Οι ράγες ήταν πάνω σε χωματόδρομο. Εκεί ήταν και το τρένο, μια παλιά ατμομηχανή, από εκείνες τις μαυρισμένες, σήκωνε στο πέρασμά του και σκόνη πολλή εκτός από καπνό. Τώρα περνούσε μέσα από το μέρος που, καιρό τώρα, είχε εγκαταλειφθεί από τους ανθρώπους. Άγνωστος ο λόγος της φυγής. Πάντως έστεκε εκεί ερημωμένος τόπος, ίσα για να θυμίζει ότι και τα πιο όμορφα πράγματα κάποτε χάνουν την αίγλη τους ή έστω την απλή αλλά αγαπημένη καθημερινότητά τους.

Παράξενη η σκηνή. Είχε πέσει ήδη το σκοτάδι, έτσι μόνο σαν ίσκιος φαινόταν το μοναχό βαγόνι ανάμεσα στα ερειπωμένα πια σπίτια. Και πήγαινε αργά, λες και έπρεπε κάποιοι να προλάβουν να ανέβουν για τη συνέχεια του ταξιδιού. Με τον ρυθμό αυτό διέτρεξε όλα τα σπίτια, όλες τις χορταριασμένες αυλές και απόσωνε ήδη το πέρασμά του για να ξεχυθεί στην έρημο.

Λίγο πριν χαθεί στη φυσική στροφή που έκαναν οι ράγες του, λίγο πριν γίνει κι αυτό μια ανάμνηση απόντων, κάτι σάλεψε πίσω από ένα σπασμένο τζάμι, σ’ ένα χαμόσπιτο στην άκρη του συνοικισμού. Το μικρό κεφάλι, λίγο γερτό για να δει την άκρη του βαγονιού, με λίγο υψωμένο το χέρι σαν σε χαιρετισμό, φαινόταν να είναι μια πιο σίγουρη παρουσία από μια οφθαλμαπάτη.

Μόνο στα θαύματα της νύχτας μπορεί να προστεθεί κι αυτό το μαγικό. Να περνάει από έναν άδειο τόπο, το παλιό βαγόνι, έρημο και ξεχασμένο, κι εκεί να το παρατηρεί και να αντιχαιρετά έναν ανύπαρκτο χαιρετισμό ένα παιδί αφημένο στην τύχη του ή στη στοιχειωμένη ατυχία του.

Για όσους ανέχονται στην τετράγωνη ζωή τους μια κυκλική πορεία των φυσικών πραγμάτων, ένα αλλιώτικο κοίταγμα των έρημων χώρων, το ξαναζωντάνεμα όλων των παλαιών εικόνων και, οπωσδήποτε, για εκείνους που διαβιούν στη νύχτα με όλα τα μαγικά της απρόοπτα. Χωρίς ξαφνιάσματα και απορίες. Κυρίως χωρίς να νιώθουν την ανάγκη κάποιας ερμηνείας. Η νύχτα όλα τα εξηγεί, όπως θέλει, και όλα τα ανατρέπει ανενδοίαστα, με το ασύγγνωστο της φύσης της. Ποιος θα την καταδικάσει όμως;

 

_

γράφει η Διώνη Δημητριάδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!