γράφει η Βάλια Καραμάνου

Διαβάζοντας κανείς λογοτεχνία βιώνει μια παλέτα συναισθημάτων με τις πιο ευφάνταστες αποχρώσεις. Ωστόσο, είναι στιγμές που όλοι νιώσαμε να κατακλυζόμαστε αιφνιδιαστικά από φρίκη ή αποτροπιασμό και μάλιστα σε σοκαριστικό βαθμό. Και δεν αναφέρομαι σε βιβλία τρόμου, θρίλερ ή αστυνομικά, που είμαστε προϊδεασμένοι για την «κατάδυσή» μας σε σκοτεινές ατραπούς, αλλά σε κοινωνικά βιβλία σύγχρονης ή κλασικής λογοτεχνίας που περιέχουν σκηνές όχι απλά ωμής βίας, αλλά αναπαριστούν με ανατριχιαστικό τρόπο την κτηνωδία που μπορεί να επιφυλάσσει η ανθρώπινη φύση, ειδικά όταν αυτή πολλαπλασιάζεται μεταδιδόμενη στον όχλο.

Επιλέγω ενδεικτικά κάποιες σκηνές ελληνικών λογοτεχνικών έργων που μας έκαναν να ριγήσουμε, να μουδιάσουμε αντικρίζοντας την ανθρώπινη διαστροφή και βιαιότητα σε αντίθεση με τα αντίπαλα συναισθήματα που συχνά κυριαρχούν στο υπόλοιπο έργο:

  1. «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη (πρώτη έκδοση Δίφρος 1954): Σε ένα χωριό της Ανατολής, την Λυκόβρυση, υπάρχει το έθιμο της αναπαράστασης των Παθών κάθε εφτά χρόνια. Τους ρόλους υποδύονται οι χωρικοί με πρωταγωνιστή τον Μανολιό στον ρόλο του Ιησού. Οι σχέσεις των χωρικών σταδιακά αλλάζουν, καθώς ταυτίζονται με τους ρόλους τους. Το χωριό διχάζεται κι ενώ αρχικά ζει ενωμένο με τρόμο απέναντι στον κυρίαρχο Αγά, τελικά αποδεικνύεται πως ο πραγματικός εχθρός είναι μάλλον η διχόνοια ανάμεσά τους. Σε αυτό συμβάλλει και η άφιξη προσφύγων με αρχηγό τον παπα Φώτη που θα συγκρουστεί με τον επικεφαλής ιερέα του χωριού, αλλά και τους υπόλοιπους μόνιμους κατοίκους. Κι ενώ σκιαγραφείται η δύσκολη ζωή στην επαρχία, όπως την γνωρίζουμε, αλλά σε εποχές τουρκοκρατίας, οδηγούμαστε σταδιακά σε μια αγελαία πράξη δολοφονίας του εξιλαστήριου θύματος από τους χωρικούς και μάλιστα εντός της εκκλησίας, που πραγματικά σοκάρει: «Μούγκρισε ό λαός, πήρε κουράγιο, σήκωσαν τα χέρια: -Θάνατος! Θάνατος! Ο Μανολιός, άπλωσε σταυρωτά τα χέρια: -Σκοτώστε με … είπε. ‘Έτσι που προχώρησε ήσυχος, ανυπεράσπιστος, χωρίς αντίσταση, κι έπεφτε απάνω από το ξανθό κεφάλι του το γλυκό φώς από τα καντήλια, τον έβλεπε ξαφνιασμένος ο λαός κι άθελά του άνοιγε ολοένα τόπο να περάσει. .. αυτός σταμάτησε στη μέση της εκκλησιάς, κάτω από τον Παντοκράτορα του τρούλου, άνοιξε πάλι σταυρωτά τα χέρια του. -Σκοτώστε με… είπε πάλι, σα να παρακαλούσε. Ο παπα-Γρηγόρης κατέβηκε από το ιερό, έγνεψε στον Παναγιώταρο να τον ακολουθήσει : Κλείστε την πόρτα! φώναξε πνιχτά, κλείστε την πόρτα, θα μας φύγει. Έτρεξε ο καντηλανάφτης, κλείδωσε κι ακούμπησε τη ράχη του στην πόρτα…. όλοι μαζί ζύγωσαν κυκλωτικά κι έζωσαν σφιχτά τον Μανολιό κι ένιωθε τώρα αυτός τις βαριές λαχανιαστές αναπνοές απάνω στο πρόσωπό του… Κοίταξε γύρα του τους ανθρώπους, του φάνηκε άστραψαν μέσα στο σκοτάδι της εκκλησιάς, κρυφά, δύο τρία μαχαίρια. Κι ακούστηκε πάλι η στριγγιά φωνή του γέρο-Λαδά: -Θάνατος! Θάνατος!»
  2. «Αστραδενή» της Ευγενίας Φακίνου (εκδόσεις Κέδρος 2012): Στο μυθιστόρημα αυτό εξιστορείται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση η ιστορία του μικρού κοριτσιού «που έδενε τα άστρα». Η Αστραδενή καταγόμενη από φτωχή οικογένεια της Σύμης, κόρη του καπετάν Νικόλα που έχασε την περιουσία του στον μάταιο αγώνα να θεραπεύσει τον μικρό του γιο, αναγκάζεται να μετακομίσει στην Αθήνα. Οι δυσκολίες της νέας της ζωής είναι πολλές, καθώς πλέον ζει σε ένα υπόγειο διαμέρισμα με μεγάλη ανέχεια, ενώ οι σχέσεις της με τους νέους της συμμαθητές αποδεικνύονται αρκετά προβληματικές, μια και την αντιμετωπίζουν ως ξένο σώμα. Ωστόσο, η δροσερή νεανική ματιά του μικρού κοριτσιού μας γεμίζει νοσταλγία και τρυφερότητα, καθώς ανακαλύπτει τον νέο κόσμο με εκείνη την έμφυτη και λανθάνουσα αισιοδοξία που μόνο τα παιδιά διαθέτουν, ενώ παράλληλα περιπλανιόμαστε στις ομορφιές της Σύμης μέσω αναδρομών της ηρωίδας. Η γνωριμία της με το ιερό της Βραυρώνας στην διάρκεια μιας σχολικής εκδρομής και το παράξενο όνειρο που την κατατρύχει σε όλο το έργο, αποτελούν «μαύρους» οιωνούς ενός επιλόγου, που αναμφίβολα μας άφησε άναυδους και σοκαρισμένους. Είναι η στιγμή που η μικρή Αστραδενή επιστρέφει στο σπίτι της μόνη και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον γείτονά τους , τον κύριο Αλέκο. Οι τελευταίες φράσεις του κειμένου έχουν ως εξής: « Το χέρι του στο στόμα μου κοντεύει να μου φράξει και τη μύτη… Θα τον σκοτώσω. Θέλω να τον σκοτώσω… Να τον δω λιώμα! ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ! ΑΥΤΟ ήταν το όνειρο; Αυτή η θυσία! Γιατί όμως; Γιατί;… Όχι! Όχι το φουστάνι μου! Μη μου σηκώνεις το φουστάνι μου! Μη, μη, μη! Όχι, όχι, όχι το χιτώνα μου…»
  3. « Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Μαργαρίτας Καραπάνου (εκδόσεις Καστανιώτη 1997): Τι να πει κανείς γι’ αυτό το μικρό σε μέγεθος βιβλίο που είναι φρικιαστικά γοητευτικό και αινιγματικό. Η αφήγηση γίνεται από την σκοπιά της μικρής Κασσάνδρας, που μέσα από την παιδική αφέλεια περιγράφει την νοσηρότητα της παιδικής της ηλικίας. Ολόκληρο το κείμενο αποτελεί μαρτυρία της σεξουαλικής κακοποίησής της, γεγονός που την οδηγεί συχνά σε απρόσμενες συμπεριφορές και αλλόκοτες εκφράσεις. Παραθέτω δύο αποσπάσματα που απεικονίζουν τον τρόπο που ένα παιδί – υπό αυτές τις συνθήκες- αντιμετωπίζει το παιχνίδι με άλλα συνομήλικα παιδιά και τον σύνδεσμό του με τα ζώα: «Το κρυφτό: Ένα απόγευμα ήρθε ο Ζακούλης να παίξει με μένα και τον Κωσταντίνο. Φορούσε ένα παλτό με κουκούλα… Είπαμε να παίξουμε κρυφτό. Ανέβασα τον Ζακούλη και τον κλείδωσα μέσα στη μεγάλη ντουλάπα, κοντά στο ταβάνι. Μετά τον ξεχάσαμε και πήγαμε να φάμε κρέμες με λεμόνι. Τρεις μέρες μετά, βρήκαν επιτέλους τον Ζακούλη. Φορούσε πάντα την κουκούλα, αλλά είχε μικρύνει πολύ και είχε γίνει σαν ελιά.» Και παρακάτω, αναφερόμενη στον Δανειστούλη, το γατάκι, που υιοθέτησε ως κατοικίδιο ανάμεσα σε δύο Κυριακές: «Το απόγευμα γέμισα το μπάνιο και το βάστηξα πολλή ώρα κάτω απ’ το νερό. Τα πόδια του χτυπούσαν την μπανιέρα για ν’ ανέβει ν’ ανασάνει, απ’ τα μάτια του τρέχανε κίτρινα ζουμιά. Σαν δεν κουνούσε πια, το’ βαλα στο καλαθάκι του και το σκέπασα με τη ροζ κουβερτούλα, το πήγα στη γιαγιά. Το άφησα στην τραπεζαρία. Κυριακή το βράδυ».
  4. «Συννεφιάζει» του Μενέλαου Λουντέμη (1946): Βρισκόμαστε στο Βερτεκόπι (Σκύδρα) μαζί με τον μικρό Μέλιο, ανακατεμένο στο πλήθος της προσφυγιάς κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, όπου Τούρκοι κι Έλληνες αφήνουν τα σπίτια τους εδώ κι εκεί για να πάνε εκεί που ορίζουν οι συμφωνίες των κρατών. Εκεί υπάρχει και ο φίλος του ο Σουκρής, ο Τούρκος που σε λίγο θα αναγκαστεί να φύγει από τον τόπο που γεννήθηκε, «τίμιο σαν άγγελος και άσκημο σαν μάρτυρας», όπως αναφέρει ενδεικτικά ο Λουντέμης. Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας λοιπόν, θα δημιουργηθεί μια τρυφερή και βαθιά φιλία ανάμεσα στα δυο παιδιά, που υπερβαίνει τα σύνορα της πολιτικής και της εθνικότητας. Άλλωστε, ο Μέλιος παραμένει κατατρεγμένος ως το τέλος του μυθιστορήματος, δοκιμάζοντας την τύχη του στις πιο σκληρές δουλειές συχνά με απάνθρωπες συνθήκες. Η σκηνή όμως που διδαχθήκαμε στο μάθημα της λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο μας έκανε να δακρύσουμε χωρίς ίχνος φλυαρίας ή μελοδραματισμού, παρά με έναν τόνο σπαρακτικής, ανεπιτήδευτης τρυφερότητας. Είναι η στιγμή που ο μικρός Σουκρής τρέχει πίσω από τον «χαμάλη» (τρένο) για να προλάβει να επιβιβαστεί. Η μάνα του, που βρίσκεται ήδη στο τρένο, αλλά και δεκάδες χέρια αγνώστων τείνονται προς το μέρος του για να τον βοηθήσουν κι εκείνος τρέχει απελπισμένα για να τα πιάσει: «Πουφ!… πουφ!» κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει σπαραχτικά:

-Ανάαα… ντουρ! Ανατζίιικ… ντουρ…. ντουρ! (Μάναα… Μανούλα… Σταμάτα!).

 Άρχισε το κυνηγητό.

-Α! Σουκρή! φώναζαν απ’ όλα τα βαγόνια… όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αέρας.

-Α, γιαβρούμ… Α, τζερίμ!… (Α, λατρεία μου… Α, σπλάχνο μου!). Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα…. Σπαραγμός…

Μα ήθελε δεν ήθελε ο «χαμάλης» έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του όχι από καλοσύνη του, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια, χρειάζεται προσοχή εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. ‘Άπλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γατζώσει. Μα δεν τα’ αξιώθηκε. Σφυριγματιές πολλές ακούστηκαν με μιας. Κι ένα στρίγγλισμα φοβερό, φοβερό… από χίλιες φωνές μαζί.

-Αααααα !!!

… Ο «χαμάλης» έφυγε μακριά. Κι ένα άλλο τρένο έμπαινε στο σταθμό, με ματωμένες ρόδες… ματωμένες απ’ τα κρεατάκια ενός παιδιού, ενός δεκάχρονου τουρκόπουλου, που δεν ήταν πια τουρκόπουλο, δεν ήταν πια παιδί… παρά λίγο αίμα στις ρόδες ενός περαστικού τρένου».

 

Όλα τα παραπάνω σοκαριστικά παραδείγματα είναι ενταγμένα σε βιβλία που ζωντανεύουν παράλληλα την ανθρωπιά, την αγάπη για ζωή και τόσες άλλες θετικές εκφάνσεις της τελευταίας μέσα στις πιο μεγάλες αντιξοότητες. Ωστόσο, πάντα υπάρχει και η κτηνώδης εκδοχή, το θηρίο που φωλιάζει μέσα σε κάποιους ανθρώπους, ή ο πόλεμος που μπορεί να τους οδηγήσει σωρηδόν στις πιο αποτρόπαιες και φρικιαστικές πράξεις. Δυστυχώς, ο κόσμος των ενηλίκων συχνά μπορεί να αποδειχτεί ισάξιος της κόλασης για έναν αγαθό, καλόκαρδο Μανολιό, έναν δεκάχρονο ξεσπιτωμένο Σουκρή, ένα κορίτσι που δένει τ’ άστρα και μια τόσο μικρή αλλά «καταραμένη» Κασσάνδρα.