τοβιβλίο.net

Select Page

«Μισή όρθια μισή χαλάσματα» της Λίνας Βαλετοπούλου

«Μισή όρθια μισή χαλάσματα» της Λίνας Βαλετοπούλου

Λίνα Βαλετοπούλου, Γαβριηλίδης, 2018

 του Δρ. Γιώργου Παναγιωτίδη

Η Ανθούλα και ο θίασός της, ο Στράτος ο άντρας της, Η Συραγώ η πεθερά, η Κικίτσα η φίλη(;), η Φιλιώ η ερωμένη(;), η Μαριέττα η κόρη, ο Μίλτος ο άντρας της κόρης και ο Λεωνίδας. Η Ανθούλα που δεν ανθίζει, θύμα των στερεότυπων της εποχής της και πρότυπο, γεννήτρια αναπαραγωγής των ίδιων στερεοτύπων.

Οι σεισμοί του Βόλου και οι σεισμοί της ζωής της. Σεισμοί που αφήνουν τα μισά όρθια και τα μισά χαλάσματα. Ποιο από τα δύο επιλέγει κάποιος να δει; Σε ποιο από τα δύο επιλέγει να εστιάσει κάποιος; Αυτό εξαρτάται από τη διάθεσή του, από την αισιόδοξη ή την απαισιόδοξη ματιά του. Οι εποχές κρίσης, όπως η δεκαετία του 1940, πολλές φορές χρησιμεύουν ως όχημα για την προώθηση των γυναικών στο δημόσιο χώρο. Στους τρεις πολέμους της δεκαετίας αυτής (Αλβανικό μέτωπο, Κατοχή – Αντίσταση, Εμφύλιος) οι γυναίκες, ενώ δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα συμμετέχουν ενεργά. Η Ανθούλα είναι παιδί του πολέμου. Όμως δεν πολεμά για να διαφοροποιήσει τη ζωή της από τη ζωή της μητέρας της, από τη ζωή των προηγούμενων γενιών. Αντιθέτως η Ανθούλα ανθίσταται και πολεμά με ακατανόητο πείσμα ή ακόμη και μέχρι  ανοησίας, να συντηρήσει την ίδια αποτυχημένη κοινωνική της ταυτότητα, το ίδιο αποτυχημένο κοινωνικό πλαίσιο γύρω της.

Η Ανθούλα είναι μοδίστρα διότι στην εποχή της νεότητάς της δεν επιτρέπεται στις γυναίκες να εργαστούν, να απομακρυνθούν από το σπίτι τους, να υποβαθμίσουν τον ρόλο της νοικοκυράς, συζύγου και μητέρας. Η γυναίκα που αποτολμούσε, έως και τη δεκαετία του ’60, να εργαστεί, από τον κοινωνικό της περίγυρο εθεωρείτο ύποπτη και χαρακτηριζόταν πόρνη. Η γυναίκα που δεν γεννούσε παιδιά, όπως συνέβη με την Ανθούλα για μία δεκαετία από τον γάμο της και έπειτα, εθεωρείτο γυναίκα με κουσούρι, βαριόμοιρη και επέσειε τα κοινωνικά εκείνα σχόλια που οδηγούν τους ανθρώπους στον ψυχικό μαρασμό.

Η Ανθούλα προσπαθεί να σώσει τον αποτυχημένο γάμο της και όχι προστρέχοντας σε κάποιον οικογενειακό σύμβουλο ή ψυχολόγο ούτε προσπαθώντας να αλλάξει τον εαυτό της αλλά και ούτε εννοώντας να καταλάβει εντέλει ότι αυτός που παντρεύτηκε δεν την αγαπάει και δεν μπορεί να σταθεί ουσιαστικά στο πλευρό της. Επιμένει να κυνηγάει τα τρίτα πρόσωπα που παρεισφρέουν στον γάμο της θεωρώντας ότι αυτά και μόνο αυτά είναι υπεύθυνα. Μέχρι που ο άντρας της πεθαίνει από φυσικά αίτια, λες και η μοίρα ή ο Θεός, κάποιος άλλος τέλος πάντων έπρεπε να παρέμβει για να την απαλλάξει από την επιμονή της να συντήρηση τον ρόλο της ακόμη και όταν αυτός γκρεμίζεται εμπρός στα πόδια της. Τελικά γίνεται άλλη μία απατημένη, άλλη μία χήρα της ελληνικής επαρχιώτικης ασφυκτικά συντηρητικής κοινωνίας.

Δεν θα φανερώσω βέβαια όλες τις ανατροπές της ιστορίας. Περισσότερα δεν θα πω. Το μόνο που θα πω είναι ότι η Ανθούλα σχοινοβατεί μεταξύ του δράματος και της κωμωδίας. Όσα της συμβαίνουν είναι σχεδόν απίστευτα κωμικοτραγικά αναπάντεχα. Η Λίνα Βαλετοπούλου χρησιμοποιεί ως όχημα την Ανθούλα ίσως ακόμη και για κριτικάρει την εποχή των γονιών μας και των μανάδων μας.

Στο «Μισή όρθια μισή χαλάσματα» δεν αναβιώνει απλά εκείνη η εποχή, δεν επενδύει η συγγραφέας στην αναπόληση των σημερινών ηλικίας σαράντα και άνω αναγνωστών, στη νοσταλγία της νεότητας των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν. Η Ανθούλα που είναι σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό κάτι από την μάνα μας, δεν είναι τυχαίο που τόσο η μητέρα της Λίνας όσο και η δική μου μαθήτευσαν τη μοδιστρική, εμφανίζεται στο προσκήνιο, υλοποιείται το 2018 ίσως για να κλείσει το μάτι και ίσως για να ταρακουνήσει με ολίγα σεισμικά κύματα, ακόμη και τα νεότερα κορίτσια της εποχής μας που επιστρέφουν συντηρητικά σε αυτά τα ήθη.

Ποιος ξέρει γιατί, η γυναίκα της εποχής μας ίσως νιώθοντας προδομένη από τη γυναικεία χειραφέτηση και τα φεμινιστικά κινήματα του παρελθόντος, βλέπει ότι ενώ κέρδισε έναν ισότιμα σημαντικό ρόλο την εργασία και τα κοινά, εντούτοις δεν απαλλάχτηκε από τα φαντάσματα της καλής νοικοκυράς, συζύγου και μητέρας και βρέθηκε εν ολίγοις με περισσότερα βάρη, με περισσότερες υποχρεώσεις.

Ίσως λοιπόν κάποιες νεώτερες γυναίκες ζηλέψουν την αφελή Ανθούλα που δεν έκανε βήμα από το σπίτι της -είτε στον Βόλο είτε στην Αθήνα- και μεγάλωσε και γέρασε μέσα στην μισογκρεμισμένη οικογενειακή εστία με μία κόρη -ευτυχώς- και με την κλωστή και το βελόνι. Μία Ανθούλα που το πιο μεγάλο της ταξίδι ήταν να βγει να κυνηγήσει την ερωμένη του άντρα της. Μία Ανθούλα που δεν αξιώθηκε να πετάξει μέχρι τη Σουηδία για να παραστεί στον γάμο της ίδιας της κόρης της.

Ναι, η Ανθούλα δεν άνθισε, ίσως ματαίως, αλλά δεν άνθισε. Η Ανθούλα είναι χαρακτηριστικό δείγμα της ελληνικής κοινωνίας των τελών του περασμένου αιώνα που γεννήθηκε για να μαραθεί ενδόξως γεννώμενη μυθιστόρημα. Μία ακόμη όπως τόσες άλλες, αρχής γενομένης από τη Νίνα του Ταχτσή στο «τρίτο στεφάνι» της δεκαετίας του ’60.

Η Ανθούλα είχε το δείπνο πάντα έτοιμο. Προγραμμάτιζε, ακόμη και από το προηγούμενο βράδυ, να έχει ένα πεντανόστιμο δείπνο έτοιμο, πάνω στην ώρα που θα επιστρέψει, ακόμη κι αν δεν επέστρεφε. Ήθελε να ξέρει ότι τον σκέφτεται και νοιάζεται για τις ανάγκες του παρότι εκείνος  δεν τη σκεφτόταν και δεν νοιαζόταν για τις ανάγκες της. Προετοιμαζόταν για να είναι ανανεωμένη όταν επέστρεφε εκείνος ακόμη κι αν εκείνος δεν γύριζε να την κοιτάξει.

Τακτοποιούσε την ακαταστασία του σπιτιού παρότι ο γάμος της δεν μπορούσε να τακτοποιηθεί με τίποτα. Φρόντιζε για την άνεση του Στράτου της αντλώντας προσωπική ικανοποίηση παρότι εκείνος δεν το εκτιμούσε. Μπορεί να είχε ένα σωρό σημαντικά πράγματα να του πει, αλλά τη στιγμή που εκείνος επέστρεφε δεν του έλεγε τίποτα. Τον άφηνε να μιλήσει εκείνος, γιατί πίστευε ακράδαντα ότι τα θέματα συζήτησής του ήταν πιο σημαντικά από τα δικά της, ακόμη κι αν εκείνος δεν άνοιγε καν το στόμα του. Εντέλει δεν ήταν ο Στράτος της και η Ανθούλα παρότι ακολουθούσε όλους τους κανόνες της καλής νοικοκυράς και συζύγου της εποχής της δεν ήταν παρά το πρότυπο της γυναίκας θύμα.

Τώρα, το εκπληκτικό είναι ότι η Λίνα Βαλετοπούλου, αναβιώνει τη φωνή αυτής της γυναίκας αλλά και τη νοοτροπία της, τον τρόπο σκέψης της, με μεγάλη επιτυχία. Ίσως επειδή μία γυναίκα όπως η Ανθούλα ζει μέσα στη συλλογική μας μνήμη, ίσως επειδή αναβιώνει μέσα από τον ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο, ίσως γιατί όχι μόνο η μάνα μας αλλά και πολλές σύγχρονες γυναίκες γύρω μας τις κατατρέχουν συστατικά του χαρακτήρα της Ανθούλας, ίσως γιατί κάποιες άλλες θα ήθελαν να επιστρέψουν σε μία τέτοια παραδοσιακή και συντηρητική γυναικεία ταυτότητα.

Η συγγραφέας πάντως την αναβιώνει αναπάντεχα τέλεια σαν να την ήξερε, σαν να ήθελε να περάσει τις εξετάσεις της ενσυναίσθησης με άριστα. Όπως σχολιάζει και η ίδια η συγγραφέας, η Ανθούλα, ως θύτης τελικά, ασυνείδητα, συμπαρασύρει ακόμη και την ίδια της την κόρη σε λανθασμένες αποφάσεις. Σε όλη της τη ζωή εξάλλου, ακόμη και όταν μάθαινε την αλήθεια των πραγμάτων, δεν έδειχνε ποτέ να μετανιώνει για όσα έλεγε και έκανε.

Η Ανθούλα είναι παράδειγμα προς αποφυγή και ο τρόπος που έζησε δεν είναι παρά μία επιλογή ζωής που οδηγεί στο περιθώριο και την ήττα. Μία ήττα της Ανθούλας που μετατράπηκε σε μία νίκη της Λίνας. Η Λίνα Βαλετοπούλου απαθανάτισε τον μαρασμό της κάθε Ανθούλας του παρελθόντος και γιατί όχι και του παρόντος, που δεν άνθισε και δεν θα ανθίσει ποτέ, γιατί γεννήθηκε για να παίξει τέλεια το ρόλο του θύματος, για να αναπαράγει και να μεταδώσει τον ιδιαίτατα κολλητικό ρόλο του θύματος.

Και όπως λέει και η ίδια η Ανθούλα Μπαντή: «Θα σας πω καλύτερα την ιστορία μου, χωρίς να βλέπω, μέσα απ’ τα χαλάσματα… γιατί μην νομίζετε ότι κι όταν ήμουν έξω στο φως έβλεπα καλύτερα.»

Κράτα το

Κράτα το

Επιμέλεια κειμένου

Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι φιλόλογος και ποιητής. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην Τέχνη. Ασχολείται με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων. Έχει συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Κριτικές και δοκίμιά του του δημοσιεύονται σε ιστοσελίδες και ηλεκτρικά περιοδικά (tovivlio.net, tvxs.gr, Vakxikon.gr κ.ά.), καθώς και σε έντυπα περιοδικά (Μανδραγόρας, Σίσυφος, δίοδος 66100, ένεκεν, φευθ κ.ά.) Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές: «η οργή της πεταλούδας» (2013), «κατάστιχα» (2014) και «ακατάλληλο» (2016). Έχει συγγράψει τα πολιτικά δοκίμια «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (2009), «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (2011) και «η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης» (2014).

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος