Ξέρεις, ήμουν πάντα μοναχικό άτομο,
μετρημένοι οι φίλοι μου στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Ξέρεις, δεν μιλούσα ποτέ πολύ
και πάντα έλεγα «δεν με αφορά».
Κι όμως με αφορούσαν όλα.
Οι άνθρωποι που έφευγαν βιαστικά το πρωί για τη δουλειά,
τα πρόσωπα πίσω από τα τζάμια των αυτοκίνητων,
οι κουρασμένοι υπάλληλοι των μεγάλων αλυσίδων,
οι μικρές ήττες που κανείς δεν καταγράφει.
Απλώς δεν μιλούσα.
Έμαθα νωρίς πως οι γεμάτες με νόημα λέξεις φθείρονται εύκολα.
Φιλία.
Αγάπη.
Εμπιστοσύνη.
Μένουν κρεμασμένες σε τοίχους γραφείων
και σε ομιλίες μιας κουρασμένης διευθύντριας που δεν τις συνάντησε ποτέ.
Έτσι προτίμησα τη σιωπή.
Όχι από σοφία.
Από άμυνα.
Και τα χρόνια πέρασαν όπως περνούν τα χρόνια,
με λογαριασμούς,
με μετακομίσεις,
με πρόσωπα που ήρθαν και έφυγαν.
Ξέρεις, μόνο καμιά φορά,
αργά τη νύχτα,
όταν το μυαλό ησυχάζει
και οι δικαιολογίες τελειώνουν,
μετρώ ξανά τους φίλους μου
στα δάχτυλα του ενός χεριού
και αναρωτιέμαι
αν τελικά ήμουν μόνος από επιλογή
ή αν απλώς έφτασα αργά
σε έναν κόσμο
που είχε ήδη αρχίσει χωρίς εμένα.
_
γράφει ο Ιωάννης Παπαθεοχάρους
*αφιερωμένο στη διευθύντρια








0 Σχόλια