θα με ποθήσεις, -μα θα ’ναι αργά…

(…)

Κι η Ρηνούλα, μέσ’ στο λήθαργο της, ξαφνικά, μισάνοιξε τα μάτια. Η καρδιά της χτύπησε με πιο γοργό ρυθμό: Μια φωνή, της φάνηκε πως πέρασε, μια μακρινή και γνώριμη φωνή, -πολύ γλυκιά, και μακρινή, και γνώριμη, σα χάδι… Ήταν κάτι πλάνο κι απαλό, -κάτι σα μιλιά, και σαν τραγούδι-, πολύ θαμπό, βαθύ και φευγαλέο, σαν ένα φύσημα δρο­σιάς, την άνοιξη, στα φύλλα!

Κι ακούγοντάς το, κάτι θέλησε να πει, μα μοναχά που σάλεψε τα χείλη, -κι έγειρε λίγο το κεφάλι της, και πέθανε…»

Η φωνή του Σωτήρη ήταν αυτή που την οδήγησε στην κορύφωση της ηδονής την πρώτη φορά μέσα σε όνειρο και η ίδια φωνή την συντρόφευσε ως τον ηθελημένο θάνατο. Η ματαίωση, η τρυφερή παράδοση σε ανεκπλήρωτα αισθήματα ως λυρικό παράπονο και το κυκλωτικό σκοτάδι κυριαρχούν στην νουβέλα αυτή, όπως ακριβώς και στην ζωή και στο έργο του Ν. Λαπαθιώτη τόσο έντονα και τραγικά, σαν λυγμός. Και όλος αυτός ο χείμαρρος ξεχύνεται ήρεμα μέσα από απλή γλώσσα και έντονη ευαισθησία, που όμως παραμένει αξόδευτη.

Αναμφίβολα, πρόκειται για έναν λογοτέχνη που έζησε μέσα στις σκιές, στο παράπονο και στην θλίψη για το ανεκπλήρωτο, σαν ένα κομμάτι του παζλ που δεν βρήκε ποτέ την θέση του για να ταιριάξει στην ζωή. Ως αποτέλεσμα όμως αυτού, μας κληροδότησε ένα από τα πιο όμορφα πεζά έργα για το άπιαστο όνειρο, αλλά ταυτόχρονα και για το μεγαλείο του έρωτα και της νιότης.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου