τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Κριτικό σημείωμα για την ΠΛΕΥΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ της ΕΡΙΕΤΤΗΣ ΜΠΟΡΝΑΝ

Κριτικό σημείωμα για την ΠΛΕΥΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ της ΕΡΙΕΤΤΗΣ ΜΠΟΡΝΑΝ

γράφει η Χρύσα Νικολάκη

Κριτικός Λογοτεχνίας (Μaster of Arts), E.A.P

Συγγραφέας/Θεολόγος

 

Οι ποιητές όπως η Εριέττη Μπορνάν με τη διαφάνεια της ψυχής τους πορεύονται μέσα στο απέραντο γαλάζιο της ποίησης ξεγεννώντας λέξεις αδαμάντινες που σκίζουν τους υφάλους του ψεύδους ανυψώνοντας το πνεύμα και τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι ίδιοι οι ποιητές όπως γράφει, εξόριστοι και αφορισμένοι, εκστομίζουν αλήθειες άρρητες και φανερώνουν τ’ ανείπωτα με κίνδυνο τη διαπόμπευση της γύμνιας της ψυχής τους. Με την λεπτή της ειρωνεία και την ευγενική της ψυχή αναθιβάνει τους θησαυρούς της με μια γλώσσα απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς και κομπορρημοσύνες, ιδιάζουσα, με πίστη στην αρχαιοελληνική ρίζα και στο ιδεατό πνεύμα του ελληνισμού. Μέσα σε αυτό το υφολογικό πλαίσιο προσθέτει την θρησκευτική της παιδεία, την οποία και χρησιμοποιεί ως ένα γλωσσολογικό πυλώνα, πάνω στον οποίο οικοδομεί κάποια ποιήματά της. Η τεχνική αυτή είναι πρωτότυπη και άκρως ενδιαφέρουσα καθώς προσδίδει θρησκευτική ευλάβεια και κατανυκτική ατμόσφαιρα στον ποιητικό της κόσμο.

Η πρόσμιξη των ερωτικών στοιχείων με τις θεολογικές ρήσεις που είναι βασισμένες στη Γραφή (Μέγας Παρακλητικός Κανόνας), τους Ψαλμούς και τους Βυζαντινούς Ύμνους είναι διάχυτη. Αυτή η πρόσμιξη πολλές φορές ενδύεται την αρχαιοελληνική χροιά της γλώσσας, την οποία η ποιήτρια μας, ως φιλόλογος την γνωρίζει πολύ καλά.H ίδια διατέλεσε πολλά χρονιά συνεργάτης της Ελένης Κακριδή και εντρύφησε στην ομηρική σκέψη. Η Καζαντζακική επιρροή τρανώνει το ποίημα με ένα λεπτό κυνισμό που το προσυπογράφει κυρίως στο κλείσιμο του. Ο λόγος μεστός με γλώσσα ιδιάζουσας υφής και νεογλωσσικής παρόρμησης τολμά να αφυπνίσει τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει συγκινησιακά. Ισορροπεί σθεναρά μεταξύ απαισιοδοξίας και αισιοδοξίας με πυξίδα της ψυχής της τον άνεμο. Νόστος γλυκός, τρικυμιώδης, που ανασύρεται από την βιωτή πλεγμένος με λυρισμό και έμμετρο στίχο. Σαν Σειρήνα Ομηρική μας παρασύρει μυσταγωγικά στο ποιητικό της κοσμοείδωλο που είναι πλημμυρισμένο με τα φιλοσοφικά της ευρήματα χωρίς τάσεις επιβολής. Με τρυφερότητα και κατάνυξη προσκυνά το βωμό του Έρωτα ο οποίος την ταλανίζει με τα κοφτερά του βέλη. Βρίσκει απάγκιο στο μύθο που καρποφορεί στο νου της πλεγμένος με στίχους μελίρρυτους, ταπεινούς και αισθησιακούς, βγαλμένους από τα έγκατα της ψυχής. «Γονυπετής, γυμνόποδη και γυμνόψυχη» προσέρχεται στο ιερό, τελώντας θυσία στον Άγνωστο Θεό» της. Στο ομώνυμο ποίημα μας τοποθετεί στο κλίμα της Αρχαίας Αθήνας και μέσα σε τρεις μόνο στίχους αναδύει όλο το σκηνικό της εποχής. Εικονικά και ακουστικά γινόμαστε συνοδοιπόροι μιας άλλης εποχής και την αφουγκραζόμαστε ανόθευτη από τα τεχνάσματα του σήμερα.

Η ποιήτρια προβληματίζεται από τα ίδια βαθιά ερωτήματα ύπαρξης που πάντα ταλανίζουν τον άνθρωπο και εστιάζουν στο νόημα της ύπαρξης. Με σχεδία την πλαστικότητα της θρησκευτικής γλώσσας και με μαΐστρο τη βιωτή και το συναίσθημα, μας οδηγεί στη δική της Ιθάκη που είναι πλημμυρισμένη από τα Άχραντα Μυστήρια του Έρωτα. Μαζί της στο ταξίδι παίρνει μόνες αποσκευές «το Σώμα και το Αίμα εκείνου π’ αγαπά»..

Η συλλογή απαρτίζεται από έξι ενότητες. Από την τιτλολογία κατανοείται ότι η θεματολογία της συλλογής νοηματοδοτείται από τις πηγές, μια πρόσμιξη βιβλικών και αρχαιοελληνικών χωρίων. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι: «Ομηρικά» και «Έξοδος». Ο τίτλος της ποιητικής Πλεύση Σωτηρίας αποτελεί και τον πυρήνα της κοσμοθεωρίας της λόγω του υπερβατικού και αισιόδοξου μηνύματος που αυτή φέρει.

Σε πολλά ποιήματα η αισιοδοξία, γαλήνια εξυφασμένη, πληρώνει το νόημα της ύπαρξης προσδίδοντας κάθαρση στο παρελθόν:
«Εκεί στη χλαλοή ψαράδων σ’ αγκίστρια βελουδένια σε δίχτυα μελωμένα σε μέθυσες κουβέντες γύρε να κοιμηθείς.»

Η Χειμερία Αιχμαλωσία με τι άλλο θα μπορούσε τόσο όμορφα να ξεκινήσει πάρα από το ποίημα Δελτίο Ψυχής στο οποίο σκιαγραφεί τον ενδότερο ψυχισμό της στιχογραφημένο με προσμίξεις αρχαιοελληνικών και μεσαιωνικών λέξεων (λάβρο λιονταρόπουλο/λιανοπεριστέρι). Η ψυχή είναι ένα αμάγαλμά πόνου και χαράς, ένα φλόγιστρο που ανάβει αμφιθυμικά συστατικά και τα τυλίγει όλα μαζί «στης πλάσης την ανέμη».

Η διαδρομή προς την ενηλικίωση ξεκινά με μια πεισματική εφηβεία που ανθίζει με «εύοσμα ψυχαγκαλιάσματα και λικνίζεται με ένα γλυκαγεράκι». Ο θυμός «παιδιόθεν μνηστεύεται τη σιωπή για να ξεσπάσει σε ροδόσπυρα στο στήθος», ώσπου «οι λέξεις να μαζέψουν τα συντρίμμια αποζητώντας μια μουσική λειψανοθήκη». Σε αυτό το ποίημα η διαδρομή δύσβατη αντιμετωπίζεται με αγγελική υπομονή και αναμονή του φωτός μέσα στο πικροσκόταδο. Η σιωπή βυθίζει σώμα και ψυχή σε θλίψη, προκαλεί το δάχτυλο να βουτήξει στο μελάνι της σκέψης και να ξεγεννήσει φωτιές μασώντας τους στίχους σε «ονείρου ευνή».

Στο ποίημα «Κουβέντα με ένα τσιγάρο» η θεατρικότητα είναι διάχυτη: «Το τσιγάρο μου με κοιτάζει με τον πόνο της προδοσίας στο βλέμμα». Η προσωποποίηση διαδέχεται τον σκηνικό διάλογο: «Να με ζήσει ο Ήλιος μου/να μου καίει το στόμα/να μου καίει τα δάχτυλα/να μου καίει το στρώμα». Στο ποίημα τολμά μια συζήτηση με το alter ego της και κατορθώνει με την τεχνική του αυτοσαρκασμού να ακολουθήσει τη δική της πλεύση σωτηρίας.

Η αγάπη στην ποίηση της είναι ζώσα, δίχως σκιά και μετοχή στο θάνατο, η μοναδική πλεύση σωτηρίας. Παραμένει ελεύθερη αναμένοντας μες στη σιωπή, όντας ανιδιοτελής ολοκληρώνεται στην αλληλοπεριχώρηση. Η γαλήνη της ψυχής έρχεται γιατί ξέρει ότι πολέμησε άνευ όρων αλλά με τιμιότητα. Στο τέλος η ποιήτρια γνωρίζει ότι δεν έμεινε ούτε ένα κούρσος τιμής, αφού σε όλα παραδόθηκε.

 Όπως ο Χριστός έφερε το φως στη Γη και άρχισε ο κόσμος να πορεύεται στη Θέωση έτσι και ο αγαπημένος οδηγεί το άλλο του μισό στις λίμνες του Σιλωάμ όπου τα μάτια της ψυχής ανακτούν το φως τους.

Ο έρωτας όταν σμίγει με την αγάπη δίνει μορφή στο χάος(έμμορφο χάος).Στα Ομηρικά που είναι αφιερωμένα στην σπουδαία φιλόλογο Ελένη Κακριδή η Οδύσσεια έχει πρωτοκαθεδρία. Στην Αναζήτηση της Μούσας η Μούσα χόρτασε θάνατο και φρίκη και ζαχαρώνει τη ζωή για να δικαιωθεί στο τέλος.. αφού «ο ποιητής ο ασύγκριτος την ξεκρίνει σε αγκαλιά ενάλιου βακχευτή.»

Στο έργο της είναι διάχυτη η παρουσία του θεϊκού στοιχείου, είτε ως θεϊκή επιφάνεια είτε ως αθέατη θεϊκή βοήθεια (ως θεϊκή φώτιση η συμπαράσταση).

Μέσα στις τεχνικές που χρησιμοποιεί αξιοπρόσεχτη είναι η επανάληψη στοιχείων που λέγονται πανομοιότυπα η ελαφρώς παραλλαγμένα, αυτά είναι τα λεγόμενα «τυπικά». Τα επίθετα που χρησιμοποιεί, όπως ακριβώς και στον Όμηρο αποδίδουν ουσιαστικές ιδιότητες. Είναι άλλοτε χαρακτηριστικά( θεριό ηδύλαλο) και άλλοτε περιγραφικά (φριχτά βασανισμένο) θέλοντας με την αφηγηματική αυτή τεχνική να δώσει έμφαση στον τρόπο παρουσίασης της σκέψης της (δηλαδή στο πώς και όχι στο τι). Η κλιμάκωση της αφήγησης έχει αυξανόμενη ένταση καθώς οδεύουμε στο τέλος του κάθε ποιήματος προσδίδοντας συγκινησιακή φόρτιση στον αναγνώστη.

Στην πλεύση Σωτηρίας ο εξομολογητικός τόνος δονεί το κείμενο… «εγώ δε σώνομαι μου το ‘πε κι ο γιατρός» γράφει με υπόγειο μπρεχτικό κυνισμό αναδύοντας μια πικρία για να καταλήξει μελίρρυτα :εγώ σου το πα… δε σώνομαι …Με φίλησε στο στόμα ο Θεός.» Ένα φιλί γλυκόπιοτο ενός Θεού Απολλώνιου που άφησε στυφή γεύση στο στόμα οδήγησε στην αιωνιότητα από την Αχερουσία μια άσπιλη αγάπη. Μια αγάπη που σώθηκε από τη φθορά της συνήθειας…μια αγάπη με αγγελικό ενδιαίτημα που πέρασε δια Πυρός και Σιδηρού για να καταλήξει στον Παράδεισο.

Ο έρωτας είναι ένας ευαγγελισμός που έμεινε στα λόγια..Γράφει: «Κρίνα …τα ιμερόεντα στήθια με το αβύζαστο κρινόγαλα.». «Κρίνα …όλα πήγαν κρίνα» γράφει με παρήχηση και λογοπαίγνια διάθεση, παραπέμποντας μας στον Σάρκινο Λόγο του Ρίτσου. Η Κάθαρση είναι ένα ποίημα που ολοκληρώνει τον έρωτα, αποθεώνει το συνεχώς αναβαλλόμενο συναίσθημα του ανολοκλήρωτου. Το ζεύγος ως μια «τσαχπίνα Παναγία» με ταίρι τον «πανάγαθό Θεό» γλυκοτρυγάει τον πόθο φτάνοντας στην ολοκλήρωση. Εδώ το ποίημα δεν πρέπει να μας ξενίσει, καθώς με συμβολιστικό τρόπο προσομοιάζει τα δυο μέρη ως τρυγητές της αιώνιας αγάπης. Η κάθαρση πραγματοποιείται κόντρα στο κατεστημένο, ενάντια στις Μοίρες. Στο Συμπόσιο η ευχή της Αναστάσεως μένει απραγματοποίητη αφού οι προσκεκλημένοι μείναν ανικανοποίητοι και αξεδίψαστοι μη έχοντας πιει από το ζεστό ρακόμελο του έρωτα. Κι εδώ η ειρωνεία συνταιριάζει με τον τίτλο αφού στο Συμπόσιο (της Αναστάσεως) όλοι στο δείπνο της χαράς γεύονται, πρώτοι και δεύτεροι, εγκρατείς και φυγόπονοι, φτωχοί και πλούσιοι. Κανείς δεν θρηνεί στης Αναστάσεως το δείπνο…σε αντίθεση στο ποίημα γράφει… «Αξεδίψαστοι φύγαμε» αφήνοντας το παράπονο να ζωγραφίσει τα διψασμένα για έρωτα χείλη.

Στο ποίημα Στον Πευκώνα μας παραπέμπει σε σολωμικές αναφορές. Η έκσταση παρομοιάζεται με μυρμηγκιών στράτευμα. Οι πληγές έκλεισαν αφού απεκδύθηκαν οι αγαπημένοι την προηγούμενη φορεσιά. «Στο πεύκο τα κρεμάσαμε τα τζιτζικοφορέματα» γράφει υπαινισσόμενη τους προηγούμενους έρωτες με εξαίσιο συμβολισμό.

Οι λέξεις της Εριέττης λαμβάνουν σχήμα αφού πρώτα βουτήξουν σε πυρωμένο αργαλειό να υφάνουνε γραφή. Η δύναμη τους είναι καταιγιστική αφού εξουσιάζουν σώμα και ψυχή, κρύβονται στα κύτταρα και ποτίζονται με τις επιθυμίες μας. Σαν μικρά παιδιά τραμπαλίζονται στη γλώσσα, έως ότου έφηβες τολμήσουν να απογυμνωθούν. Πλέον ενήλικες επιδιώκουν να πλέξουν στίχους, ώριμες να συνδυαστούν και να οδηγήσουν στην έκσταση τον δημιουργό τους.

Η Εριέττη Μπορνάν κατορθώνει να συνδέσει το φιλοσοφικό στοχασμό με το λυρισμό. Το ταπεινό και ευγενές με το σαρκασμό και την κάθαρση. Οδηγεί τον αναγνώστη στην πλεύση σωτηρίας επαναφέροντας τη διασαλευθείσα τάξη του ποιητικού σύμπαντος υπερβαίνοντας τα μέτρα και τα όρια της τραγικής πραγματικότητας. Τα πρόσωπα εγκλωβισμένα στις ιδιωτικές τους επιθυμίες αποβαίνουν τραγικά αθύρματα στο ποτάμι της ζωής, που ανελέητα τα παρασύρει. Όμως, ο έρωτας, αυτός ο πανάγαθος Θεός της αγάπης και του μαρτυρίου κατορθώνει να εμφυτεύσει στην ψυχή των ανθρώπων εκείνη την ελπίδα που σαν φωτεινή πυξίδα τους οδηγεί στην αιωνιότητα παρά τις τρικυμίες του ταξιδιού της ζωής.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος