Μένης Κουμανταρέας

 

Στα μάτια μου φάνταζε πάντα εκφραστής των αντιθέσεων.
Αφηγητής  μικρών, ταπεινών  ιστοριών με μεγάλες,  ηρωικές αλήθειες να κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις γρίλιες.
Υπερασπιστής των κομπάρσων, των περιθωριακών , των αθέατων και κάποτε χυδαίων μα στα μάτια μας ζωγραφισμένων με κάποιο τρόπο ανορθόδοξα μοιραίων, γοητευτικών και οικείων ηρώων.
Τρυφερός παρατηρητής των ανθρώπινων εσωτερικών συγκρούσεων, των ασφυκτικών μικροαστικών αντιθέσεων και του καθωσπρεπισμού, των ατομικών δαιμονίων που διαβρώνουν και συνάμα παρασύρουν σε επαναστάσεις, όχι πάντα με νόημα για τους άλλους αλλά με εκκωφαντικό θόρυβο για τους ίδιους.
Σχολαστικός καταγραφέας της ανθρώπινης γεωγραφίας της πόλης, εραστής της ιδέας της ακόμη και των πιο σκιερών γωνιών της και πιστός της φίλος που ως το τέλος την αποθέωνε.
Λάτρης της εφηβείας και της νιότης που τον μάγευε, με ένα του κομμάτι «αφημένο» εκεί, μα όχι παρατημένο, προσεκτικά βαλμένο, εκείνο το ατίθασο, το εξεγερμένο, το ακαλούπωτο αλλά βαθιά ονειροπόλο και οξυδερκής και «σοφός» γεωγράφος μιας ιστορίας των ανθρώπων που την παρακολουθεί στο μεγάλωμά της…
Εμμονικός με την ιδέα του περιθωρίου, των λαϊκών «ασήμαντων» ηρώων, την ομοφυλοφιλία και συνάμα ελεύθερος και γενναίος εκφραστής του πόνου, της απώλειας, του φευγιού.
Βαθιά ερωτευμένος με την τέχνη του που στα μάτια του συχνά φάνταζε «κακούργα» για τις αντιθέσεις της αλλά και τις βαθιές ψυχικές μεταπτώσεις που απαιτεί για να τραφεί.

Ο ήρωας του τελευταίου έργου του εξομολογείται: «Στην παιδική και πρώτη εφηβική ηλικία υπήρχε μια συνέχεια και συνέπεια στα αισθήματα και στη ζωή μου. Κάποιος θεός με προστάτευε και δεν μ' άφηνε να κλυδωνίζομαι. Όμως ό,τι δημιουργικό έκανα, αν έκανα κάτι στη ζωή μου, είναι εξαιτίας αυτής της τραμπάλας. Πότε στα Ουράνια και πότε στα Τάρταρα. Πότε γράφω και παίζω μουσική καλύτερα; Μετά από ασωτίες, ντράβαλα και απιστίες. Λες και αυτά να είναι προϋποθέσεις για ανάταση ψυχής και δημιουργία. Κακούργα τέχνη!».

 


Αλχημιστής της παράδοσης και της πρωτοπορίας και παράδοξος λάτρης της σιωπής που από μέσα της ξεπηδούν ωστόσο λέξεις.
Τολμηρός, γενναίος εξερευνητής άλλων χαρακτήρων αλλά και τρυφερός, ακέραιος και με τον τρόπο του βαθιά εξομολογητικός.
Αυτοδίδακτος και περιπλανώμενος βιοποριστής που κατέληξε στη συγγραφή ως επιλογή βαθιάς εσωτερικής ανάγκης και όχι τύχης ή ναρκισσισμού.
Έλεγε πως τα γραπτά είναι πιο έξυπνα από το συγγραφέα τους κι εκείνος στο τέλος άφησε τις λέξεις ως προέκτασή του και έκλεισε το μάτι στην τέχνη του που πάντα αναμετριόταν μαζί της...

 

 

_

γράφει η Μαριέττα Κόντου