Πάμε με σειρά: Σαν το «μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά»,

Ήταν λευκή σαν τη νύχτα

άγρια σαν τη θάλασσα

ανοιχτή σαν απάνεμος όρμος

οξυκόρυφη σαν τρούλος μοχθηρός

ερωτευμένη σαν έφηβη σμέρνα

υπνοβάτης στα όνειρα που της έταξαν

όρθια στα γόνατα κοιτάζοντάς με

πλαστό κορίτσι της φαντασίας, νια με ηλικία εκατοντάδων ετών

λουσμένη από βδέλλες και ερωτόλογα

κρατώντας έτοιμα τραύματα για τον καθένα

ήλιος σκοτεινός

και πρωινό βουητό με ίσκιο

 καλλίφωνος της χορωδίας των ερπετών

λιγωμένη από φιλοφρονήσεις και κεράσματα

που με διάλεξε

τόλμησα το βλέμμα μου βαθειά στη φαντασία μου να ρίξω

ήταν η πιο αντιφατική εσπερίδα

κόρη της νύχτας φίλα με!

Μου ψιθύρισες στο αυτί: Σ’ αγαπώ

Και βγήκε τελευταίο το ψέμα.

Μπορώ να έχω μια ευκαιρία ακόμα παρακαλώ;

 

_

γράφει ο  Κωνσταντίνος Νικολόπουλος