Select Page

Κ. Π. Καβάφης – Ο Δεκέμβρης του 1903

Κ. Π. Καβάφης – Ο Δεκέμβρης του 1903

 

 

 

Απορίες του έρωτα… Άραγε, έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για τον έρωτα έτσι ακριβώς όπως μας πλησίασε και μας συντάραξε ή παραμένουμε ακόμη στα όρια της σιωπής, μιας σιωπής που σταματά το χρόνο; Και αν δίνουμε χώρο στο λόγο για να εκμυστηρευτούμε τη μαγεία του μήπως ταυτόχρονα λαμβάνουμε χώρο από τον ίδιο τον έρωτα έτσι ώστε να τον αρνηθούμε; Ο έρωτας υπάρχει εκεί που απουσιάζει ή άραγε απουσιάζει όταν υπάρχει σα λόγος; Όπως και να χει, ο έρωτας συμβαίνει…

  Με μία πρώτη ματιά, οι απορίες του έρωτα, στο έργο του Καβάφη, συναντώνται ακριβώς στην ίδια την εμπειρία του έρωτα, αισθανόμενος θα λέγαμε, ο ίδιος ο ποιητής και ως πομπός και ως δέκτης. Η εμπειρία του έρωτα είναι το στοιχείο εκείνο που χαρακτηρίζει έντονα τα ηδονικά έργα του. Το πάθος για ζωή μετουσιώνεται σε πάθος για γραφή ακόμη και όταν η ηδονή γίνεται οδύνη. Ας μη βιαστούμε να σταθούμε σε γρήγορα συμπεράσματα αν πρώτα δε ταξιδέψουμε μαζί του σε αναγνώσεις του έρωτα. Πρόσκληση λοιπόν, ν’ αφεθούμε στο σύνολο της σκέψης του λογοτέχνη δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ποίημα του, Ο Δεκέμβρης του 1903.

    Αποδεχόμενος ότι δε μπορεί να μιλήσει για τον έρωτα του κάνει λόγο και εικόνα γι’ αυτόν:

                        «κι' αν για τον έρωτα μου δεν μπορώ να πω»

                 (Ο Δεκέμβρης του 1903., Από τα Ανέκδοτα Ποιήματα 1877;-1923

 

   Ο έρωτας ως εμπειρία, έχει το δικό του λόγο ύπαρξης. Δημιουργεί τους δικούς του λόγους για να επιζήσει πέρα από αυτούς που υπάρχουν έξω απ’ αυτόν και στηρίζονται σε κανόνες και λογικές. Η αντικομφορμιστική διάθεση του λογοτέχνη έγκειται ακριβώς στο σημείο εκείνο που δίνει τον πρώτο λόγο στο αυτεξούσιο του έρωτα. Δημιουργεί τη δική του λογική ως μία αντί-λογική εισάγοντας τους δικούς της κανόνες και νόμους.

  Ο ποιητής χτίζει στις λέξεις τα συναισθήματα του. Αισθάνεται και συν αισθάνεται ενεργητικά και παθητικά. Μένει στην εμπειρία του έρωτα και τη ζει στους ήχους, στις εκφράσεις, στα χρώματα και στ’ αρώματα. Στο ποίημα διακρίνεται έντονα η σχέση του αισθητικού με το αισθησιακό. Το αισθητικό, ως αυτό που αντιλαμβάνεται μέσω των αισθήσεων, αποτελεί το αισθησιακό, ως αυτό που θα εμπλουτίσει τις αισθήσεις με ειδικό περιεχόμενο και προσανατολισμό –προς ένα πρόσωπο –προς ένα σώμα. Φαίνεται έτσι, πως και ο ίδιος θέλει να οδηγηθεί από την εμπειρία του έρωτα στην εμπειρία του εαυτού. Παρόλο που δε μπορεί να μιλήσει, γίνεται ο ίδιος υποκείμενο της απόλαυσης ως γνώστης αυτής της αδυνατότητας του να ομιλήσει δια τον έρωτα του. Η απόλαυση του εαυτού ως η ηδονή της γνώσης:

 

                       «κι' αν για τον έρωτα μου δεν μπορώ να πω»

              (Ο Δεκέμβρης του 1903, Από τα Ανέκδοτα Ποιήματα 1877;-1923

 

Η σχέση που χτίζει με τον έρωτα αποτελεί μια σχέση αναγνώρισης με τον εαυτό του πρώτα και μετά με τον «άλλο» είτε ως άλλος εαυτός είτε ως άλλος άνθρωπος. Το να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει κατά μια σκέψη, να βρίσκεσαι «αλλού». Αντίστοιχα, το να είναι κανείς ερωτευμένος είναι ακριβώς το να βρίσκεται στην εμπειρία του έρωτα και να μη μπορεί να μιλήσει γι’ αυτόν όχι όμως γιατί δεν έχει λόγια να τον περιγράψει αλλά γιατί θα τον μειώσει και θα τον αλλοιώσει. Έτσι προτιμά να μένει στο βίωμα ακόμα και όταν οι λέξεις και οι φράσεις τον κατακλύζουν, να παραμένει σ’ εκείνη την υπέροχη ανάμνηση μετατρέποντας την οδυνηρή πραγματικότητα σε όνειρο. Η εμπειρία του έρωτα μπορεί να ιδωθεί ως η εμπειρία του Είναι, το ταξίδι επιστροφής και ανακάλυψης στον εαυτό που επιθυμεί να μάθει και να βιώσει.  Στο ποίημα λοιπόν παρουσιάζεται η ανάγκη του ποιητή να δει τον εαυτό με περισσότερες εκδοχές. Ταξιδεύει σε ένα «αλλού» για να γνωρίσει τον εαυτό του. Μόνο όταν ανοίγεται ο εαυτός μπορεί να υπάρξει. Ίσως αυτή φαίνεται πως είναι και μια προοπτική στο ποίημα, να κοιτάξουμε σ’ ένα καινούργιο εαυτό, στον ερωτικό μας εαυτό. [1]

 

    Στην ουσία ο Καβάφης παρουσιάζει την εμπειρία του έρωτα επικεντρώνοντας στην απουσία γιατί στην απουσία αναζητά τον άλλο αλλά στην απουσία τον αναμένει κιόλας. Είναι αυτό που περιμένουμε να έρθει χωρίς να ξέρουμε τι είναι.[2]

    Ο Καβάφης σέβεται τις αισθήσεις όπως ακριβώς σέβεται και τολμά ν’ αγαπήσει το πρόσωπο που τον έλκει:

 

          «αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια

            όμως το πρόσωπο σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,

            ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου»

          (Ο Δεκέμβρης του 1903, Από τα Ανέκδοτα Ποιήματα 1877;-1923

 

 

Οι λέξεις, στον Καβάφη, μας παρασύρουν στα παιχνίδια τους, επιβάλλουν να τις ακούσουμε και να τις ακολουθήσουμε χορεύοντας στους ρυθμούς  της. Και αν μπει κανείς στο χορό των λέξεων θα φλερτάρει με το νόημα που πασχίζει αδιάκοπα να καρπωθεί μέσα του και να συνταράξει από τη δίνη της γυμνής εμπειρίας. Οι χαρές και οι λύπες δε μπορούν να επεξηγηθούν παρά μόνο με την έκφραση τους. Στα όρια και τα συμπλέγματα της ηδονής και της οδύνης στρέφει ο Καβάφης το συγγραφικό του ενδιαφέρον. Χρωματίζει την απουσία με τα χρώματα της νοσταλγίας ταξιδεύοντας σ’ ένα παρελθόν ζώντας εκεί και ακουμπώντας τα όνειρα του:

 

        «η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρα μου,

         ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

          εις όποιο θέμα κι’ αν περνώ, όποιαν ιδέα κι' αν λέγω»

         (Ο Δεκέμβρης του 1903, Από τα Ανέκδοτα Ποιήματα 1877-1923

 

Στην ουσία ο ποιητής αντιλαμβάνεται τον πόνο ως κάτι που τον ενεργοποιεί με θετικό τρόπο. Τη στιγμή που λέει ότι «οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρα μου», φανερώνει ότι οι αναμνήσεις του παρελθόντος όσο χαμένες και αν φαίνονται βρίσκονται στα όνειρα του που μπορεί να σημαίνει κιόλας ότι ακόμη καταφέρνει και έχει έμπνευση, ακόμη κάνει όνειρα και ζει μέσα σ’ αυτά. Δε νιώθει χαμένος ακριβώς γιατί υπήρξε εραστής και έζησε τους πόθους του. Ο εραστής στην ουσία δεν έχει να χάσει ούτε να κερδίσει τίποτα. Δε φοβάται αν θα πάρει ή αν θα χάσει γιατί μέσα στη διαδικασία βρίσκει την ολοκλήρωση με την έννοια της μύησης. Δίνει τον εαυτό του, τον εκθέτει μπροστά στη μαγεία του έρωτα γιατί δε φοβάται να τον χάσει αλλά νιώθει τυχερός που τον συνάντησε. Εδώ προκύπτει και το ερώτημα θα λέγαμε, "σε βρήκε ο έρωτας ή τον βρήκες" –προφανώς με μια παραπάνω [ερωτική] λογική βρίσκεις τον εαυτό σου στο σημείο ακριβώς που τον χάνεις! Έτσι και ο ποιητής μέσα από τις αναμνήσεις του φαίνεται να παραμένει στο παρελθόν μ’ ένα τρόπο που θα το φέρει ποιο κοντά στο τώρα. Ο Καβάφης φέρνοντας τις αναμνήσεις στο παρόν του πλησιάζει θα λέγαμε μέσω των λέξεων τις επιθυμίες και τα πάθη του. Παρουσιάζει την εμπειρία του έρωτα που κυριεύει σώμα και ψυχή.

    Ο κόσμος του Καβάφη βρίσκεται στην απουσία του αγαπημένου του προσώπου. Απελευθερώνεται και εγκλωβίζεται ταυτόχρονα εκεί μέσα. Τον κυριεύει το πρόσωπο του αγαπημένου γι’ αυτό και βρίσκεται στη ψυχή του. Το ιδιαίτερο που συμβαίνει στην απουσία για τον ίδιο, είναι ότι αφήνεται στον έρωτα του ενώ ήδη τον έχει αφήσει. Ο έρωτας που δεν υπάρχει πλέον ζει ωστόσο στα όνειρα του. Ζει τον έρωτα του ακριβώς στην απουσία του όπως επίσης ζει την απουσία του έρωτα με απόλυτα ερωτικό τρόπο. Τίποτα δε τον συγκλονίζει τόσο όσο οι μέρες που έγιναν δικές του και τίποτα δεν είναι αρκετό όσο υπήρξαν εκείνες οι μέρες στη ζωή του.

Στο ποίημα λοιπόν μπορούμε να διακρίνουμε αναγνώσεις του έρωτα ή αναγνώσεις της εμπειρίας του έρωτα. Η ηδονή μέσα από την οδύνη έχει μεγάλη σημασία στην ποιητική του Καβάφη. Η ηδονή ως μέσο και σκοπός για να ξεχνά την πραγματικότητα που δε θέλει. Όλα ξεκινάνε από τη συνεχή αγωνία του ανθρώπου να ικανοποιήσει τα βαθύτερα θέλω του και ν’ αποφύγει το φόβο του θανάτου. Στην προσπάθεια αυτή ο άνθρωπος καταφεύγει στην σεξουαλικότητα του ως ένα αντίδοτο απέναντι στην υπαρξιακή οδύνη, στο άγχος του θανάτου και της φθοράς που τον κατακλύζει. Θα λέγαμε επομένως ότι αυτό αποτελεί και μία άμυνα του Καβάφη ν’ αντιμετωπίσει το άγχος και την αγωνία του θανάτου μέσα από την απουσία του αγαπημένου προσώπου. Ακριβώς αυτό το πλησίασμα, η επαφή με τον άλλον λυτρώνει και απελευθερώνει τον Καβάφη από τυχόν υπαρξιακές αγωνίες. Σε μία τέτοια διάθεση θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε αν η ζωή παίρνει πνοή όταν συναντά το νόημα της και ποιο ακριβώς είναι. Μα ακριβώς η απόλαυση της…

 

   Γενικότερα, στη λογοτεχνική ματιά του Καβάφη διακρίνουμε την  αγάπη του για το συγκλονιστικό με την έννοια του "συγκλονίζειν" και του ξεχωριστού ως ιδιάζων. Είναι σα να σκέφτεται με το σώμα του, ένα σώμα που αγαπά τις επιθυμίες του και προσδοκά να τις αποκτήσει ή έστω να τις φέρει κοντά του αναπολώντας το. Το σώμα για τον Καβάφη αποτελεί το βασικό συγκείμενο των σκέψεων του. Πρόκειται για ένα σώμα που σκέφτεται, νιώθει, αισθάνεται, θυμάται. Τη πρωτοκαθεδρία του σώματος τη βλέπουμε και αλλού στο έργο του:

 

              «Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,

               όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,

               αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα

               γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,

               κ’ ετρέμανε μες στην φωνή – και κάποιο

               τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.

               Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,

               μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες

               εκείνες σαν να δόθηκες – πως γυάλιζαν,

               θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν

               πως έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.»

               (Θυμήσου, Σώμα... Από τα Ποιήματα 1897-1933)   

 

Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έργο του απλά ως υπέροχο. Παρουσιάζει και ξεδιπλώνει τις σκέψεις του με έναν τρόπο που το φέρνει κοντά μας, τόσο κοντά που γίνεται σχεδόν δικό μας. Θα μπορούσαμε να πούμε πως «το υπέροχο ταράσσει», αυτό εξάλλου καταφέρνει και η πένα του Καβάφη.[3]

Η υπεροχότητα του Καβάφη διακρίνεται όχι μόνο μέσω του διδακτικού χαρακτήρα που δίνει στα έργα του, όσο με την επιτυχία του να συμπλέξει την ιδιαιτερότητα της σκέψης με την μοναδικότητα του σώματος. Οι ηδονές του σώματος για τον ίδιο δεν είναι ξεχωριστές από τις ηδονές του πνεύματος.

Ακούγοντας τα ποιήματα του Καβάφη λοιπόν, είναι σα ν’ ακούει κάποιος μουσική σε ρυθμούς που ηχούν απόλυτα και εναρμονισμένα στις συγκινήσεις του σώματος και του πνεύματος. Καταφέρνει λοιπόν ο λογοτέχνης να γίνει εραστής της τέχνης του και να μας ταξιδέψει στους δρόμους που μας ανοίγει απλόχερα!

 

_

Γράφει η Δέσποινα Πλαζομίτη

 

___

[1] Την προοπτική και την αναγκαιότητα που προβάλλει ο Καβάφης  από την θέαση του άλλου ως αγαπημένου προσώπου μπορούμε να την αντιληφθούμε σε σχέση μ’ αυτό που αναφέρει ο Marion στην αρχή του Ερωτικού φαινομένου όταν μιλάει για την «ερωτική αναγωγή» υποστηρίζοντας ότι αυτό το αλλού το βρίσκει ήδη μέσα στο εδώ ή στο εκεί γιατί έτσι το κάνει δικό του χωρίς όμως να του ανήκει απλά να του αφήνει χώρο προσαρμογής και ύπαρξης. Όπως λέει ο Marion: «Δεν κατοικώ λοιπόν αυτού όπου είμαι, εδώ, αλλά εκεί απ’ όπου μου έρχεται το αλλού που με ενδιαφέρει, αυτό και μόνο, και χωρίς το οποίο τίποτε, μέσα από όλα τα όντα του κόσμου, δεν θα με ενδιέφερε, επομένως εκεί πέρα». Στην ουσία ο συσχετισμός στο σημείο αυτό, του Καβάφη με τον Marion εντοπίζεται στο σημείο που και οι δύο θεωρούν ότι το να μένει κάποιος στον εαυτό του εξαρτάται με το άνοιγμα που κάνει στο «αλλού» και στον «άλλον», βλ. Marion J. L., «Το ερωτικό φαινόμενο», μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2008, σελ 65.

[2] Η καρτεσιανή λογική του τύπου "σκέφτομαι άρα υπάρχω", με ένα ερωτικό cogito στην περίπτωση μας, θα επέτρεπε να σκεφτούμε κάτι αντίστοιχο με την καβαφική λογική: Όσο ζω υπάρχω. Όσο περιμένω υπάρχω. Άρα όσο ζω θα περιμένω.

[3] Το δοκίμιο  κλείνει με τη φράση "το υπέροχο ταράσσει" την οποία δανείζομαι από το κείμενο του Kant, Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, δίνοντας εμφαντική διάθεση στο νόημα της καβαφικής ποίησης η οποία ξεχωρίζει για την αίσθηση του υπέροχου. Παραθέτοντας το απόσπασμα: «το αίσθημα που αγγίζει και τις πιο απλοϊκές  ψυχές είναι διττό αποτελείται από το αίσθημα του ωραίου και αυτό του υπέροχου. Η νύχτα είναι υπέροχη. Η ημέρα είναι ωραία. Αυτοί που διαθέτουν το αίσθημα του υπέροχου οδηγούνται στα υψηλά αισθήματα της φιλίας, της αιωνιότητας, της περιφρόνησης του κόσμου, μέσα στη γαλήνια σιωπή μιας καλοκαιρινής νύχτας, όταν η τρεμάμενη λάμψη των άστρων διατρέχει τη μελανόχροη νύχτα και το φεγγάρι εμφανίζεται μοναχικό στο στερέωμα. Το φέγγος της ημέρας γεννά, μαζί με το ζήλο για εργασία, ένα αίσθημα χαράς. Το υπέροχο ταράσσει, το ωραίο γοητεύει. Το πρόσωπο αυτού που διαπερνάται από το αίσθημα του υπέροχου αποπνέει την αυστηρότητα και, συχνά, την έκπληξη, το ζωηρό αίσθημα του ωραίου αναγγέλλεται από το φωτεινό βλέμμα, το χαμόγελο και, συχνά, από τη θορυβώδη ευθυμία». Βλ. Kant, I., Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, μτφρ Χ. Τασάκος, εκδ. Printa, Αθήνα 1999, σελ 25-27.

 

 

_______

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

  • Καβάφης, Κ. Π., Άπαντα Ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα: 2004
  • Kant, I., Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, μτφρ. Χ. Τασάκος, εκδ. Printa, Αθήνα: 1999.
  • Marion, J. L., Το ερωτικό φαινόμενο, μτφρ. -επίμετρο Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα: 2008

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!