Χνάρια νωπά στο χώμα βουλιάζουνε βαθιά
οσμίζουν λαγωνικά, της πρώτης άγουρης νιότης
με κομμένη ανάσα την τύχη του δοξάζουνε,
ανέλπιστο δώρο πρώιμης γιορτής τώρα ξημερώνει

Σε άλλους κόσμους προσμένει να οδηγήσουν
τα πόδια τρέχουν με ασφάλεια, τα όνειρα να κυνηγήσει
μακριά από δράκους και μάγισσες αδύναμες πολύ
όπως σκληρά του’ χε κάποτε η φωνή του ψιθυρίσει

Ως το ξέφωτο φτάνουν φύλλα ξερά που πατούσανε
και αχνά περάσματα με δυσκολία μόλις αντικρίζουν,
με φόβους το άγνωστο μελλοντικό να ξορκίζουνε,
οι απαντήσεις χάνονται ξαφνικά από μπροστά του

Στη ρίζα εκεί της λεύκας σταματά γιατί μπερδεύτηκε
ανάσα για να πάρει, να σηκώσει πάλι ψηλά το κεφάλι
ιδανική ευκαιρία να ξεθολώσει η παλιά η σκέψη του,
σκυφτή ματιά αερίζει με αγωνία, μην τον προλάβει

Οικεία μοιάζουν του κόσμου ξαφνικά όλα τα πατήματα
με έκπληξη βλέπει τ’ αέρινα τα χνάρια πως δεν είναι δικά του
κι ας ήτανε δικής του επιλογής όλα ως τώρα τα καμώματα
στο μακρινό έρεβος εκστασιασμένα τον φωτίζουνε σκοτάδια

 

_

γράφει η Μαρία Φουσταλιεράκη

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!