Select Page

Κλέφτης ονείρων, της Χριστίνας Κωνσταντουδάκη

Κλέφτης ονείρων, της Χριστίνας Κωνσταντουδάκη

 

 

Ο Νικόλας αγαπούσε τρία πράγματα. Τις ακριβές μάρκες στα ρούχα, ένα καλό κοκτέιλ και το γράψιμο. Το τελευταίο στα κρυφά, μην του βγει και το όνομα του ευαίσθητου. Πάντως ένα πράγμα ήταν σίγουρο πως σιχαινόταν. Τα αίματα! Τίποτα παράξενο ως τώρα. Μόνο που... ο Νικόλας σπούδαζε ιατρική.

Εκείνη την μέρα είχε ξυπνήσει πολύ πρωί, δεν είχε ύπνο. Ο λόγος που τον χώρισε χτες το βράδυ η μόνη γυναίκα που είχε καταφέρει να δεθεί μαζί της, τριγυρνούσε συνέχεια στο μυαλό του.

«Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου Νικόλα! Σ’ αγαπώ αλλά δεν μπορώ άλλο να ζω μέσα σε αυτή την ψεύτικη ζωή που έχεις επιλέξει. Όταν καταφέρεις να παραδεχτείς στον εαυτό σου τι πραγματικά θέλεις, έλα να με βρεις» του είχε πει ήρεμα η Στέλλα αλλά με ύφος που δεν σήκωνε κουβέντα. Μάλλον το εννοούσε γιατί οι επανειλημμένες κλήσεις του Νικόλα δεν έπαιρναν απάντηση. Κανονικά δεν θα επέμενε τόσο πολύ. Μια γκόμενα ήταν κι αυτή όπως όλες τις άλλες. Σωστά; Όχι, αυτή είχε κάτι το διαφορετικό, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί.

Βιαστικά, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Το κρύο νερό που ακούμπησε το πρόσωπό του, τον ξύπνησε.

«Πρέπει να βγω να περπατήσω, να σταματήσω να σκέφτομαι» είπε και αφού έριξε πάνω του ένα μπλουζάκι και φόρεσε το αγαπημένο του τζιν , βγήκε από το σπίτι. Έβαλε στα αυτιά τα ακουστικά του ακριβού του κινητού και χάθηκε στον κόσμο του. Δεν ένιωθε, δεν σκεφτόταν τίποτα. Και όμως, με κάποιο τρόπο, τα βήματά του τον οδήγησαν σε εκείνο το συγκεκριμένο στενάκι που ήθελε να ξεχάσει. Στο στενάκι τους. Έβγαιναν στο Κολωνάκι μόνο και μόνο επειδή ο Νικόλας το ήθελε. Αν τον έβλεπαν οι γνωστοί του από την ιατρική οπουδήποτε αλλού, πώς θα το εξηγούσε; Η Στέλλα όμως ήξερε τι ήθελε, και το κυριότερο, ήξερε πως να το διεκδικεί. Ίσως αυτό να τον μάγεψε τόσο, δεν μπορούσε να ξέρει σίγουρα. Δέχτηκε λοιπόν το Κολωνάκι αλλά όχι τις ακριβές καφετέριές του. Δέχτηκε μόνο αυτό το μικρό στενάκι, με τα πολλά δέντρα και τα γραφικά σπίτια. Εδώ ερχόντουσαν για περπάτημα κάθε Σάββατο απόγευμα. Σε αυτό το στενάκι με τις χιλιοσκονισμένες νεραντζιές, γεννήθηκε ο έρωτάς τους.

Βυθισμένος στις σκέψεις του, δεν κατάλαβε ένα κανελί σκυλί που ήρθε και του έγλειψε τα πόδια.

«Επ, Αχιλλέα, τι κάνεις βρε μούργο;» χαμογέλασε κι έσκυψε για να χαϊδέψει το σκυλί στο κεφάλι.

«Δεν έχω τίποτα μαζί μου να σου δώσω και η Στέλλα δεν είναι εδώ» είπε απολογητικά λες και μιλούσε σε άνθρωπο. Ο Αχιλλέας έγειρε το κεφάλι του και τον κοίταξε απογοητευμένος. Για το φαγητό ή για την Στέλλα; Ίσως και για τα δύο. Η Στέλλα είχε μια τεράστια αγάπη για τα σκυλιά, που είχε καταφέρει να μεταδώσει και σε εκείνον. Πάντα κρατούσε κάτι για να δώσει στον Αχιλλέα όταν έβγαιναν σε εκείνη την περιοχή.

Το σκυλί συνέχισε να τον κοιτάζει με τα μεγάλα του μάτια. Αυτά τα μάτια κάτι του θύμιζαν. Τα μάτια της. Σαν υπνωτισμένος, έτρεξε στο διπλανό μαγαζί κι αγόρασε έναν διπλό καπουτσίνο γι’ αυτόν και ένα σάντουιτς με μπόλικα αλλαντικά για τον Αχιλλέα. Κάθισε στο πιο κοντινό παγκάκι, ξεδίπλωσε το σάντουιτς και το έδωσε στο κανελί σκυλί που περίμενε υπομονετικά. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και κοιτάζοντας τον Αχιλλέα, χωρίς όμως να τον κοιτάζει πραγματικά, άρχισε να μονολογεί:

«Άκου εκεί δεν ξέρω τι θέλω. Φυσικά και ξέρω τι θέλω. Θέλω να γίνω διάσημος καρδιολόγος , αυτό ήταν το όνειρό μου από μικρός»

Ο Αχιλλέας τέντωσε τα αυτιά και τον κοίταξε, σταματώντας για λίγο το γεύμα του.

«Τι με κοιτάς έτσι; Αλήθεια λέω»

Ο Αχιλλέας συνέχισε να τον κοιτάει χωρίς να κουνάει από την θέση του.

«Ωραία, μ’ αρέσει να γράφω. Και τι μ’ αυτό; Χωρίς δόξα και λεφτά δεν πας πουθενά φίλε μου. Έμαθα να είμαι ρεαλιστής. Αχ, σταμάτα να με κοιτάζεις έτσι! Εντάξει, φοβάμαι τα αίματα. Δεν σου είπα πως θέλω να γίνω και χειρούργος»

Ο Αχιλλέας, που μόλις είχε καταβροχθίσει και το τελευταίο κομμάτι μπέικον από το γεύμα του, γάβγισε δυνατά. Ο Νικόλας τον κοίταξε κι ένιωσε ξαφνικά ένα πλάκωμα στην καρδιά. Λες και τον βάραιναν όλα τα χρόνια που είχε ζήσει χωρίς να ζει ουσιαστικά.

«Ποτέ δεν ήθελα να γίνω γιατρός» ψιθύρισε.

«Δεν θα έκανα όμως αλλιώς περήφανο τον πατέρα μου» παραδέχτηκε και τρόμαξε και ο ίδιος από αυτό που μόλις είχε ξεστομίσει.

Ο Αχιλλέας ανέβηκε στο παγκάκι δίπλα του και περίμενε. Μόλις τα πρώτα δάκρυα έκαναν την εμφάνισή τους, τον έγλειψε απαλά στο πρόσωπο.

Αμέσως κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Με τον Αχιλλέα κατά πόδας μπήκε στο πιο κοντινό βιβλιοπωλείο, αγόρασε ένα μεγάλο τετράδιο με πράσινο σκληρό εξώφυλλο και έναν μαύρο στυλό.

Κάθισε ξανά στο παγκάκι κι άνοιξε το τετράδιο στην πρώτη σελίδα.

«Ο συγγραφέας άργησε πολλές μέρες...» έγραψε με όμορφα στρογγυλά γράμματα. Έπειτα, πήρε το κινητό και έβγαλε φωτογραφία το ανοιχτό τετράδιο με την γραμμένη πρόταση και δίπλα τον Αχιλλέα…

«Ήμουν ο προσωπικός μου κλέφτης ονείρων. Όχι πια. Ένας φίλος με βοήθησε να καταλάβω. Σ’ αγαπώ» έγραψε στο μήνυμα πάνω από την φωτογραφία και πάτησε το κουμπί της αποστολής. Όλα θα πήγαιναν καλά.

 

_

γράφει η Χριστίνα Κωνσταντουδάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!